Το φαινόμενο Όρμπαν…ο ρωσικός δούρειος ίππος και τα «γλυκά» ευρώ της ΕΕ Η πολιτική του Βίκτορ Όρμπαν απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηριζόταν από μια συνεχή και έντονη αμφισβήτηση των...
Το φαινόμενο Όρμπαν…ο ρωσικός δούρειος ίππος και τα «γλυκά» ευρώ της ΕΕ Η πολιτική του Βίκτορ Όρμπαν απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηριζόταν από μια συνεχή και έντονη αμφισβήτηση των φιλελεύθερων δυτικών αξιών, τις οποίες αντικαθιστούσε με το μοντέλο της «ανελεύθερης δημοκρατίας» (illiberal democracy). Η κυβέρνησή του βρισκόταν σε διαρκή σύγκρουση με τις Βρυξέλλες για θέματα που αφορούν το κράτος δικαίου, τον έλεγχο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στην Ουγγαρία.
Αυτή η στάση είχε οδηγήσει την ΕΕ στο πάγωμα σημαντικών ευρωπαϊκών κονδυλίων προς τη Βουδαπέστη, με τον Όρμπαν να απαντά χρησιμοποιώντας συχνά σκληρή αντιευρωπαϊκή ρητορική —φτάνοντας στο σημείο να συγκρίνει τις μεθόδους των Βρυξελλών με την καταπίεση της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης— προκειμένου να συσπειρώσει το εσωτερικό του ακροατήριο γύρω από το δόγμα της «εθνικής κυριαρχίας». Παράλληλα, στην εξωτερική πολιτική της Ουγγαρίας είχε μια ξεκάθαρη φιλορωσική κατεύθυνση, η οποία ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την κοινή γραμμή της Δύσης.
Παρά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο Όρμπαν είχε επιλέξει να διατηρήσει εξαιρετικά στενούς οικονομικούς και ενεργειακούς δεσμούς με το Κρεμλίνο, εξασφαλίζοντας φθηνό ρωσικό πετρέλαιο και αναθέτοντας στη ρωσική Rosatom την επέκταση του πυρηνικού σταθμού Paks II. Η στάση αυτή μεταφραζόταν και σε πολιτικό επίπεδο, καθώς η Βουδαπέστη χρησιμοποιούσε συστηματικά το δικαίωμα βέτο εντός της ΕΕ και του ΝΑΤΟ για να καθυστερήσει ή να μπλοκάρει τα πακέτα κυρώσεων κατά της Μόσχας, όπως και την οικονομική ή στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο.
Αυτή η διπλή στρατηγική επέτρεπε στον Όρμπαν να λειτουργεί ως ένας ιδιότυπος μεσάζοντας ή, καλύτερα, ως ο «Δούρειος Ίππος» της Ρωσίας μέσα στους δυτικούς θεσμούς.
Αν και ξεκίνησε την καριέρα του ως αντικομμουνιστής πολιτικός που απαιτούσε την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων, μετεξελίχτηκε στο πιο στενό σύμμαχο του Βλαντίμιρ Πούτιν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο ίδιος παρουσίαζε αυτή την τακτική ως προάσπιση των ουγγρικών εθνικών συμφερόντων, όμως στην πράξη οδηγούσε την Ουγγαρία σε μια βαθιά διπλωματική απομόνωση από τους παραδοσιακούς ευρωπαίους εταίρους της.
Το φαινόμενο της πολιτικής του Βίκτορ Όρμπαν δεν αποτελεί, ωστόσο, μια μεμονωμένη περίπτωση, καθώς παρόμοιες στρατηγικές και αφηγήματα εντοπίζονται και στην ελληνική πολιτική σκηνή. Στην Ελλάδα, συγκεκριμένα κόμματα της αντιπολίτευσης, κυρίως από τον χώρο της λαϊκιστικής δεξιάς καθώς και κομμάτια της θεολογούσας δεξιάς -και κυρίως όσα αναπαράγουν το αφήγημα Πούτιν για τη έκπτωτη ηθική της Δύσης (όπως η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου και η Νίκη). Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το νεότευκτο κόμμα ΕΛΠΙΔΑ της Καρυστιανού το οποίο έχει προσελκύσει υπολείμματα του αντιμνημονιακού κινήματος και πρωτοκλασάτα στελέχη όπως ο Αυγερινός, με ξεκάθαρη φιλορωσική ατζέντα.
Αλλά και τμήματα της ριζοσπαστικής αριστεράς, εργαλειοποιούν μια έντονα αντιευρωπαϊκή και φιλορωσική ρητορική.
Τα κόμματα αυτά, εκμεταλλευόμενα τα συντηρητικά ανακλαστικά μέρους της κοινωνίας, την κοινή ορθόδοξη παράδοση και τη διαχρονική δυσπιστία απέναντι στη Δύση, προωθούν συστηματικά τις θέσεις του Κρεμλίνου, αμφισβητούν τις κυρώσεις της ΕΕ κατά της Μόσχας και αντιτίθενται στην ελληνική βοήθεια προς την Ουκρανία, παρουσιάζοντάς τη ως «εμπλοκή σε ξένους πολέμους». Το πολιτικό αυτό αφήγημα τροφοδοτείται και αναπαράγεται από ένα συγκεκριμένο δίκτυο Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και κυρίως περιθωριακών ή εξειδικευμένων ιστοσελίδων (blogs, ιστότοτπων), καθώς και εκπομπών της περιφερειακής τηλεόρασης.
Αυτά τα ΜΜΕ λειτουργούν ως αγωγοί ρωσικής προπαγάνδας στην Ελλάδα, αναμεταδίδοντας θεωρίες συνωμοσίας, κατασκευασμένες ειδήσεις (fake news) και αναλύσεις που παρουσιάζουν τη Ρωσία ως «αμυνόμενη» έναντι του ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση ως έναν θεσμό σε παρακμή που άγεται και φέρεται από αμερικανικά συμφέροντα.
Η στρατηγική τους εστιάζει στην καλλιέργεια του φόβου, της ανασφάλειας και της πόλωσης, στοχεύοντας άμεσα στην αποσταθεροποίηση της εγχώριας πολιτικής σκηνής και στη διάβρωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις ευρωατλαντικές συμμαχίες της χώρας.
Σε ευρύτερο πλαίσιο, οι πρακτικές αυτές στην Ελλάδα ευθυγραμμίζονται απόλυτα με το υβριδικό μοντέλο που εφάρμοζε ο Όρμπαν στην Ουγγαρία.
Στόχος δεν είναι απαραίτητα η άμεση ανατροπή της κυβέρνησης, αλλά η δημιουργία ενός διαρκούς κλίματος κοινωνικής αναταραχής, αμφισβήτησης και διχασμού.
Με την υπονόμευση της εθνικής γραμμής στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και την παρουσίαση της Ρωσίας ως ενός «εναλλακτικού, ισχυρού πόλου», οι δυνάμεις αυτές επιχειρούν να αποδυναμώσουν τη θέση της Ελλάδας εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας.
Έτσι, το αφήγημα της «προάσπισης των εθνικών συμφερόντων» μετατρέπεται, όπως και στην περίπτωση της Βουδαπέστης, σε ένα εργαλείο που εξυπηρετεί γεωπολιτικές επιδιώξεις ξένων κέντρων, με άμεσο αντίκτυπο στην πολιτική και κοινωνική σταθερότητα της χώρας.
Και το κερασάκι στην τούρτα έρχεται να φέρει το νέο κόμμα του Τσίπρα που αφετηριακά, υιοθετώντας το όνομα ΕΛΑΣ προσπαθεί να διεγείρει εμφυλιοπολεμικά και διχαστικά διλήμματα στο κοινωνικό σώμα.
Όλο αυτό το σκηνικό που συνθέτει τη σημερινή αντιπολίτευση στην Ελλάδα δημιουργείται όχι με στόχο την διακυβέρνηση της χώρας.
Η κύρια πολιτική ανάγκη της υπάρχουσας αντιπολίτευσης σε όλους της τις χρωματικές διαβαθμίσεις δεν είναι να συνθέσει ένα (ανύπαρκτο κατ’ άλλα) όραμα και διαφορετική πρόταση για την πορεία της χώρας στο νέο γεωπολιτικό τοπίο που διαμορφώνεται, αλλά να αποσταθεροποιήσει κάθε δυνατότητα κυβερνητικής πλειοψηφίας και σταθερότητας που τόσο πολύ ανάγκη έχει αυτή την ταραγμένη περίοδο η πατρίδα μας.
Παράλληλα αναδεικνύει, πως σύσσωμη η αντιπολίτευση, σήμερα, είναι ανεπαρκής να συνθέσει ένα εθνικό όραμα για την Ελλάδα.
Σε ένα σχήμα λόγου και ως παράφραση θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως τα κατεστημένα (ιδεολογικά, πολιτικά και κοινωνικά) αφηγήματα του παρελθόντος πλανιόνται ως φαντάσματα πάνω στην πατρίδα μας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους