Η Τελευταία Ερώτηση Πέθανε ένα παιδί σήμερα. Μην προσπεράσεις. Δεν είναι μια είδηση ακόμη. Οι ειδήσεις θάβονται το βράδυ. Αυτό το παιδί πεθαίνει χιλιάδες χρόνια τώρα. Αλλάζει όνομα. Αλλάζει πατρίδα...
Η Τελευταία Ερώτηση Πέθανε ένα παιδί σήμερα. Μην προσπεράσεις. Δεν είναι μια είδηση ακόμη.
Οι ειδήσεις θάβονται το βράδυ.
Αυτό το παιδί πεθαίνει χιλιάδες χρόνια τώρα.
Αλλάζει όνομα.
Αλλάζει πατρίδα.
Αλλάζει χρώμα δέρματος.
Μα τα μάτια του μένουν ίδια.
Τα ίδια μάτια που κοιτάζουν τον κόσμο σαν να περιμένουν μια εξήγηση.
Γεννήθηκε στη λάσπη.
Στη δίψα.
Στις βόμβες.
Στους σκουπιδότοπους.
Γεννήθηκε εκεί όπου η ζωή μαθαίνει από νωρίς πως δεν είναι όλα τα παιδιά ίσα.
Κάποτε είχε κι ένα παιχνίδι.
Ένα αυτοκινητάκι χωρίς ρόδες.
Μια πάνινη κούκλα χωρίς μάτια.
Έναν μικρό θησαυρό που κράταγε τα βράδια στην αγκαλιά του για να ξεχνά την πείνα.
Γιατί ακόμη και μέσα στην κόλαση, τα παιδιά βρίσκουν τρόπο να ονειρεύονται.
Κι όμως, έφερε μαζί του μία μόνο ερώτηση.
Όχι: «Γιατί εγώ;» Μια μεγαλύτερη.
Μια ερώτηση τόσο μεγάλη, που δεν χωράει σε καμία σημαία, σε καμία θρησκεία, σε καμία ιδεολογία.
Πώς γίνεται; Πώς γίνεται να μετράμε την ηλικία των γαλαξιών και να μην μετράμε τα παιδιά που χάνονται πριν προλάβουν να ζήσουν; Πώς γίνεται να φωτίζουμε ολόκληρες πόλεις τη νύχτα ενώ υπάρχουν μάτια που κλείνουν για πάντα από έλλειψη μιας μπουκιάς ψωμί; Πώς γίνεται να στέλνουμε μηχανές πέρα από τους πλανήτες και να μην μπορούμε να διασχίσουμε την απόσταση ανάμεσα στην αφθονία μας και στην πείνα τους; Πώς γίνεται να περισσεύουν τρόφιμα, να σαπίζουν αποθήκες, να πετιούνται γεύματα, κι ένα παιδί να πεθαίνει κρατώντας στο στόμα του τη λέξη «μαμά»; Το τελευταίο βράδυ ζήτησε νερό.
Ύστερα ζήτησε τη μητέρα του.
Κι ύστερα τίποτα.
Μόνο κράτησε το δάχτυλό της μέχρι που ο ύπνος άρχισε να μοιάζει περισσότερο με αναχώρηση.
Κι όταν ήρθε η ώρα, το παιδί δεν έκλαψε.
Δεν κατηγόρησε.
Δεν καταράστηκε.
Μόνο κοίταξε τον κόσμο.
Με εκείνο το βλέμμα που έχουν όσοι φεύγουν χωρίς να έχουν καταλάβει γιατί δεν τους αγάπησαν αρκετά.
Και τότε δεν έγινε άγγελος.
Δεν έγινε αστέρι. Έγινε Ερώτηση.
Μπήκε στα σπίτια μας.
Κάθισε στο τραπέζι μας.
Άγγιξε το χέρι που κρατά το ψωμί.
Στάθηκε δίπλα στο γεμάτο μας πιάτο.
Και ψιθύρισε: «Ποιο κομμάτι από την πείνα μου σου ανήκει;» Τότε κατάλαβα.
Το παιδί δεν πέθανε από την έλλειψη τροφής.
Πέθανε από την έλλειψη ανθρώπων.
Από τις χιλιάδες φορές που κοιτάξαμε αλλού.
Από τις χιλιάδες φορές που είπαμε: «Δεν είναι δική μου ευθύνη.» Από τις χιλιάδες φορές που αφήσαμε κάποιον άλλον να αγαπήσει στη θέση μας.
Και όταν γραφτεί η τελευταία σελίδα της Ιστορίας, δεν θα μας ρωτήσουν πόσα κτίρια υψώσαμε.
Πόσα χρήματα αποκτήσαμε.
Πόσες ανακαλύψεις κάναμε.
Θα μας ρωτήσουν μόνο αυτό: «Όταν ένα παιδί άπλωσε το χέρι του, πού ήταν η δική σου καρδιά;» Και φοβάμαι πως εκείνη τη στιγμή δεν θα μας συντρίψει η οργή του Θεού.
Ούτε η κρίση της Ιστορίας.
Θα μας συντρίψει εκείνο το μικρό χέρι που έμεινε ανοιχτό σαν να περίμενε μέχρι την τελευταία στιγμή κάποιον να το κρατήσει. ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους