[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η συζήτηση για την απουσία της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας από το Εθνικό Θέατρο που άνοιξε η επιστολή 52 (!) θεατρικών Ελλήνων συγγραφέων είναι απολύτως αναγκαία. Μόνο που, αν θέλουμε να...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η συζήτηση για την απουσία της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας από το Εθνικό Θέατρο που άνοιξε η επιστολή 52 (!) θεατρικών Ελλήνων συγγραφέων είναι απολύτως αναγκαία.

Μόνο που, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, το πρόβλημα δεν άρχισε με τη σημερινή διεύθυνση ούτε θα τελειώσει με την επόμενη.

Είναι πολύ βαθύτερο, πολύ παλαιότερο και πολύ πιο πολιτικό από όσο αφήνει να εννοηθεί η επιστολή.

Η εύκολη λύση είναι πάντοτε να προσωποποιούμε τις κρίσεις.

Να αναζητούμε έναν ένοχο.

Μια διοίκηση.

Έναν καλλιτεχνικό διευθυντή.

Την διεύθυνση ενός Υπουργείου.

Όμως η αλήθεια είναι ότι η συστηματική υποχώρηση της σύγχρονης ελληνικής θεατρικής γραφής αποτελεί διακομματική, διαχρονική και σχεδόν καθολική πολιτιστική επιλογή.

Δεν είναι ατύχημα.

Είναι αποτέλεσμα ενός μοντέλου πολιτισμού που οικοδομήθηκε σταδιακά επί δεκαετίες.

Από ένα σημείο και μετά, το ελληνικό θέατρο έπαψε να αντιμετωπίζει τον συγγραφέα ως τον πυρήνα της θεατρικής δημιουργίας και άρχισε να τον αντιμετωπίζει ως μία συμπληρωματική, σχεδόν διακοσμητική παρουσία μέσα στη διαδικασία παραγωγής.

Η δημόσια συζήτηση περιστράφηκε γύρω από σκηνοθεσίες, σκηνοθετικές αναγνώσεις, επιμελητικές προσεγγίσεις, δραματουργικές επεξεργασίες, διακαλλιτεχνικές πρακτικές και νέες περφόρμανς.

Όλα αυτά ασφαλώς έχουν τη σημασία τους.

Όμως μέσα σε αυτή τη μετατόπιση, το πρωτογενές θεατρικό κείμενο βρέθηκε σταδιακά στο περιθώριο.

Παράλληλα, δημιουργήθηκε ένα ολόκληρο οικοσύστημα χρηματοδοτήσεων που έμαθε να επιβραβεύει τη διαδικασία και όχι το αποτέλεσμα. Αναλόγια.

Αναπτυξιακά εργαστήρια.

Παρουσιάσεις έργων.

Δράσεις δικτύωσης. Forums. Αναγνώσεις.

Πιλοτικές εφαρμογές.

Ημι-σκηνικές δοκιμές.

Κύκλοι ανάπτυξης νέας γραφής.

Όλες αυτές οι δράσεις παρουσιάστηκαν ως στήριξη της δραματουργίας.

Και σε έναν βαθμό πράγματι ήταν. … Μόνο που πολύ συχνά η διαδρομή τελείωνε εκεί.

Το έργο παρουσιαζόταν μία φορά.

Διαβαζόταν μία φορά.

Φωτογραφιζόταν μία φορά.

Καταγραφόταν στον απολογισμό μιας επιχορήγησης. … Και ύστερα εξαφανιζόταν.

Η χώρα απέκτησε έναν τεράστιο μηχανισμό ανάπτυξης έργων χωρίς αντίστοιχο μηχανισμό παραγωγής έργων.

Αν κάποιος εξετάσει ψύχραιμα την τελευταία εικοσαετία, θα διαπιστώσει ότι αμέτρητα νέα ελληνικά θεατρικά έργα χρηματοδοτήθηκαν για να γραφτούν, να παρουσιαστούν ή να συζητηθούν, αλλά ελάχιστα απέκτησαν πραγματική σκηνική ζωή.

Ελάχιστα απέκτησαν δεύτερη παραγωγή.

Ελάχιστα ταξίδεψαν.

Ελάχιστα εκδόθηκαν.

Ελάχιστα εντάχθηκαν σε σταθερό ρεπερτόριο.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο ότι το Εθνικό Θέατρο δεν ανεβάζει αρκετά νέα ελληνικά έργα.

Το πρόβλημα είναι ότι ολόκληρο το πολιτιστικό σύστημα μοιάζει να έχει συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η νέα ελληνική δραματουργία δεν χρειάζεται να αποκτήσει κανονική παρουσία στη σκηνή.

Αρκεί να δηλώνεται ότι υποστηρίζεται.

Και εδώ αρχίζει το πραγματικά πολιτικό ερώτημα.

Πού κατευθύνονται τελικά οι δημόσιοι πόροι του πολιτισμού; Πόσα χρήματα επενδύονται κάθε χρόνο στη δημιουργία νέου ελληνικού θεατρικού ρεπερτορίου; Πόσα από αυτά φτάνουν πράγματι στον συγγραφέα; Πόσες παραγωγές επιχορηγούνται με σημαντικά ποσά χωρίς να περιλαμβάνουν ούτε ένα ευρώ για νέα θεατρική γραφή; Πόσες φορές ο συγγραφέας βρίσκεται στο τέλος της αλυσίδας χρηματοδότησης, ως ο τελευταίος κρίκος ενός συστήματος που αμείβει σχεδόν όλους τους υπόλοιπους; Γιατί αυτό είναι το πιο αμήχανο μυστικό του ελληνικού θεάτρου.

Οι περισσότεροι συγγραφείς που δεν διαθέτουν ήδη ισχυρό όνομα ή θεσμική θέση δεν αμείβονται ουσιαστικά για το έργο τους.

Συχνά παραχωρούν κείμενα με ελάχιστα δικαιώματα.

Συχνά συμμετέχουν σε αναγνώσεις χωρίς αμοιβή.

Συχνά βλέπουν το έργο τους να αντιμετωπίζεται ως μια ευγενική προσφορά προς την παραγωγή.

Σαν να τους γίνεται χάρη.

Σαν να οφείλουν ευγνωμοσύνη επειδή κάποιος ασχολήθηκε με το κείμενό τους.

Πόσοι δεν απειλήθηκαν όταν ζήτησαν δικαιώματα για επιτυχημένες σκηνικές μεταφορές των έργων του; Δύσκολα θα βρεθεί άλλος χώρος καλλιτεχνικής δημιουργίας όπου το πρωτογενές υλικό αντιμετωπίζεται με τόσο αντιφατικό τρόπο.

Κανείς δεν θα ζητούσε από έναν σκηνογράφο να εργαστεί δωρεάν.

Κανείς δεν θα ζητούσε από έναν φωτιστή να αμειφθεί με «ορατότητα». Κανείς δεν θα ζητούσε από έναν τεχνικό να εργαστεί μόνο για τη χαρά της συμμετοχής.

Ο συγγραφέας όμως εξακολουθεί να θεωρείται, σε πολλές περιπτώσεις, ο άνθρωπος που πρέπει να αισθάνεται ευτυχής απλώς και μόνο επειδή ακούστηκε το όνομά του στο πρόγραμμα.

Και κάτι ακόμη.

Η επιστολή των 52 (!) σωστά αναφέρεται στο καταστατικό καθήκον του Εθνικού Θεάτρου να στηρίζει τη νεοελληνική δραματουργία.

Όμως η ίδια συζήτηση θα έπρεπε να ανοίξει και για το σύνολο των δημόσιων πολιτιστικών θεσμών.

Για τα ΔΗΠΕΘΕ.

Για τα κρατικά φεστιβάλ.

Για τους οργανισμούς που επιχορηγούνται από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Για τα κριτήρια των χρηματοδοτήσεων.

Για τις επιτροπές αξιολόγησης.

Για την πραγματική αναλογία ανάμεσα στις επιχορηγήσεις που κατευθύνονται προς νέες ελληνικές γραφές και σε εκείνες που κατευθύνονται σε επαναλήψεις, μεταφορές, διασκευές και εισαγόμενα σχήματα.

Γιατί η κρίση της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας δεν είναι κρίση ταλέντου.

Ούτε κρίση παραγωγής κειμένων.

Κείμενα γράφονται περισσότερα από ποτέ.

Νέοι συγγραφείς εμφανίζονται συνεχώς.

Πανεπιστήμια, εργαστήρια, δραματικές σχολές και ανεξάρτητα σχήματα παράγουν διαρκώς νέο υλικό.

Η κρίση είναι κρίση εμπιστοσύνης.

Ένα ολόκληρο πολιτιστικό σύστημα μοιάζει να μην εμπιστεύεται αρκετά τη δική του εποχή.

Να μην πιστεύει πραγματικά ότι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία μπορεί να παράγει έργα ικανά να σταθούν ισότιμα δίπλα στα μεγάλα κείμενα του παρελθόντος.

Κάθε εποχή που παύει να επενδύει στους συγγραφείς της αρχίζει σταδιακά να χάνει και την ικανότητα να αφηγείται τον εαυτό της.

Αρχίζει να κατοικεί μέσα σε ξένες αφηγήσεις, σε παλαιότερες αφηγήσεις, σε ασφαλείς αφηγήσεις.

Και τότε το θέατρο παύει να λειτουργεί ως τόπος παραγωγής του παρόντος και μετατρέπεται σε μουσείο διαχείρισης του παρελθόντος.

Το ερώτημα λοιπόν δεν αφορά μόνο το Εθνικό Θέατρο.

Αφορά το αν η χώρα αυτή εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορεί να γράψει τη δική της ιστορία ή αν αρκείται πλέον να αναπαριστά τις ιστορίες που έχουν ήδη γραφτεί.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences