Για πείτε μας λίγο, επειδή το έχουμε απορία. Αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα στη γειτονιά, ποιον θα καλέσετε για βοήθεια; Μια μέρα σαν κι αυτή, στις 8 Ιούνη του 1984, το Ghostbusters του Άιβαν Ράιτμαν...
Για πείτε μας λίγο, επειδή το έχουμε απορία. Αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα στη γειτονιά, ποιον θα καλέσετε για βοήθεια; Μια μέρα σαν κι αυτή, στις 8 Ιούνη του 1984, το Ghostbusters του Άιβαν Ράιτμαν προσγειώνεται στις αμερικάνικες αίθουσες, σπάει τα ταμεία, εισπράττει λατρεία από το κοινό και καθιερώνεται αστραπιαία ως σημείο αναφοράς για ολόκληρη την ποπ κουλτούρα των 80s.
Παρεμπιπτόντως, και προτού αναφέρουμε οτιδήποτε άλλο, αξίζει σίγουρα μια σύντομη μνεία στον σκηνοθέτη της ταινίας, έναν αληθινά ακούραστο εργάτη της παλιάς, καλής, ανόθευτης κωμωδίας. Ο Άιβαν Ράιτμαν, με μητέρα επιζήσασα του Άουσβιτς και πατέρα ενεργό μέλος στην τσεχοσλοβακική Αντίσταση, κατέφθασε ως πρόσφυγας στον Καναδά σε ηλικία 4 ετών.
Έχοντας αρχικά διαγράψει επιτυχημένη πορεία στην τηλεόραση και στα θεατρικά μιούζικαλ, οι πρώτες του δουλειές στον κινηματογράφο ήρθαν με την ιδιότητα του παραγωγού στις ταινίες Shivers (1975) και Rabid (1977) του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ – ένα ξεκίνημα μάλλον αταίριαστο για έναν άνθρωπο του σινεμά μετέπειτα ταγμένο στην κωμωδία. Ο Ράιτμαν δεν άργησε πάντως να ανακαλύψει την αληθινή του κλίση, καθώς το 1978 εργάστηκε ως παραγωγός στην τεράστια επιτυχία National Lampoon's Animal House του Τζον Λάντις.
Έναν χρόνο αργότερα περνά για πρώτη φορά πίσω από την κάμερα σκηνοθετώντας την κωμωδία Meatballs (1979), η οποία διαγράφει μεγάλο σουξέ και μετατρέπει τον Μπιλ Μάρεϊ σε σταρ εν μία νυκτί.
Επιστρέφοντας στο θρυλικό Ghostbusters, η ταινία προέκυψε χάρη στην ιδεοληπτική εμμονή του Νταν Ακρόιντ (πόσο απότομα χάθηκε αυτή η ψυχή από το προσκήνιο) με την παραψυχολογία και τα μεταφυσικά φαινόμενα.
Όπως φαίνεται, σόι πήγαινε το βασίλειο στην περίπτωση του Ακρόιντ, καθώς η μαμά του ισχυριζόταν επίμονα πως είχε δει φαντάσματα, ο παππούς του προσπαθούσε για χρόνια να επικοινωνήσει με τους νεκρούς μέσω ραδιοφωνικών συχνοτήτων, ενώ ο προπάππους του ήταν ξακουστός πνευματιστής στην εποχή του. Ο Ακρόιντ, λοιπόν, ορμώμενος από προσωπική φλόγα αλλά και διαβλέποντας μια εξαιρετική εμπορική προοπτική στην αναβίωση των paranormal comedies, γράφει μανιωδώς ένα σενάριο, έχοντας ως πρωταγωνιστικό δίδυμο στο μυαλό του τον ίδιο και τον Τζον Μπελούσι, σαν μια άτυπη επιστροφή των Blues Brothers ως κυνηγών φαντασμάτων. Τον Μάρτιο του 1982 ο Μπελούσι αποχαιρετά τον μάταιο τούτο κόσμο, ο Ακρόιντ βάζει για λίγο το πλάνο στην άκρη αποκαμωμένος από τον θάνατο του κολλητού του, αλλά η ιδέα έχει πλέον μπει στις ράγες. Ο Ράιτμαν θεωρείται ο man for the job λόγω των πρόσφατων επιτυχιών του στο είδος της κωμωδίας, ο υπέροχος –και τόσο πρόωρα εκλιπών– Χάρολντ Ράμις (που ήταν σεναριογράφος και στο Meatballs) τσοντάρει στο σενάριο και δέχεται να συμμετάσχει και ως ηθοποιός, ο Μάρεϊ συμφωνεί προφορικά για τον βασικό ρόλο, αλλά χωρίς καμία έγγραφη νομική δέσμευση, με αποτέλεσμα να μην ξέρει κανείς αν θα εμφανιστεί στην έναρξη των γυρισμάτων, o Έρνι Χάντσον έρχεται να κλείσει τη βασική τετράδα, στην πορεία καταφθάνουν στους συμπληρωματικούς –αλλά τόσο πολύτιμους– ρόλους η Σιγκούρνι Γουίβερ, που είναι ήδη καυτό όνομα μετά το Alien και το The Year of Living Dangerously, και ο Ρικ Μοράνις – ο τυπάκος με τα γυαλιά, που συρρίκνωσε τα παιδιά του (αλλά και τα παιδιά του γείτονα) τρία χρόνια αργότερα.
Με άλλα λόγια, έχουμε ένα καστ σκέτη μούρλια.
Πέρα όμως από το λαμπερό καστ, το Ghostbusters υπήρξε και η πρώτη κωμωδία στην ιστορία του σινεμά με τόσο ακριβά ειδικά εφέ, με συνέπεια το συνολικό μπάτζετ της ταινίας (σε συνδυασμό με τις υψηλές αμοιβές των συντελεστών) να εκτοξευθεί στα 30 εκατομμύρια δολάρια. Η Columbia, που ανέλαβε την παραγωγή της ταινίας, είχε ήδη αρχίσει τις γκρίνιες στον Ακρόιντ για τον μπελά στον οποίο έμπλεξε την εταιρεία.
Υποψιαζόμαστε πως άλλαξαν γρήγορα γνώμη δεδομένου ότι η αρχική διανομή απέφερε 282 εκατομμύρια δολάρια, κατατάσσοντάς το Ghostbusters στη δεύτερη θέση του αμερικανικού box-office της χρονιάς, πίσω μονάχα από το Beverly Hills Cop.
Τα γυρίσματα της ταινίας υπήρξαν αγχώδη και περιπετειώδη, μιας και το χρονοδιάγραμμα ήταν εξαιρετικά στενό.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα δεν είχαν καν εξασφαλιστεί οι απαιτούμενες άδειες, με αποτέλεσμα σε μία από τις πολύ γνωστές σκηνές της ταινίας, στο Rockefeller Center, αληθινοί φύλακες να παίρνουν στο κατόπι τους πρωταγωνιστές της ταινίας.
Επιπλέον, το γύρισμα της σκηνής στο διάσημο κτίριο 55 Central Park West προκάλεσε βασανιστικό μποτιλιάρισμα στους δρόμους της Νέας Υόρκης, οδηγώντας μέχρι και σε συλλήψεις απηυδισμένων οδηγών που άρχισαν να ξεσπούν δεξιά και αριστερά.
Παρεμπιπτόντως, όταν ο παραγωγός της ταινίας Τζο Μέντζακ ρωτήθηκε από εξαγριωμένους περαστικούς ποια ταινία έχει προκαλέσει όλο αυτό το χάος, απάντησε πως για όλα ευθύνονται ο Φράνσις Φορντ Κόπολα και οι παραγωγοί της ταινίας The Cotton Club.
Η ταινία βγήκε με τα πολλά στις αίθουσες στις 8 Ιουνίου 1984, την ίδια ακριβώς ημέρα –σε ένα καταπληκτικό trivia– με τα Gremlins του Τζο Ντάντε (σε μια μάλλον περίεργη επιλογή όσον αφορά τα Gremlins, μια και πρόκειται για μια ξεκάθαρη χριστουγεννιάτικη ταινία). Το Ghostbusters έκανε μονομιάς κακό χαμό, δημιουργώντας ένα πολυσύνθετο franchise που μεσουράνησε στα 80s, περιλαμβάνοντας το σίκουελ του 1989, άπειρα βιντεοπαιχνίδια και επιτραπέζια παιχνίδια, δύο τηλεοπτικές σειρές (The Real Ghostbusters και Extreme Ghostbusters ), αμέτρητα κόμικ και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα brand logos όλων των εποχών.
Από την αναδρομή μας δεν θα μπορούσε βέβαια να λείπει και το αξέχαστο theme song της ταινίας από τον Ρέι Πάρκερ Τζούνιορ, το οποίο έγινε σούπερ χιτ και βρέθηκε προτεινόμενο για Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού, με το αγαλματίδιο να καταλήγει τελικά στο I Just Called to Say I Love του Στίβι Γουόντερ, που είχε γραφτεί για το The Woman in Red («Η γυναικάρα με τα κόκκινα», η αλησμόνητη ελληνική απόδοση του τίτλου) του Τζιν Γουάιλντερ – θεέ μου, πόση 80s ρετρίλα σε ένα και μόνο ποστ.
Φυσικά, στο πνεύμα μιας ανέμπνευστης σεναριακά εποχής για το Χόλιγουντ, αλλά και στο πλαίσιο της γνωστής ακατάσχετης νοσταλγολογίας (που δεν είναι επ' ουδενί αυθεντική νοσταλγία), τα τελευταία χρόνια προστέθηκαν τρεις ακόμη ταινίες στο franchise (Ghostbusters , Ghostbusters: Afterlife και Ghostbusters: Frozen Empire ), τις οποίες δεν θα μπούμε στον κόπο να αναλύσουμε περισσότερο.
Στην υπέροχη αυτή φώτο, σε ένα διάλειμμα από τα γυρίσματα, βλέπουμε (από αριστερά προς τα δεξιά) να ποζάρουν στον φακό οι Χάρολντ Ράμις, Έρνι Χάντσον, Μπιλ Μάρεϊ και Νταν Ακρόιντ, σε ένα ενσταντανέ που σε κάνει να νιώθεις ότι ήσουν κι εσύ εκεί, σε παρόντα χρόνο, ενόσω συνέβαινε κάτι απροσδιόριστα όμορφο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους