Εκείνο το βράδυ, λίγο πριν βγει στη σκηνή, η Γεωργία Βασιλειάδου ένιωσε άσχημα. Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου της έφερε ένα χάπι από την τσάντα της. Η Γεωργία συνήλθε. Η Δέσποινα σωριάστηκε στο πάτωμα...
Εκείνο το βράδυ, λίγο πριν βγει στη σκηνή, η Γεωργία Βασιλειάδου ένιωσε άσχημα. Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου της έφερε ένα χάπι από την τσάντα της. Η Γεωργία συνήλθε. Η Δέσποινα σωριάστηκε στο πάτωμα – και ένας γιατρός φώναξε: «Η γυναίκα πεθαίνει!» Στα παρασκήνια ενός θεάτρου, λίγο πριν βγουν για το νούμερό τους, η Δέσποινα Στυλιανοπούλου και η Γεωργία Βασιλειάδου ετοιμάζονταν.
Η βραδιά ήταν σημαντική.
Ο κόσμος γέμιζε τις θέσεις. Η Γεωργία, όμως, δεν αισθανόταν καλά.
Τα χέρια της έτρεμαν, το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο.
Η πίεσή της είχε ανεβεί. «Δεν αισθάνομαι καλά», είπε στη Δέσποινα. «Τρέξε στην τσάντα και φέρε μου ένα χαπάκι.» Η Δέσποινα έτρεξε.
Άνοιξε την τσάντα, βρήκε το χάπι, της το έδωσε. Η Γεωργία το πήρε, ηρέμησε, βγήκε στη σκηνή. Τραγούδησε.
Το νούμερό της πήγε καλά.
Τώρα ήταν η σειρά της Δέσποινας.
Πήρε μια βαθιά ανάσα, ετοιμάστηκε.
Αλλά το άγχος, η αγωνία για τη φίλη της, η αλλαγή στη σειρά των νούμερων – όλα μαζί την έριξαν.
Σωριάστηκε στο πάτωμα.
Δεν μπορούσε να σηκωθεί.
Το πρόσωπό της ήταν κάτασπρο. «Αχ, τα ίδια τα δικά μου!» πετάχτηκε η Γεωργία μόλις την είδε. «Φέρτε της το χαπάκι μου! Γρήγορα!» Κάποιος έτρεξε, έφερε το ίδιο χάπι, το έδωσε στη Δέσποινα.
Εκείνη το πήρε.
Αλλά αντί να συνέλθει, η κατάστασή της χειροτέρεψε.
Η πίεσή της έπεσε κατακόρυφα.
Ο σφυγμός της άρχισε να χάνεται.
Τα μάτια της μισόκλεισαν.
Στο θέατρο βρισκόταν ένας γιατρός.
Κάποιος τον φώναξε.
Εκείνος έτρεξε, γονάτισε δίπλα της, της έπιασε τον καρπό.
Η έκφρασή του άλλαξε αμέσως. «Η γυναίκα πεθαίνει!» είπε. Η Γεωργία τρελάθηκε. «Γιατί πεθαίνει, γιατρέ μου; Αφού της έδωσα το χαπάκι μου! Το ίδιο που παίρνω εγώ όταν μου ανεβαίνει η πίεση!» «Μου το φέρνετε να το δω;» φώναξε ο γιατρός.
Κάποιος έφερε το χάπι.
Ο γιατρός το πήρε, το διάβασε, και κατάλαβε τα πάντα. Η Γεωργία είχε υπέρταση. Η Δέσποινα είχε υπόταση.
Το ίδιο αντιυπερτασικό χάπι που έσωσε τη μία, σχεδόν σκότωσε την άλλη.
Το φάρμακο για τη μία ήταν δηλητήριο για τη δεύτερη.
Ο γιατρός έδωσε οδηγίες.
Κάποιος έφερε νερό.
Κάποιος έτρεξε για αλάτι. Η Δέσποινα, μισολιπόθυμη, ακούμπησε στον τοίχο. Η Γεωργία δεν την άφησε από τα μάτια της.
Κρατούσε το χέρι της, της μιλούσε, της έλεγε «μην το βάζεις κάτω, κορίτσι μου, εδώ είμαι». Ο γιατρός την παρακολουθούσε. Περίμενε.
Σιγά σιγά, ο σφυγμός της Δέσποινας άρχισε να επανέρχεται.
Το χρώμα στο πρόσωπό της ξαναήρθε.
Η κρίση είχε περάσει. Η Δέσποινα έμεινε ξαπλωμένη για λίγη ώρα, κοιτάζοντας το ταβάνι.
Οι συνάδελφοί της στάθηκαν γύρω της, σιωπηλοί.
Μέχρι που η ίδια η Δέσποινα, με φωνή ακόμα αδύναμη, είπε εκείνη τη φράση που έμεινε στην ιστορία.
Μια ατάκα που έκανε όλους να ξεσπάσουν σε γέλια, ακόμα και μέσα στον τρόμο που είχαν μόλις ζήσει. 👇 Η συνέχεια – τι είπε η Δέσποινα Στυλιανοπούλου μόλις συνήλθε, και γιατί εκείνη η ατάκα έγινε το πιο διάσημο νούμερο της ζωής της – βρίσκεται στον σύνδεσμο στα σχόλια.
Πατήστε εκεί.
Αν αυτή η ιστορία σας συγκίνησε, κάντε LIKE και SHARE για να τη δουν όσοι πιστεύουν ότι η ζωή γράφει τα πιο απίθανα σενάρια – και το χιούμορ είναι η καλύτερη άμυνα. 🎭💊🙏
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους