Τακτοποιώντας ράφια και ντουλάπια, να που αναδύθηκε ένα διήγημά μου απ' όταν ήμουν μαθήτρια, στα δεκαοχτώ. Τίτλος "Σοφοκλή Αντιγόνη", με φόντο ένα σχολείο εξόχως καταπιεστικό, έναν κόσμο ζοφερό. Με...
Τακτοποιώντας ράφια και ντουλάπια, να που αναδύθηκε ένα διήγημά μου απ' όταν ήμουν μαθήτρια, στα δεκαοχτώ.
Τίτλος "Σοφοκλή Αντιγόνη", με φόντο ένα σχολείο εξόχως καταπιεστικό, έναν κόσμο ζοφερό.
Με όλη τη φλόγα των δεκαοχτώ χρόνων μου.
Δεν άλλαξα λέξη, μόνο διόρθωσα τη στίξη και κάποια ορθογραφικά.
Ενδιαφέρον να συναντιέσαι με έναν παλιότερο εαυτό σου, με τον οποίο εξακολουθείς να ταυτίζεσαι.
Π ρ ω ί Δ ε υ τ έ ρ α ς: Σ ο φ ο κ λ ή Α ν τ ι γ ό ν η Οι νύχτες είναι μεγάλες κι υγρές.
Εγώ προσπαθώ να αναπνεύσω μέσα από τα βιβλία μου.
Τα πρωινά πνιγηρά μέσα σε τούτη την αίθουσα… Τα αθλητικά μου παπούτσια τρύπησαν στο πλάι, οι κάλτσες μου όλο πέφτουν.
Ξεφτίζουν τα όνειρα, όμοια με το κέντημα της γιαγιάς στο καδράκι, στον ίδιο τοίχο χρόνια τώρα.
Δυο χτενάκια στέκουν αστεία στα μαλλιά μου.
Ζωγραφίζω κυκλάμινα στον τοίχο.
Ζωγραφίζω ανθρωπάκια με τα χέρια τεντωμένα.
Ο ιδρώτας κυλά στο κορμί μου.
Παγωμένος ιδρώτας και κρυώνω, πόσο κρυώνω.
Στην πρωινή συγκέντρωση: «Την προσευχή, ποιος θα πει την προσευχή; Είμαστε χριστιανοί, δεν είμαστε Τούρκοι». Όχι Τούρκοι, όχι Τούρκοι… Προαιώνια μίση και πατρίδες και σύνορα, και συμφωνίες και σύμφωνα, κι ο Βενιζέλος κι ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος κι ο Μεταξάς, και το εγκόλπιο του πατριάρχη και η «γλαυκώπις Αθήνη». Πονώ.
Πονώ που δεν είμαι Τουρκάλα, που δεν είμαι Ινδή, που δεν είναι βουδίστρια, Κινέζα, πανθεΐστρια, Χιλιανή, Νικαραγουανή.
Στην τσάντα μου τα ποιήματα του Χικμέτ κι αποκόμματα από εφημερίδες.
Οι στίχοι στο τετράδιο.
Έχω να προσευχηθώ από εννιά χρονών.
Μεγάλωσα γρήγορα εγώ, μπορώ να καμαρώνω.
Οι μέρες κυλούν ίδιες.
Μεθαύριο θα γνωρίσουμε κάποιες επετείους.
Μεθαύριο κάποιοι θα φύγουν, κάποιοι θα ‘ρθουν.
Δυο βήματα πιο πέρα θα γίνουν κάποιες απεργίες, κάποιες συλλήψεις.
Θα διαβάσουμε εφημερίδα, θα ρίξουμε μια ματιά στους τιμοκαταλόγους βιβλίων, θα πιούμε καφέ και θα φάμε τυρόπιτα.
Θα ειρωνευτούμε την καταναλωτική κοινωνία μας.
Κι ούτε πρέπει να ανησυχούμε πιότερο.
Κάθε παρά πέρα συγκίνησή μας θα την απορροφήσουν τα προϊόντα της Softex που μας ανήκουν.
Το βράδυ θα ‘ρθουν οι αϋπνίες.
Θα τις καλησπερίσουμε, τις έχουμε πια συνηθίσει.
Είναι το έτερό μας ήμισυ, έτσι κι αλλιώς είμαστε μισοί.
Θα δαγκώσουμε το μαξιλάρι, αλλά θα σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και δεν θα κλάψουμε.
Στο κάτω κάτω της γραφής το πρωί θα γράψουμε διαγώνισμα και δεν είναι ώρα για πανικούς.
Είμαστε δυνατοί! Η διπλανή μου κλαίει. «Μην κλαις, σε παρακαλώ». Ω, α γ α π η μ έ ν η α υ τ α δ ε λ φ ή μ ο υ Ι σ μ ή ν η… Σώπα, αδελφή μου, αν ήξερες καλά Ιστορί α δεν θα έκλαιγες.
Όμως εμείς γευόμαστε μόνο τη σκόνη της και μετά φταρνιζόμαστε… Αδελφή μου, πόσο μόνοι μένουμε.
Κλείνω τ’ αυτιά μου.
Το τραγούδι κάθεται στο στήθος μου.
Δεν θέλω ν’ ακούω τίποτα, τίποτα.
Θυμάσαι τον ήλιο και τις σταφυλόρωγες, θυμάσαι τα πληγιασμένα γόνατά σου; Και τώρα πες μου, τι άλλο σου μένει πέρα από δυο ξεφτίδια αγάπης για φυλαχτό; Τραγούδα, αδελφή μου.
Μην κλαις και ξεβάφουν οι στίχοι μας και μπερδεύονται τα χρώματά μας.
Μάθαμε να ζωγραφίζουμε κάθε κενό.
Δάγκωσε και τώρα κάτι, δάγκωσε βαθιά το χέρι σου με τα δαχτυλιδάκια, κι ας χτυπούν οι φλεβίτσες στο μέτωπό σου. …ή μ ή π ω ς σ ο υ ξ ε φ ε ύ γ ε ι π ω ς κ α κ ό ε τ ο ι μ ά ζ ο υ ν γ ι α τ ο υ ς α γ α π η μ έ ν ο υ ς μ α ς ο ι ε χ θ ρ ο ί μ α ς; Ο Χριστός τιμονιέρης στην εικόνα. Ο Χριστός που κυβερνά τη ζωή μας! Και δεν έχει είδηση πάρει πως το πλοίο του είναι ναυάγιο καιρούς τώρα.
Και «δυο φτερά για τα ψηλά» που μας εξασφαλίζει κάποιο εγκεκριμένο από το υπουργείο περιοδικό.
Τα κάγκελα στα παράθυρα κόβουν στα δυο τα σύννεφα.
Μας κόβουν κομμάτια τα κάγκελα.
Βλέπω το πτώμα του «πνευματικού μας πατέρα» στο νεκροτομείο. Γυμνό.
Απ’ την ανοιχτή κοιλιά του βγαίνουν σκουλήκια.
Και με τη σειρά τους μεταμορφώνονται σε «πνευματικούς πατέρες» που με σφίγγουν, με πνίγουν.
Γ ε ν ν ή θ η κ α α δ ύ ν α μ η ν α ‘ρ θ ω ε ν ά ν τ ι α σ τ η β ί α τ η ς π ο λ ι τ ε ί α ς. «Η μαθητική ιδιότης προϋποθέτει πλήρη υποταγή εις τα τοπικά ήθη». Το μανίκι μου είναι λίγο σκισμένο.
Τα γυαλιά μου θολώνουν.
Ζωγραφίζω κύκλους τον ένα μέσα στον άλλο.
Αγαπώ τα περιστέρια.
Τα περιστέρια φτερουγίζουν μέσα στον κύκλο.
Παίζω με ένα πακέτο χαρτομάντιλα και ένα κουτάκι τσίχλες. «Βασικά έχεις κακό χαρακτήρα.
Είσαι ανώριμη, ανυπάκουη.
Δεν σκέφτεσαι λογικά.
Βασικά δεν έχεις τίποτα ξεχωριστό κι ούτε θ’ αλλάξεις εσύ τον κόσμο.
Θα είχε αλλάξει προ πολλού χωρίς εσένα». …Να υπαγορεύεις χτυπώντας τα χέρια κι η βροχή να γράφει στο χώμα: αγάπη, αγάπη, αγάπη.
Ν’ αγγίζει την κιθάρα και να πονούν τα δάχτυλα, να πονά η φωνή σου.
Το τραγούδι να δραπετεύει από τα κλειστά παράθυρα.
Να κυλά ορμητικά το τραγούδι.
Το βράδυ να σε σκεπάζουν τ’ αστέρια… «Πέρασ’ τα στο μπλοκ των ονείρων και βρες τώρα τον αόριστο του μιαίνω…» Του μιαίνω! Το μίασμα κυκλοφορεί κάθε μέρα ανάμεσά μας με μακριά φούστα και κάλτσα με ραφή ή γκρίζο καπέλο και γραβάτα.
Το μίασμα μας νουθετεί, μας κυβερνά, κανονίζει τι θα φάμε, τι θα φορέσουμε, τι θα πιστέψουμε.
Το μίασμα μονάχα όνομα αλλάζει μέσα στους αιώνες.
Η ουσία του μένει αναλλοίωτη. …α λ λ ά δ ε ν π ρ έ π ε ι τ ο ύ τ ο ν α ξ ε χ ν ά ς, ό τ ι γ ε ν ν η θ ή κ α μ ε γ υ ν α ί κ ε ς, ώ σ τ ε ν α μ η ν μ π ο ρ ο ύ μ ε ν α π ο λ ε μ ή σ ο υ μ ε ε ν ά ν τ ι α σ ε ά ν δ ρ ε ς… Έκοψαν το δέντρο μου.
Ήταν ψηλό και λυγερό, με φύλλα ασημιά.
Ήταν δικό μου, φυτεμένο τη μέρα που γεννήθηκα, ήταν δεκαοχτώ χρονών, μέχρι χθες, μέχρι σήμερα, μέχρι τώρα.
Το έκοψαν.
Και βέβαια δεν το πληροφορήθηκε ο πρόεδρος της Αμερικής όταν έπινε το καθαρτικό του, ούτε η πρωθυπουργός της Αγγλίας όταν άλλαζε εσώρουχα.
Οι ρίζες του δέντρου μου τύλιγαν δυο σβόλους χώμα, που τώρα μένουν ορφανοί.
Ε γ ώ δ ε ν γ ε ν ν ή θ η κ α ν α μ ο ι ρ ά ζ ο μ α ι μ ί σ ο ς, α λ λ ά α γ ά π η. ΣΥΜΠΛΟΚΕΣ ΜΕ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ‒ ΑΝΑΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΗΝ ΑΚΓΥΡΑ ‒ ΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ ‒ ΑΠΕΡΓΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ‒ Η ΜΟΔΑ ΤΩΝ ΠΑΝΚ ‒ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ‒ ΤΑ ΝΕΑ ΕΙΔΩΛΑ ΤΗΣ ΝΤΙΣΚΟ.
Τα τζάμια που τρίζουν στον αέρα μού μιλούν.
Το κουρελιασμένο κομμάτι μου μιλά.
Ο άνεμος μου μιλάει.
Όλα, όλα μου ψιθυρίζουν… «Εγώ θα μεταφράσω… Είμαι η Αντιγόνη, κόρη του Οιδίποδα και της Ιοκάστης.
Αδελφή του Πολυνείκη, του Ετεοκλή και της Ισμήνης.
Ο πατέρας μου τυφλώθηκε δουλεύοντας, η μητέρα μου καθάριζε σκάλες, μια μέρα βούτηξε απ’ αυτές, οι αδελφοί μου έφυγαν μετανάστες μακριά.
Η αδελφή μου κερδίζει αρκετά για ταινίες πορνό.
Είμαι η Αντιγόνη, κρατάω από τη γενιά του Λάιου, απ’ τη γενιά του Μενοικέα.
Έχω γεννηθεί πριν από αιώνες και είμαι δεκαοχτώ χρονών.
Πληγώθηκα στην Ινσταμπούλ, απέργησα στην Αθήνα, στη Νέα Υόρκη βυθίστηκα στα ναρκωτικά, επικηρύχτηκα στην Ιταλία.
Είναι γεμάτος ο κόσμος Κρέοντες και άταφα κορμιά δικών μου.
Θέλω να θάψω τους δικούς μου, τουφεκισμένους, φαρμακωμένους, μαχαιρωμένους, τεμαχισμένους, θανατωμένους από ραδιενέργεια.
Θέλω να θάψω τ’ αδέλφια μου.
Να θάψω έναν κόσμο νεκρό.
Κάνω χοές με το ‘να χέρι μου, σφίγγω κοντάρι στ’ άλλο μου να χτίσω νέο κόσμο. Είμαι η Αντιγόνη και είμαι δεκαοχτώ χρονών».
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους