«Ελίσα, γιατί κάθεσαι έτσι; Ήρθε η ώρα! Όλοι είναι έτοιμοι», άκουσα τη φωνή της μάνας του Στέφανου να αντηχεί σαν διαταγή στη μικρή κρεβατοκάμαρα που είχαμε νοικιάσει για την προετοιμασία της νύφης...
«Ελίσα, γιατί κάθεσαι έτσι; Ήρθε η ώρα! Όλοι είναι έτοιμοι», άκουσα τη φωνή της μάνας του Στέφανου να αντηχεί σαν διαταγή στη μικρή κρεβατοκάμαρα που είχαμε νοικιάσει για την προετοιμασία της νύφης.
Η καρδιά μου χτυπούσε σαν να προσπαθούσε να με γλιτώσει, να σπάσει τα πλευρά μου και να φύγει μακριά.
Γύρισα και την κοίταξα στα μάτια.
Η κυρία Παναγιώτα με κοιτούσε με εκείνο το ανακριτικό της βλέμμα, αυτό που πάγωνε τα πάντα γύρω της.
Μόνο που τώρα, πάγωνε κι εμένα ολόκληρη. «Ναι, κυρία Παναγιώτα.
Έρχομαι…» ψέλλισα και προσπάθησα να πάρω μια βαθιά ανάσα.
Από πίσω ακουγόταν το γέλιο των φίλων μου, οι φωνές της ξαδέρφης μου που ερχόταν από τη Λαμία για να βιώσει τον “τέλειο ελληνικό γάμο”, ο θείος μου που φώναζε να μην ξεχάσουν τα κουφέτα.
Μα εγώ ένιωθα σαν θεατής σε μια παράσταση όπου ο πρωταγωνιστής είναι κάποιος άλλος – κάποια άλλη. Ο Στέφανος… καλός, ήρεμος, τρυφερός μαζί μου, αλλά πάντα, πάντα με τη σκιά της μητέρας του, πάντα με το πάτημα των παραδόσεων βαριά στις πράξεις του.
Τα δύο τελευταία χρόνια ήμουν σε έναν διαρκή συμβιβασμό. «Μη φοράς τόσο κοντά φουστάνια, Ελίσα.
Έτσι λέει το σόι μας.», «Πρέπει να μάθεις να φτιάχνεις στιφάδο όπως το θέλει ο άντρας.», «Τα παιδιά θα βαφτιστούν στην εκκλησία του παππού, δε σηκώνει κουβέντα!». Ένιωθα ολοένα πιο μικρή, πιο αόρατη.
Ακόμα και στη δουλειά, έπρεπε να προσαρμοστώ. «Γιατί δουλεύεις, αφού σε λίγο θα είσαι γυναίκα του Στέφανου; Θα τα φέρουμε βόλτα και χωρίς τον δικό σου μισθό!» έλεγαν η Παναγιώτα και ο Περικλής, ο πατέρας του.
Κι ο δικός μου πατέρας, ο κύριος Χάρης, έκλεινε τα αυτιά του. «Έτσι φτιάχνονται οι μεγάλες οικογένειες, κορίτσι μου.
Με αγάπη και υπομονή.
Όλα τα άλλα είναι περαστικά.» Αλλά η υπομονή μου τελείωνε.
Ειδικά εκείνο το πρωινό, με το νυφικό που δεν είχα διαλέξει εγώ (η πεθερά έφερε τη μοδίστρα στο σπίτι και δεν τις χάλασα το χατίρι), με τα παπούτσια που με πίεζαν… Έβλεπα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη και διέκρινα ένα φόβο, μια απελπισμένη ελπίδα να συμβεί κάτι, οτιδήποτε, για να μην προχωρήσω.
Μα πώς να μιλήσω; Μήπως αντέχει η κοινωνία του Αγίου Στεφάνου ένα τέτοιο σκάνδαλο; Κι ύστερα μπήκε η μητέρα μου.
Με χάιδεψε στα μαλλιά, μα κι αυτή δεν τόλμησε να πει αυτά που έβλεπε στα μάτια μου.
Πόσο ήθελα να με σφίξει, να μου πει να φύγουμε, να είμαστε γυναίκες ελεύθερες μαζί.
Μα η ιστορία, τα πρέπει, μας είχαν δέσει χέρια και στόματα.
Όταν ακούστηκε το αυτοκίνητο του Στέφανου έξω, οι άλλοι πήγαν να τον υποδεχτούν.
Ήμουν για λίγο μόνη.
Η φωνή μέσα μου όλο και δυνάμωνε: «Φύγε. Τώρα.
Πριν να είναι αργά.» Έτρεμα.
Τίποτα όμως δε με κρατούσε τελικά, παρά μόνο φόβος και ντροπή.
Έσφιξα το φουστάνι, πήρα μια μπουκιά αέρα, άρπαξα λίγα λεφτά και το κινητό μου.
Με ελαφριά βήματα, όσο όλοι ήταν απασχολημένοι με τα πανηγύρια της αυλής, βγήκα από τη δίπλα έξοδο.
Το ταξί στο οποίο μπήκα ο οδηγός το παρατήρησε.
Με κοίταξε παράξενα. «Νύφη είσαι;» με ρώτησε. «Ναι.
Και τρέχω να σωθώ,» είπα και ο ίδιος χαμογέλασε λυτρωμένα. «Κρίμα να αφήνεις τον γαμπρό, αλλά καλύτερα να αφήσεις μια ψυχή ελεύθερη, παρά μετά να ψάχνεις για σίδερα να σπάσεις…» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους