Ο δρόμος για το σπίτι Αυτές τις μέρες επιστρέφω νοερά στο σπίτι που μεγάλωσα. Γνωρίζω ποια είναι η αφορμή και έχει πλάκα πως ενώνονται καμιά φορά οι τελείες. Η ομάδα μπάσκετ της Νέας Υόρκης βρίσκεται...
Ο δρόμος για το σπίτι Αυτές τις μέρες επιστρέφω νοερά στο σπίτι που μεγάλωσα.
Γνωρίζω ποια είναι η αφορμή και έχει πλάκα πως ενώνονται καμιά φορά οι τελείες.
Η ομάδα μπάσκετ της Νέας Υόρκης βρίσκεται κοντά στο να κατακτήσει το πρωτάθλημα μετά από 50 χρόνια.
Σε αυτό το σπίτι άρχισα να την παρακολουθώ, μικρό παιδί 8-9 χρονών, όσο είναι και ο γιος μου.
Είχαμε ένα δωμάτιο που ήταν το δωμάτιο της τηλεόρασης, είχε έναν καναπέ, μια τηλεόραση και μια σιδερώστρα πίσω από την πόρτα, καθόλου παράξενο για το Μπρούκλιν της δεκαετίας του 80, νομίζω πως τα περισσότερα σπίτια στα οποία είχα πάει, είχαν ένα τέτοιο δωμάτιο, η τηλεόραση τότε για ένα μικρό παιδί ήταν ένα παράθυρο στον κόσμο, ειδικά όταν δεν είχε καλό καιρό, ειδικά όταν έβρεχε.
Ποιος ήθελε να παίζει έξω στη βροχή; Εκεί λοιπόν σε αυτό το δωμάτιο έβλεπα μια φορά την εβδομάδα κάτι γίγαντες να προσπαθούν να βάλουν την μπάλα στο καλάθι, να κερδίζουν, να χάνουν, να είναι το καμάρι της πόλης.
Κάθε πρωί μας πετούσαν έξω από την πόρτα την εφημερίδα νωρίς νωρίς και θυμάμαι να πηγαίνω να την μαζέψω με την τσίμπλα στο μάτι, να την ακουμπάω στο τραπέζι δίπλα στο μπολ με τα κορνφλέικς, και να γυρνάω στις τελευταίες σελίδες για να διαβάσω το κόμικ της ημέρας και πόσο είχε έρθει το σκορ στον αγώνα των Νικς, αν έπαιζαν.
Αν δεν έπαιζαν έβλεπα τα σκορ των άλλων ομάδων της Νέας Υόρκης που έπαιζαν στα άλλα σπορ.
Χόκεϊ, φούτμπολ, μπέιζμπολ.
Χαμογελούσα όταν είχαμε κερδίσει, όταν χάναμε ξαναδιάβαζα το κόμικ.
Τις περισσότερες φορές που ανακαλώ αυτό το σπίτι στην Μπέτφορντ Άβενιου, το θυμάμαι λουσμένο σε ένα χρυσαφί φως, σαν να το θυμάμαι μόνο με αυτό το πρωινό φως, επτάμιση οκτώ το πρωί, σαν να μην άλλαζε ποτέ η ώρα σε αυτό το σπίτι.
Ακόμα και στα πάρτι, ή και στα δυσάρεστα, όταν μας είχαν πάρει τηλέφωνο από την Ελλάδα να μας πουν πως ο παππούς πέθανε, το φως παρέμενε εκεί, ίδιο, χρυσάφι, όπως το βλέπει ένα 9χρονο παιδί.
Όπως και όταν έπεισα τον πατέρα μου μετά από παρακαλετά μηνών να βιδώσει μια μπασκέτα πάνω από το γκαράζ του σπιτιού και παρότι εκείνος δεν ασχολιόταν ούτε και ασχολήθηκε ποτέ με τα σπορ, δέχτηκε, μάλλον για να σταματήσει την ενοχλητική μύγα που τον στριφογύριζε επίμονα.
Χωρίς να πει τίποτα μια μέρα απλώς πήρε τη σκάλα και το τρυπάνι από την αποθήκη, έβαλε την μπασκέτα με το καλό το διχτάκι, το άσπρο κόκκινο μπλε, και συνέχισε την μέρα του.
Δεν θυμάμαι αν κατάφερα να βάλω την μπάλα στο καλάθι εκείνη την ημέρα, αλλά θυμάμαι να παίζω μέχρι τη δύση του ηλίου, το πιο χαρούμενο παιδί σε όλη την πόλη.
Δεν θυμάμαι αν τον ευχαρίστησα ποτέ για αυτό το δώρο, μάλλον το καλύτερο δώρο που μου έκαναν ποτέ.
Τα τελευταία μου σουτ τα έβαλα μερικά χρόνια μετά κατά τη διάρκεια του αποχαιρετιστήριου πάρτι που έστησαν οι γονείς μου το βράδυ πριν κάνουμε το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής στην Ελλάδα.
Τότε πρέπει να είχα βάλει περισσότερα! Μάλλον αυτό το χρυσαφί που βλέπω όποτε σκέφτομαι το σπίτι αυτό θα ‘ναι το χρώμα των παιδικών μου χρόνων, τότε που όλα ήταν σχετικά ανέφελα, ξέγνοιαστα, χαρούμενα, ζεστά, γεμάτα με ανθρώπους που με αγαπούσαν και που η τηλεόραση με περίμενε όποτε τη χρειαζόμουν για να δω την ομάδα της Νέας Ύορκης - συνήθως έτρωγε τα μούτρα της, αλλά στα μάτια μου παρέμεναν πάντα γίγαντες.
Και τώρα σαράντα χρόνια μετά, επιστρέφω εκεί, για ακόμα ένα παιχνίδι, έστω και νοερό. Αυτή τη φορά μάλλον θα κερδίσουμε. Όποτε βρίσκουμε το δρόμο για το σπίτι, πάντα κερδίζουμε.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους