Σήμερα, στη Θεία Λειτουργία, διαβάστηκε η ευαγγελική περικοπή των Αγίων Πάντων, μία από τις πιο εκρηκτικές θεολογικά και πολιτικά στιγμές του Ευαγγελίου του Ματθαίου. Εδώ ο Χριστός δεν απευθύνεται...
Σήμερα, στη Θεία Λειτουργία, διαβάστηκε η ευαγγελική περικοπή των Αγίων Πάντων, μία από τις πιο εκρηκτικές θεολογικά και πολιτικά στιγμές του Ευαγγελίου του Ματθαίου.
Εδώ ο Χριστός δεν απευθύνεται απλώς στην ατομική ευσέβεια του ανθρώπου.
Αγγίζει το βαθύτερο σημείο κάθε κοινωνίας: ποιος έχει τελικά την εξουσία πάνω στην καρδιά, στην επιθυμία, στο σώμα, στη συνείδηση, στο όνομα, στη δημόσια παρουσία του ανθρώπου.
Ποιος αποφασίζει τι θα ομολογηθεί και τι θα κρυφτεί.
Ποιος επιτρέπει στον άνθρωπο να σταθεί ολόκληρος μπροστά στους άλλους και ποιος τον υποχρεώνει να ζει διαιρεμένος: άλλα να πιστεύει, άλλα να λέει, άλλα να πράττει, άλλα να υποκρίνεται ότι επιθυμεί. «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων». Η ομολογία δεν είναι εδώ θρησκευτικό σύνθημα.
Δεν είναι η αυτάρεσκη επίδειξη μιας πίστης που μετατρέπεται σε ταυτότητα, σε ιδεολογικό έμβλημα, σε κοινωνικό κεφάλαιο. Ο Χριστός δεν ζητά από τον άνθρωπο να κραδαίνει το όνομά Του ως σημαία.
Ζητά κάτι πολύ πιο δύσκολο: να μη ζει ψευδώς.
Να μη μετατρέπει την πίστη σε ιδιωτική διακόσμηση και τη δημόσια ζωή σε χώρο συνεχούς προσαρμογής.
Να μη λέει «Κύριε» μέσα στον ναό και να αρνείται το Ευαγγέλιο έξω από αυτόν, εκεί όπου κρίνονται οι σχέσεις, το χρήμα, η εξουσία, η δικαιοσύνη, ο αδύναμος, ο ξένος, ο ταπεινωμένος, ο άνθρωπος που δεν έχει φωνή.
Η πιο επικίνδυνη άρνηση του Χριστού σήμερα δεν γίνεται πάντοτε με διώξεις, ύβρεις ή ανοιχτή απιστία.
Γίνεται πιο ύπουλα.
Γίνεται μέσα από την άνετη συμβίωση της θρησκευτικής γλώσσας με την αδικία.
Γίνεται όταν ο Χριστός ομολογείται τελετουργικά και ακυρώνεται πολιτικά.
Όταν το Ευαγγέλιο γίνεται εικόνα στον τοίχο, αλλά όχι κριτήριο ζωής.
Όταν η πίστη χρησιμοποιείται για να στηρίξει μηχανισμούς ισχύος, να εξωραΐσει σιωπές, να νομιμοποιήσει συμφέροντα, να προσφέρει άρωμα ιερότητας σε πράξεις που δεν αντέχουν ούτε στο ελάχιστο φως της Βασιλείας.
Εδώ η περικοπή γίνεται ανυπόφορη, διότι δεν ελέγχει μόνο τον κόσμο.
Ελέγχει και την Εκκλησία. Η Κυριακή των Αγίων Πάντων δεν επιτρέπει στην Εκκλησία να αυτοθαυμάζεται ως θεσμός.
Την καλεί να θυμηθεί ότι οι άγιοι δεν υπήρξαν οι διακοσμητικές φιγούρες της εκκλησιαστικής τάξης, αλλά συχνά οι πιο άβολες παρουσίες της ιστορίας.
Άνθρωποι που με το ίδιο τους το σώμα αποκάλυπταν την απόσταση ανάμεσα στη θεσμική ασφάλεια και την ευαγγελική αλήθεια.
Άνθρωποι που δεν χωρούσαν εύκολα στις αυλές, στα αξιώματα, στις ευπρέπειες, στις συνεννοήσεις, στις αθόρυβες συναλλαγές της ιστορικής θρησκευτικότητας.
Γι’ αυτό και η φράση «ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμέ» δεν στρέφεται εναντίον της αγάπης.
Στρέφεται εναντίον κάθε σχέσης που ζητά να γίνει απόλυτη εξουσία πάνω στον άνθρωπο.
Ο πατέρας, η μητέρα, το παιδί, το σπίτι, το χωράφι, δεν είναι μόνο πρόσωπα και πράγματα.
Είναι όλα εκείνα πάνω στα οποία χτίζουμε την ψευδή βεβαιότητα του εαυτού μας.
Είναι οι τίτλοι μας, οι συγγένειές μας, η τάξη μας, η καταγωγή μας, η περιουσία μας, η δημόσια εικόνα μας, η ανάγκη να μας αναγνωρίζουν. Ο Χριστός δεν λέει να μισήσουμε τους δεσμούς μας.
Λέει να μην τους επιτρέψουμε να γίνουν φυλακή.
Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν υποφέρει επειδή δεν επιθυμεί.
Υποφέρει επειδή έχει μάθει να επιθυμεί εκείνο που του υπαγορεύεται.
Θέλει την εικόνα που του επέβαλαν, την επιτυχία που του υποσχέθηκαν, την αποδοχή που τον εκβιάζει, την ασφάλεια που τον ακυρώνει.
Και κάποτε ολόκληρη η ζωή του γίνεται μία τεράστια παραχώρηση: παραχώρηση της φωνής, της αλήθειας, του προσώπου, της βαθύτερης κλήσης του.
Η ομολογία του Χριστού είναι η διακοπή αυτής της υποταγής.
Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος παύει να είναι υπάκουος στις φαντασιώσεις των άλλων. «Καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ». Ο σταυρός δεν είναι ποίηση του πόνου.
Δεν είναι ηθικοποίηση της δυστυχίας.
Είναι η οδυνηρή ελευθερία του ανθρώπου που παύει να ζητά να σωθεί μέσω της αποδοχής των άλλων.
Να πάρει κανείς τον σταυρό του σημαίνει να αντέξει το τίμημα της αλήθειας του.
Να σταθεί χωρίς εγγύηση.
Να χάσει, όταν χρειάζεται, την εύνοια, την προστασία, την ευπρέπεια, την ασφάλεια, ακόμη και τη φαντασίωση ότι θα παραμείνει αρεστός σε όλους.
Γι’ αυτό η ερώτηση του Πέτρου είναι συγκλονιστική: «Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν;» Είναι η πιο ανθρώπινη ερώτηση.
Τι μένει σε έναν άνθρωπο όταν έχει αφήσει πίσω του όσα τον συγκροτούσαν; Τι απομένει όταν δεν μπορεί πια να στηριχθεί στις βεβαιότητες που τον έκαναν αναγνωρίσιμο; Τι κερδίζει εκείνος που δεν θέλησε να πουλήσει τη συνείδησή του, ενώ γύρω του ο κόσμος επιβραβεύει όσους προσαρμόζονται, όσους σωπαίνουν, όσους ξέρουν να επιβιώνουν χωρίς να ομολογούν τίποτε; Ο πολιτισμός μας δεν καταλαβαίνει πια το «ἀφήκαμεν πάντα», γιατί έχει μάθει να σκέφτεται μόνο με όρους επένδυσης.
Ακόμη και η αρετή γίνεται προφίλ.
Ακόμη και η ευαισθησία γίνεται εικόνα.
Ακόμη και η πίστη μπορεί να γίνει κοινωνική στρατηγική.
Ο άγιος όμως είναι ο άνθρωπος που αρνήθηκε να κάνει τη ζωή του εμπόρευμα.
Και γι’ αυτό παραμένει αφόρητα πολιτικός. Οι Άγιοι Πάντες δεν είναι το ακίνδυνο πάνθεον των «καλών ανθρώπων». Είναι η κοινότητα εκείνων που διέφυγαν από τους μηχανισμούς κατοχής.
Δεν αγοράστηκαν, δεν εκβιάστηκαν, δεν γοητεύτηκαν από την ισχύ, δεν παρέδωσαν την επιθυμία τους στην ανάγκη της αποδοχής.
Άλλοι μαρτύρησαν με αίμα, άλλοι με σιωπή, άλλοι με αφάνεια, άλλοι με ανυπακοή στην αδικία, άλλοι με μια καθημερινή πιστότητα που δεν έγινε ποτέ είδηση.
Όμως όλοι μαρτυρούν το ίδιο: ότι ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να είναι διαχειρίσιμος.
Η τελευταία φράση της περικοπής είναι ίσως η πιο επαναστατική: «Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι». Εκεί καταρρέουν όλες οι ανθρώπινες ταξινομήσεις.
Οι θρόνοι, οι προβολείς, τα πρωτόκολλα, οι τιμές, οι τίτλοι, οι επιτυχίες, οι μηχανισμοί αναγνώρισης. Η Βασιλεία δεν αναπαράγει την ιεραρχία της ιστορίας.
Την αναποδογυρίζει.
Εκεί όπου ο κόσμος βλέπει ισχυρούς, ο Θεός μπορεί να βλέπει εσωτερικά άδειους ανθρώπους.
Εκεί όπου ο κόσμος βλέπει τελευταίους, ο Θεός μπορεί να αναγνωρίζει ήδη τους πρώτους της Βασιλείας.
Αυτό είναι το σκάνδαλο της σημερινής Κυριακής.
Όχι ότι οι άγιοι υπήρξαν ηθικά υποδείγματα, αλλά ότι υπήρξαν άνθρωποι ακατάλληλοι για κάθε σύστημα που θέλει τον άνθρωπο φοβισμένο, χρήσιμο, εξαγοράσιμο, προβλέψιμο.
Η αγιότητα είναι η πιο βαθιά μορφή ελευθερίας.
Και γι’ αυτό, όταν διαβάζεται αυτή η περικοπή, δεν παρηγορεί απλώς τους πιστούς.
Τρομάζει κάθε εξουσία που έχει μάθει να κυβερνά πάνω σε ανθρώπους που ξέχασαν ποιοι είναι. Υστερόγραφο Φεύγοντας σήμερα από τον ναό, υπήρχε μια παράξενη αμηχανία διάχυτη στο εκκλησίασμα.
Στα πηγαδάκια μετά τη Θεία Λειτουργία, η συζήτηση δεν περιστρεφόταν γύρω από την ομολογία, τον σταυρό, την εγκατάλειψη των βεβαιοτήτων ή το μυστήριο των Αγίων Πάντων.
Κυριαρχούσε σχεδόν παντού το ίδιο θέμα: οι αυξήσεις στους μισθούς των επισκόπων.
Η σύμπτωση ίσως να είναι θεολογικά πιο εύγλωττη από όσο θα θέλαμε να παραδεχθούμε.
Την ίδια ακριβώς ημέρα που ακούστηκε το «Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα», η δημόσια συζήτηση μετατοπιζόταν προς το ύψος των αποδοχών εκείνων που κατέχουν τους θρόνους της εκκλησιαστικής διοίκησης.
Την ημέρα που διαβάστηκε το Ευαγγέλιο της αποδέσμευσης από την κατοχή, της ελευθερίας από την ιδιοκτησία και της υπέρβασης κάθε κοσμικής λογικής ανταμοιβής, το ενδιαφέρον των πιστών βρισκόταν καθηλωμένο σε αριθμούς, επιδόματα, μισθολογικές αναβαθμίσεις και δημοσιονομικές προβλέψεις.
Σεβασμιώτατοι πατέρες, η Εκκλησία ζει από τα σύμβολά της.
Και όταν η κοινωνία ακούει για εκατομμύρια ευρώ πρόσθετης μισθολογικής δαπάνης την ίδια στιγμή που νοσοκομεία της περιφέρειας ασφυκτιούν, που οικογένειες δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες και που η καθημερινότητα πολλών ανθρώπων γίνεται ολοένα πιο εύθραυστη, τότε το ερώτημα δεν είναι οικονομικό.
Είναι ευαγγελικό.
Η σημερινή περικοπή ακούστηκε τόσο ανήσυχη.
Δεν στρέφεται εναντίον κανενός συγκεκριμένου προσώπου.
Στρέφεται εναντίον όλων μας.
Εναντίον κάθε εκδοχής εκκλησιαστικής ή κοσμικής εξουσίας που κινδυνεύει να ξεχάσει ότι το κύρος της Εκκλησίας δεν γεννήθηκε ποτέ από τους μισθούς, τα προνόμια, τις διοικητικές διευθετήσεις ή την εγγύτητα προς το κράτος.
Γεννήθηκε από ανθρώπους που κάποτε μπορούσαν να πουν, χωρίς να προσποιούνται, «ἀφήκαμεν πάντα». Η πιο δύσκολη ερώτηση που αφήνει πίσω της η σημερινή Κυριακή των Αγίων Πάντων δεν είναι πόσα λαμβάνει ένας επίσκοπος, αλλά αν το εκκλησιαστικό σώμα εξακολουθεί να αναγνωρίζει ως πνευματικό του μέτρο εκείνον που λαμβάνει περισσότερα ή εκείνον που έχει πραγματικά κάτι να αφήσει.
Η ιστορία της Εκκλησίας δείχνει ότι οι άγιοι δεν έγιναν ποτέ μεγάλοι από όσα απέκτησαν, αλλά από όσα μπόρεσαν να αποχωριστούν.
Και αυτό παραμένει, δύο χιλιάδες χρόνια μετά, το πιο δύσκολο και το πιο πολιτικά ανυπότακτο μάθημα του Ευαγγελίου. Ευλογείτε!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους