Κάθε Κυριακή ο Πρωθυπουργός δεν δημοσιεύει απλώς μια ανασκόπηση. Καταλαμβάνει έναν δημόσιο χρόνο. Επιχειρεί να ορίσει την εβδομαδιαία ερμηνεία της χώρας πριν ακόμη η κοινωνία προλάβει να αρθρώσει τη...
Κάθε Κυριακή ο Πρωθυπουργός δεν δημοσιεύει απλώς μια ανασκόπηση. Καταλαμβάνει έναν δημόσιο χρόνο.
Επιχειρεί να ορίσει την εβδομαδιαία ερμηνεία της χώρας πριν ακόμη η κοινωνία προλάβει να αρθρώσει τη δική της. Η Κυριακή, ημέρα παύσης, κρίσης, συλλογικού αναστοχασμού και βαθύτερης λογοδοσίας, μετατρέπεται σε τελετουργικό αυτοεπαίνου της εξουσίας.
Δεν έχουμε ενημέρωση.
Έχουμε πολιτική θεολογία της διαχείρισης: ένα κράτος που ζητά πίστη στους δείκτες του, υπακοή στις πλατφόρμες του και υπομονή μέχρι το επόμενο υποσχόμενο μέλλον.
Η λέξη-κλειδί της σημερινής ανασκόπησης είναι το 2030.
Όχι το σήμερα.
Όχι ο μισθός που τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας.
Όχι το ενοίκιο που έγινε δεύτερη φορολογία.
Όχι το σούπερ μάρκετ που λειτουργεί σαν καθημερινό δημοψήφισμα φτώχειας.
Όχι το νοσοκομείο που αντέχει χάρη στην αυτοθυσία των ανθρώπων του.
Το 2030.
Δηλαδή ένας πολιτικός ορίζοντας αρκετά μακρινός ώστε να μην ελέγχεται, αρκετά λαμπερός ώστε να καλύπτει την ασχήμια του παρόντος, αρκετά αόριστος ώστε να χωρά όλες τις αναβολές.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη Συνταγματική Αναθεώρηση ως γενναίο άνοιγμα στο μέλλον.
Στην πραγματικότητα επιχειρεί να μετατρέψει ιδεολογικές επιλογές σε εθνικές αναγκαιότητες.
Μη κρατικά πανεπιστήμια, αξιολόγηση συνδεδεμένη με τη μονιμότητα, τεχνητή νοημοσύνη, δημοσιονομική θωράκιση, όλα συσκευάζονται ως ουδέτερος εκσυγχρονισμός.
Μα τίποτε εδώ δεν είναι ουδέτερο.
Κάθε συνταγματική αλλαγή απαντά στο ερώτημα ποιον προστατεύει το κράτος και από ποιον.
Και εδώ η απάντηση είναι σαφής: η κυβέρνηση ονειρεύεται ένα κράτος πιο γρήγορο για την αγορά, πιο αυστηρό για τον εργαζόμενο, πιο ψηφιακό για τον πολίτη, πιο ελαστικό για τα συμφέροντα.
Πανηγυρίζει επίσης για την έξοδο από τις μακροοικονομικές ανισορροπίες.
Θετικό, ασφαλώς, ως λογιστικό γεγονός.
Πολιτικά όμως ανεπαρκές, σχεδόν προκλητικό, όταν παρουσιάζεται ως απόδειξη κοινωνικής ευημερίας. Κύριε Μητσοτάκη, ο πολίτης δεν ζει μέσα στις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Ζει μέσα στο ενοίκιο, στο ρεύμα, στο σούπερ μάρκετ, στα φάρμακα, στους λογαριασμούς που κατάσχονται απροειδοποίητα περιμένοντας τον εξωδικαστικό μηχανισμό και τις νέες δόσεις της Εφορίας, στο άγχος της επόμενης εβδομάδας.
Η χώρα μπορεί να βγαίνει από ευρωπαϊκές λίστες, αλλά χιλιάδες νοικοκυριά μπαίνουν κάθε μήνα σε δικές τους ιδιωτικές λίστες απόγνωσης: τι θα πληρωθεί, τι θα κοπεί, τι θα αναβληθεί, τι θα θυσιαστεί.
Και έρχεται ύστερα το ΕΣΥ.
Η μεγάλη σκηνή των εγκαινίων, των ανακαινίσεων, των κορδελών, των φωτογραφιών.
Ξέρετε, μια πολιτεία δεν κρίνεται από το πόσο καλά φωτίζει τα εγκαίνια.
Κρίνεται από το τι γίνεται όταν σβήνουν οι κάμερες.
Κρίνεται από τις εφημερίες που λυγίζουν, από τα κενά προσωπικού, από την περιφέρεια που ζητά γιατρούς, από τον ασθενή που περιμένει, από τον συγγενή που γίνεται άτυπος νοσηλευτής, από τον γιατρό που καλείται να κρατήσει όρθιο ένα σύστημα με εξαντλημένο σώμα.
Την ώρα που η κυβέρνηση σας μιλά για αναβάθμιση της δημόσιας υγείας, επιλέγει να προχωρήσει σε αυξήσεις αποδοχών της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας, με εκτιμώμενο ετήσιο κόστος περίπου τέσσερα εκατομμύρια ευρώ. 4.000.000 ευρώ δεν είναι λεπτομέρεια.
Δεν είναι λογιστική υποσημείωση.
Είναι εφημερίες.
Είναι προσλήψεις.
Είναι μηχανήματα.
Είναι κλίνες.
Είναι μια σοβαρή βάση χρηματοδότησης για πτέρυγα αντικαρκινικού νοσοκομείου στην περιφέρεια.
Είναι ανάσα για μια Θεσσαλία που ακόμη κουβαλά πληγές, καταστροφές, υγειονομική πίεση, κοινωνική κόπωση.
Αυτό δεν είναι αντιεκκλησιαστικό επιχείρημα.
Είναι βαθιά πολιτικοθεολογικό. Μια Πολιτεία που επικαλείται την Εκκλησία, αλλά προνομιακά φροντίζει την κορυφή της ιεραρχίας και όχι τον ασθενή, τον φτωχό, τον ανήμπορο, τον περιφερειακό άνθρωπο, δεν τιμά την Εκκλησία.
Την καθιστά διακοσμητικό συνεταίρο της εξουσίας.
Και μια Εκκλησία που εμφανίζεται να ωφελείται μισθολογικά την ώρα που η κοινωνία πιέζεται, κινδυνεύει να χάσει το μόνο πράγμα που δεν αγοράζεται με καμία κρατική ρύθμιση: την ηθική της φτώχειας, της συμπαράστασης, της ταπείνωσης.
Το ψηφιακό κράτος παρουσιάζεται επίσης ως μεγάλη απόδειξη προόδου.
Πλατφόρμες, αιτήσεις, διαδρομές, στάδια, χρόνοι ολοκλήρωσης.
Όλα χρήσιμα.
Αλλά η ψηφιοποίηση δεν είναι αυτομάτως δικαιοσύνη.
Ένα άδικο κράτος μπορεί να γίνει ταχύτερο χωρίς να γίνει δικαιότερο.
Ένα ψυχρό κράτος μπορεί να γίνει αποτελεσματικότερο χωρίς να γίνει ανθρώπινο.
Ο πολίτης δεν κινδυνεύει μόνο από την ταλαιπωρία της ουράς.
Κινδυνεύει και από τη μετατροπή του σε προφίλ, αίτηση, κωδικό, δικαιούχο, οφειλέτη, χρήστη.
Η τεχνολογία, όταν δεν συνοδεύεται από κοινωνική προστασία, γίνεται απλώς η πιο καθαρή μορφή απόστασης ανάμεσα στην εξουσία και το σώμα του ανθρώπου.
Η «Ελλάδα του 2030» εμφανίζεται λοιπόν ως εθνικό όραμα.
Μα στην πραγματικότητα λειτουργεί ως μηχανισμός αναβολής.
Όσο πιο λαμπρό γίνεται το μέλλον, τόσο πιο ανεκτό ζητείται να γίνει το παρόν.
Όσο περισσότερο μιλά η κυβέρνηση για την επόμενη δεκαετία, τόσο λιγότερο απαντά στην τωρινή εξάντληση.
Η πολιτική όμως δεν είναι αρχιτεκτονική μακέτα.
Δεν είναι διαφημιστικό βίντεο.
Δεν είναι ψηφιακό φυλλάδιο αυτοθαυμασμού.
Είναι η υλική κρίση του σήμερα: ποιος τρώει, ποιος θεραπεύεται, ποιος κατοικεί, ποιος σπουδάζει, ποιος αντέχει, ποιος εγκαταλείπεται.
Αυτό που απουσιάζει από την κυριακάτικη ανασκόπηση σας είναι η ίδια η χώρα.
Όχι η χώρα των δεικτών, των ευρωπαϊκών πιστοποιητικών, των πλατφορμών και των κυβερνητικών δελτίων ευημερίας.
Η πραγματική χώρα.
Η χώρα που πληρώνει.
Η χώρα που περιμένει.
Η χώρα που κουράζεται να ακούει πως όλα πηγαίνουν καλύτερα ενώ η δική της ζωή στενεύει.
Η χώρα που δεν ζητά άλλη μια υπόσχεση για το 2030, αλλά μια απάντηση για το 2026.
Και αυτή είναι τελικά η μεγάλη πολιτική απάτη της δική σας αισιοδοξίας: να ζητάτε από τον πολίτη να θαυμάσει το μέλλον, ενώ του αφαιρείτε τη δυνατότητα να ζήσει αξιοπρεπώς το παρόν. Όλα καλά;
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους