Χαρίζεται όπως είναι στελεχωμένο, με χιλιάδες και χιλιάδες αναμνήσεις φορτωμένο… Αγάπη – έλεγε ο Λακάν – είναι να δίνεις κάτι που δεν έχεις, σε κάποιον που δεν το θέλει. Πού να φανταζόταν ο Γάλλος...
Χαρίζεται όπως είναι στελεχωμένο, με χιλιάδες και χιλιάδες αναμνήσεις φορτωμένο… Αγάπη – έλεγε ο Λακάν – είναι να δίνεις κάτι που δεν έχεις, σε κάποιον που δεν το θέλει.
Πού να φανταζόταν ο Γάλλος ότι αυτή του η αποστροφή θα περιέγραφε σήμερα τέλεια την πάλαι ποτέ κυβερνώσα Αριστερά.
ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, είναι να δίνεις κάτι που δεν έχεις – πολιτικό κύρος, αξιοπρέπεια και κυρίως, εκλογική επιρροή – σε κάποιον που δεν το θέλει – τον Αλέξη Τσίπρα.
Και δεν το θέλει, αφενός γιατί δεν του προσφέρει πολιτικό όφελος, αλλά κυρίως γιατί του θυμίζει τις ήττες του - τις οποίες τις μετέθεσε όλες σε εκείνον – για να διατηρήσει αυτός την ελπίδα ότι μπορεί να επιστρέψει νικηφόρος. Ο ΣΥΡΙΖΑ πλέον δεν είναι παρά μια ανάμνηση – γλυκιά για όσους παραμένουν ακόμη εκεί, τραυματική για εκείνον που δοκιμάζει ένα νέο ξεκίνημα.
Οι πρώτοι θέλουν να τον χαρίσουν στον δεύτερο – ο δεύτερος τον αντιμετωπίζει σαν ψόφιο σκυλί. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει πια πολιτικό ενδιαφέρον, έχει όμως φιλοσοφικό και ανθρωπολογικό.
Είναι ένα παράδειγμα της διαλεκτικής κίνησης του Πνεύματος της Ιστορίας – αντικειμενικά και υποκειμενικά. Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ οδήγησαν στη χρεοκοπία, μας έβαλαν στα μνημόνια, αλλά δεν μπορούσαν να μας βγάλουν από αυτά.
Αυτή την ανάγκη εξέφρασε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2012-2019.
Πώς όμως; Όχι ως ο ακραιφνής αντιμνημονιακός, όπως έγινε κυβέρνηση τον Γενάρη του 2015, αλλά ως ο πιο καλός μαθητής των μνημονίων.
Οι υποστηρικτές των μνημονίων (ΠΑΣΟΚ – ΝΔ) δεν μπόρεσαν να τα εφαρμόσουν, ο αντίπαλος των μνημονίων τα ολοκλήρωσε και με το παραπάνω.
Τα μνημόνια τελείωσαν μόλις έγιναν καθολικά.
Αυτή είναι η Πανουργία του Λόγου (και της Ιστορίας) για την οποία έγραφε ο Χέγκελ.
Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι ουδέποτε αντιλήφθηκε αυτή τη βαθύτερη ιστορική αναγκαιότητα της οποίας έγινε ο απρόθυμος εκφραστής.
Ούτε και το κόστος της.
Κάποιοι είδαν στο τρίτο μνημόνιο έναν επώδυνο συμβιβασμό, άλλοι την καλύτερη δυνατή επιλογή στη δεδομένη συγκυρία.
Όλοι όμως θωρούσαν ότι παραμένουν η ριζοσπαστική κυβερνώσα αριστερά.
Για αυτό όταν η αναγκαιότητα που εξέφρασαν εξέλειπε – μόλις η χώρα ολοκλήρωσε και τυπικά τα μνημόνια και έπαψε να είναι το πρόβλημα της Ευρώπης – έχασαν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους.
Αντί να σκεφτούν ποια είναι η νέα αναγκαιότητα, το πολιτικό κενό της μεταμνημονιακής «κανονικότητας» και να προσπαθήσουν να το πληρώσουν, κάνοντας τις απαραίτητες πολιτικές, ιδεολογικές και οργανωτικές αλλαγές, συνέχισαν όπως και πριν.
Αυτή ήταν η αρχή του τέλους του ΣΥΡΙΖΑ – ένα τέλος που βλέπουμε τώρα να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, όχι σαν τραγωδία, αλλά σαν φάρσα.
Σε υποκειμενικό επίπεδο, τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ πέρασαν τα τελευταία τρία χρόνια, μια βίαιη διαδικασία προσωπικής ωρίμανσης.
Όταν βρέθηκαν ξαφνικά, από τα μπαρ των Εξαρχείων, βουλευτές και υπουργοί, βίωσαν μια αλλοτρίωση – μπέρδεψαν τον νέο τους ρόλο με το μπόι τους.
Πίστεψαν ότι βρέθηκαν εκεί, όχι λόγω μιας μοναδικής ιστορικής συγκυρίας, αλλά λόγω των ξεχωριστών ικανοτήτων τους και της υψηλής λαοφιλίας τους.
Κοινώς ψωνίστηκαν – πολιτικά και προσωπικά.
Ανθρώπινό, ασφαλώς.
Όταν όμως δοκίμασαν να τεστάρουν μόνοι τους αυτές τις ξεχωριστές ικανότητες και την υψηλή λαοφιλία, είτε ως ΣΥΡΙΖΑ είτε ως Νέα Αριστερά, διαπίστωσαν ότι υπήρχαν μόνο στο μυαλό τους, κανείς άλλος δεν τις έβλεπε.
Οι περισσότεροι το συνειδητοποίησαν, έστω και καθυστερημένα, έριξαν τον εγωισμό τους και παρακαλούν τον πρώην αρχηγό να τους πάρει πίσω για να σώσουν την καριέρα τους.
Όλα όσα βλέπουμε στον χώρο το τελευταίο διάστημα δεν έχουν το παραμικρό πολιτικό ενδιαφέρον, είναι απλώς μια απέλπιδα αναζήτηση εργασίας, μετά από πτώχευση.
Εξαίρεση αποτελεί ο Κασσελάκης, ο οποίος παραμένει ένα ψώνιο καθ’ αυτό – ένα ψώνιο δηλαδή που δεν έχει συνείδηση του ψωνίσματός του.
Συνεχίζει να πιστεύει ότι ο ρόλος του – πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και τώρα ενός ανύπαρκτου κόμματος, ταυτίζεται με το πρόσωπό του.
Χαρακτηριστικό που για τον Λακάν είναι ο ορισμός της ηλιθιότητας.
Κρίμα γιατί ο Στέφανος θα μπορούσε να είναι ένας άξιος διάδοχος του Νίκου Κοκλώνη στη βραδινή ζώνη, αλλά αυτός επιμένει να ασχολείται με την πολιτική.
Ειδική περίπτωση αποτελεί ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος μοιάζει να έχει συνειδητοποιήσει σήμερα αυτό που δεν είχε συνειδητοποιήσει το 2019 και το 2023.
Ποιο είναι, δηλαδή, το πολιτικό κενό, η νέα ιστορική αναγκαιότητα – ένας σοσιαλδημοκρατικός πόλος απέναντι στη Δεξιά – και προσπαθεί να την καλύψει.
Το κάνει όμως από αρκετά χειρότερη θέση από ό,τι το 2023, πόσο μάλλον το 2019, και έχοντας κάψει πολύ από το πολιτικό του κεφάλαιο στην πορεία.
Επιπλέον δεν φαίνεται να έχει κάνει την αυτοκριτική του, ούτε να έχει περάσει την παραπάνω διαδικασία αυτοταπείνωσης που πέρασαν οι λοχαγοί του.
Συνεχίζει να εξωτερικεύει τις ήττες του σε όλους τους άλλους, αλλά κρατά τις νίκες μόνο για τον εαυτό του.
Εξακολουθεί να πιστεύει ότι του χρωστάει η ιστορία, ενώ στην πραγματικότητα, εκείνος της χρωστάει.
Τέλος, διατηρεί αυτό το «αλάνθαστο» κριτήριο επιλογής συνεργατών.
Παράδειγμα ο συμπαθής πρώην ποταμίσιος που διόρισε αν. εκπρόσωπο τύπου, ο οποίος γυρνάει στα κανάλια και μας ενημερώνει ότι ο μισθός των εργαζομένων στις επιχειρήσεις του φτάνει μέχρι τις 15 του μηνός και μετά τρώνε μακαρόνια για να τα βγάλουν πέρα… Για όλους αυτούς τους λόγους. ο Αλέξης δεν ενθουσιάζει, ούτε καν το σύνολο των οπαδών του.
Περισσότερο ενασαρκώνει την απελπισία να φύγει, επιτέλους, ο Μητσοτάκης, παρά την ελπίδα για κάτι καλύτερο, όπως το 2015.
Η ιστορία είναι το παγκόσμιο δικαστήριο, έλεγε ο Χέγκελ.
Αυτό το δικαστήριο έχει πρωτόδικα καταδικάσει τον Αλέξη Τσίπρα. Τώρα αναμένει – και αναμένουμε – την απόφαση του Εφετείου. Dimitris Tsirkas
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους