Πιέρρος Ι. Τζανετάκος (Άρθρο): ΤΟ ΤΡΙΓΩΝΟ (ΕΛΛΑΔΑ -ΙΣΡΑΗΛ-ΚΥΠΡΟΣ) ΠΟΥ ΕΞΟΡΓΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΓΚΥΡΑ Ο Ερντογάν βλέπει τη στρατηγική συμμαχία Τελ Αβίβ - Αθήνας - Λευκωσίας να θέτει εν αμφιβόλω το σύστημα...
Πιέρρος Ι. Τζανετάκος (Άρθρο): ΤΟ ΤΡΙΓΩΝΟ (ΕΛΛΑΔΑ -ΙΣΡΑΗΛ-ΚΥΠΡΟΣ) ΠΟΥ ΕΞΟΡΓΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΓΚΥΡΑ Ο Ερντογάν βλέπει τη στρατηγική συμμαχία Τελ Αβίβ - Αθήνας - Λευκωσίας να θέτει εν αμφιβόλω το σύστημα ασφάλειας της Τουρκίας - Πώς η σύμπραξη του ελληνικού με το ισραηλινό λόμπι στην Ουάσιγκτον «μπλοκάρει» τις τουρκικές επιδιώξεις. «Αν το Ισραήλ σταματήσει να σκοτώνει Παλαιστινίους, τότε θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε στην ομαλότητα». Αυτά δήλωσε την περασμένη εβδομάδα, σε ανύποπτο χρόνο, ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν απαντώντας εμμέσως στην παρότρυνση του Ντόναλντ Τραμπ υπέρ της γεφύρωσης των επιμέρους διμερών διαφορών στη Μέση Ανατολή ώστε να εφαρμοστούν, και μάλιστα επεκτεινόμενες, οι Συμφωνίες του Αβραάμ.
Είναι, όμως, μόνο η Γάζα που χωρίζει το Τελ Αβίβ από την Άγκυρα; Η απάντηση είναι προφανέστατα αρνητική.
Στο περιβάλλον του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βλέπουν το Ισραήλ ως ένα σχεδόν ανυπέρβλητο εμπόδιο.
Πράγματι, αν η τουρκική εξωτερική πολιτική στοχεύει στην ανεξέλεγκτη μεγέθυνση της διπλωματικής επιρροής της χώρας μεταξύ Ανατολής και Δύσης, τότε θα βρει απέναντί της τους Ισραηλινούς.
Και αυτοί δεν θα είναι καθόλου εύκολοι αντίπαλοι.
Σύμφωνα, δε, με τη δική τους ηγεσία, ο τούρκος πρόεδρος είναι «εχθρός» και μάλιστα στρατηγικός: επιχειρεί να θέσει εν αμφιβόλω το σύστημα ασφάλειας της χώρας.
Και αυτό δεν θα γίνει ανεκτό.
Ειδικότερα, οι αναφορές του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου – μετά την τελευταία τριμερή συνάντηση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Νίκο Χριστοδουλίδη – καθώς και του υπουργού Άμυνας Ισραέλ Κατς ότι το Ισραήλ «δεν θα επιτρέψει την αναβίωση αυτοκρατοριών» αποτυπώνουν ακριβώς πώς προσλαμβάνουν στο Τελ Αβίβ την Τουρκία: ως περιφερειακό παίκτη ο οποίος επιχειρεί αναβαθμιζόμενος να καθορίζει τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.
Την ίδια ώρα στην Αγκυρα πληθαίνουν οι φωνές που προειδοποιούν ότι «μετά τους Παλαιστινίους, τον Λίβανο και τώρα το Ιράν, επόμενος στόχος του Ισραήλ είμαστε εμείς». Και σε αυτό το αφήγημα προστίθενται τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος ως συμμετέχουσες – εν πολλοίς καθοδηγούμενες – στο εγχείρημα περικύκλωσης της Τουρκίας με απώτερο σκοπό την απειλή της εθνικής κυριαρχίας της.
Εξ ου και στις δύο πλευρές του Αιγαίου όλο και περισσότεροι αναλυτές επισημαίνουν ότι «αν υπάρχει μία βασική αιτία της υφέρπουσας, νέας έντασης μεταξύ Άγκυρας και Αθήνας, αυτή είναι η στενή ελληνο-ισραηλινή συνεργασία». «Η Ελλάδα καθορίζει τις συμμαχίες της με βάση τα δικά της συμφέροντα» επαναλαμβάνουν σχεδόν μονότονα από την Αθήνα.
Είναι φανερό ότι παρά την άσχημη τροπή που έχουν λάβει οι σχέσεις του Τελ Αβίβ με μια σειρά από ευρωπαϊκά κράτη, εξαιτίας κυρίως του πολέμου στη Γάζα και δευτερευόντως των ασύμμετρων χτυπημάτων στον νότιο Λίβανο, η ελληνική κυβέρνηση δεν προβληματίζεται: παραμένει προσηλωμένη στη στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ, εμβαθύνοντας μάλιστα τη συνεργασία στον τομέα της άμυνας. Στην Αθήνα γνωρίζουν ότι εν μέσω της πλέον επικίνδυνης συγκυρίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η σύμπλευση με τους ισχυρούς λειτουργεί ως υπαρξιακή προϋπόθεση. «Οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί.
Τα προηγούμενα χρόνια θεωρούσαμε πως οτιδήποτε κάνει η Τουρκία στρεφόταν κατά της Ελλάδας, τώρα συμβαίνει το αντίθετο» λέει στο «Βήμα» ανώτερη διπλωματική πηγή προκειμένου να επισημάνει τη νέα πραγματικότητα που, σύμφωνα με την Αθήνα, έχει δημιουργηθεί στην Ανατολική Μεσόγειο υπέρ των ελληνικών συμφερόντων.
Έτερος διπλωμάτης υπογραμμίζει ότι «η Ελλάδα πλέον ανήκει κατά κάποιον τρόπο στο σύστημα ασφάλειας του Ισραήλ και αυτό οι Τούρκοι δεν μπορούν να το διαχειριστούν». Το κυριότερο πρόβλημα για την Άγκυρα εντοπίζεται στην αμυντική συνεργασία της Αθήνας με το Τελ Αβίβ.
Ειδικά η συμφωνία για την αγορά των πυροβολαρχιών PULS, οι οποίες προβλέπεται να τοποθετηθούν στα νησιά και τον Έβρο δίνοντας βεληνεκές σε βάθος εκατοντάδων χιλιομέτρων εντός της ηπειρωτικής Τουρκίας, εξόργισε τους γείτονες.
Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα όπως και η Κύπρος δίνουν στο Ισραήλ το απαραίτητο στρατηγικό βάθος που χρειάζεται στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ αποτελούν τους «δεδομένους συμμάχους» του Τελ Αβίβ στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των Ηνωμένων Εθνών.
Στο στόχαστρο της τουρκικής πρωτεύουσας βρίσκεται εσχάτως και η Λευκωσία, τόσο εξαιτίας της αναβαθμισμένης αμυντικής συνεργασίας με το Ισραήλ όσο και λόγω των επενδυτικών δραστηριοτήτων στη Μεγαλόνησο: «Οι Ισραηλινοί αγοράζουν αφειδώς ακίνητα, δημιουργούν ένα μικρό Ισραήλ στο μαλακό υπογάστριο της Τουρκίας». Αυτή είναι η άποψη που αναπαράγεται όλο και περισσότερο στα μίντια της γείτονος, σύμφωνα με τα οποία η Κυπριακή Δημοκρατία – κράτος που διαθέτει απλώς και μόνο τις στοιχειώδεις αμυντικές δυνατότητες – απειλεί την εθνική ασφάλεια της χώρας.
Οι τρίτοι παίκτες Ο Ταγίπ Ερντογάν εργαλειοποιεί συστηματικά τη σφοδρή αντιπαλότητά του έναντι του Ισραήλ προκειμένου να φιλοτεχνήσει την εικόνα του ηγέτη, ο οποίος πολιτεύεται με απόλυτη προτεραιότητα να προστατεύσει εν συνόλω τον μουσουλμανικό κόσμο.
Ακόμα κι αν αντικειμενικά η Τουρκία δεν διαθέτει τέτοια δύναμη, το αφήγημα δημιουργεί αντίκτυπο στο εσωτερικό και τις ισλαμιστικές μάζες που στηρίζουν το ΑΚΡ.
Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο ευρύτερα στη Μέση Ανατολή, τον αραβικό κόσμο και τις χώρες του Κόλπου, καθώς, παρά τις εργώδεις προσπάθειες, όλοι οι ισχυροί παραμένουν καχύποπτοι έναντι των πραγματικών στόχων της Αγκυρας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι δυνάμεις όπως η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος, κράτη τα οποία συνδέονταν παραδοσιακά με την Τουρκία, βρέθηκαν – ειδικά πριν από το ξέσπασμα του πολέμου της Γάζας – σαφώς εγγύτερα στο Τελ Αβίβ παρά στην Αγκυρα.
Αυτή, άλλωστε, είναι και η βάση της λογικής της Ουάσιγκτον διά των Συμφωνιών του Αβραάμ: η σύγκλιση του αραβικού κόσμου με το Ισραήλ.
Αν κάτι, πάντως, εξοργίζει τον Ερντογάν σε σχέση με τους τρίτους παίκτες, αυτή είναι η σύμπραξη του ισραηλινού και του ελληνικού λόμπι στις Ηνωμένες Πολιτείες έναντι της Τουρκίας.
Ελληνας διπλωμάτης, ο οποίος έχει υπηρετήσει τόσο στην αμερικανική όσο και στην τουρκική πρωτεύουσα, επισημαίνει στο «Βήμα» ότι «οι Τούρκοι βλέπουν τις εταιρείες που οι ίδιοι έχουν μισθώσει για την προώθηση των συμφερόντων τους να “χτυπούν” στα τείχη που υψώνουν τα δύο λόμπι στο Κογκρέσο, ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με την άρση των κυρώσεων και την εκ νέου συμπερίληψη της Αγκυρας στο πρόγραμμα των F-35, και αντιλαμβάνονται το μέγεθος του προβλήματος». Πράγματι, για την Τουρκία είναι σχεδόν αδύνατο να ισοσταθμίσει το μέγεθος της επιρροής που ασκούν οι Εβραίοι των Ηνωμένων Πολιτειών στον Τραμπ.
Ο αμερικανός πρόεδρος, βεβαίως, θα ήθελε να δει την Τουρκία και το Ισραήλ να συγκλίνουν προκειμένου δυσχερείς για την Ουάσιγκτον καταστάσεις, όπως αυτή στη Συρία, να τεθούν ευκολότερα υπό έλεγχο.
Στην πραγματικότητα, όμως, η Συρία είναι το πεδίο που πληροί όλες τις προϋποθέσεις προκειμένου η Αγκυρα και το Τελ Αβίβ να έλθουν σε απευθείας ένοπλη αντιπαράθεση, με τους μεν Τούρκους να κυριαρχούν στον Βορρά, επηρεάζοντας παραλλήλως το καθεστώς του Αλ Σάρα, τους δε Ισραηλινούς να δεσπόζουν στον Νότο ελέγχοντας πλήρως τον εναέριο χώρο ολόκληρης της επικράτειας.
Εξ ου και ο Νετανιάχου θέλει να αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο ισχυροποίησης της τουρκικής αεροπορίας.
Τόσο στο Ισραήλ όσο και στην Ελλάδα οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι μεταδίδουν ότι η στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών δεν στοχεύει την Τουρκία και είναι αυτοτελής. Παρότι Ερντογάν και Νετανιάχου πολιτεύονται ως ορκισμένοι εχθροί, στην ελληνική πρωτεύουσα αναγνωρίζουν ότι η αντιπαλότητα της Αγκυρας με το Τελ Αβίβ δεν θα διαρκέσει για πάντα.
Προ του 2010, άλλωστε, οι διμερείς σχέσεις τους ήταν άριστες.
Εξ ου και η Αθήνα θα πρέπει να ενισχύσει περαιτέρω τις συμμαχίες της στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και να αναζητήσει τρόπους να καταστεί απαραίτητη στο Ισραήλ. Οπως δηλαδή ισχύει αντιστρόφως.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους