Η θάλασσα δεν είχε μνήμη, αλλά είχε υπομονή. Στο λιμάνι του Πειραιά, εκεί που τα νερά ακουμπούν βαριά τα σκουριασμένα ντουβάρια, το «Ελπίδα» περίμενε. Το σκαρί του, κάποτε βαμμένο με το έντονο μπλε...
Η θάλασσα δεν είχε μνήμη, αλλά είχε υπομονή. Στο λιμάνι του Πειραιά, εκεί που τα νερά ακουμπούν βαριά τα σκουριασμένα ντουβάρια, το «Ελπίδα» περίμενε.
Το σκαρί του, κάποτε βαμμένο με το έντονο μπλε του Αιγαίου, είχε παραδοθεί στη φθορά του χρόνου και της στασιμότητας.
Τα σκοινιά του, τεντωμένα σαν νεύρα σε λήθαργο, το κρατούσαν δεμένο στην ίδια προβλήτα για χρόνια, μακριά από τα ρεύματα που κάποτε του έμαθαν τον χορό του βυθού.
Οι γλάροι, οι μόνοι επισκέπτες του, στέκονταν στις κορυφές των ιστών του, αδιάφοροι για την ιστορία που αργοπέθαινε κάτω από τα νύχια τους.
Κάθε πρωί, ένας μοναχικός άνδρας περπατούσε στην αποβάθρα.
Κοιτούσε το καράβι, όχι με οίκτο, αλλά με μια παράξενη συγγένεια. «Ελπίδα», έγραφε η πλώρη, αλλά το όνομα είχε αρχίσει να ξεθωριάζει, σαν μια υπόσχεση που κανείς δεν θυμόταν πια να εκπληρώσει.
Το καράβι δεν ονειρευόταν πια το πέλαγος.
Ονειρευόταν μόνο το επόμενο κύμα που θα το λύτρωνε από τη σιγουριά του λιμανιού.
Γιατί το μεγαλείο δεν βρίσκεται στη διατήρηση της επιφάνειας, αλλά στο θάρρος να βουλιάξεις αναζητώντας το άγνωστο.
Εκεί, κάτω από τα γαλάζια νερά, το ναυάγιο γίνεται θρύλος, ενώ πάνω στην προβλήτα, η ασφάλεια είναι απλώς ο αργός τρόπος για να ξεχαστείς από τον κόσμο.
Το «Ελπίδα» έτριξε μέσα στη σιωπή.
Μια γεύση αλμύρας και σήψης γέμισε τον αέρα.
Ήταν η στιγμή που το καράβι κατάλαβε πως η μεγαλύτερη καταιγίδα δεν είναι αυτή που έρχεται από τον ορίζοντα, αλλά αυτή που αφήνεις να σε καταπιεί μέσα στην ησυχία σου. Άννα Δανάλη. Ομφαλός της γης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους