[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΣΤΑ ΤΕΛΗ Δεκεμβρίου του 2017, σε έναν από τους πλέον εμπορικούς και πολυσύχναστους δρόμους της ιρανικής πρωτεύουσας, την οδό Ενγκελάμπ, συνέβη το ακόλουθο περιστατικό. Μια γυναίκα τριάντα περίπου...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΣΤΑ ΤΕΛΗ Δεκεμβρίου του 2017, σε έναν από τους πλέον εμπορικούς και πολυσύχναστους δρόμους της ιρανικής πρωτεύουσας, την οδό Ενγκελάμπ, συνέβη το ακόλουθο περιστατικό.

Μια γυναίκα τριάντα περίπου ετών, με φαρδύ παντελόνι και σκούρο πουλόβερ, κρέμασε σε ένα κομμάτι ξύλου το άσπρο σάλι που χρησιμοποιούσε ως μαντίλα και ανεβαίνοντας σε ένα βάθρο άρχισε να το κουνάει σαν λευκή σημαία.

Το νόημα της πρωτοβουλίας της ήταν: «Το σώμα είναι δικό μου και το κάνω ό,τι θέλω». Με την πράξη της η γυναίκα αυτή αψήφησε τον ενδυματολογικό κώδικα που επέβαλε η Ισλαμική Επανάσταση υποχρεώνοντας τις γυναίκες να καλύπτουν το σώμα τους με το απεχθές τσαντόρ.

Οι φήμες λένε πως με πεντακόσια δολάρια οι Αρχές εξαγοράζουν μια φτωχή φαμίλια, ώστε όλες οι γυναίκες της οικογένειας να φορούν το ράσο και τη μακριά μαντίλα που τις εξαφανίζει από προσώπου γης μετατρέποντάς τες σε σκιές.

Αξίζει να αναφερθεί το όνομα αυτής της γυναίκας: Βιντά Μοβαχεντί.

Συνελήφθη από έναν αστυνομικό με πολιτικά –έναν από τους εκατοντάδες που κυκλοφορούν στην ιρανική πρωτεύουσα– και κατέληξε στα κρατητήρια μαζί με τη μόλις είκοσι μηνών κορούλα της.

Μια δημοσιογράφος πρόλαβε και την φιλμάρισε ενόσω στεκόταν στο βάθρο ανεμίζοντας τη μαντίλα και την ανάρτησε στο διαδίκτυο, με αποτέλεσμα η Βιντά Μοβαχεντί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη «το κορίτσι της οδού Ενγκελάμπ». Μια φιγούρα αρχετυπική, ένα άγαλμα που ζωντάνεψε.

Η πρωτοβουλία της βρήκε πολλές μιμήτριες.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πλημμύρισαν από Ιρανές που πόζαραν σιωπηλές έχοντας τις μαντίλες τους κρεμασμένες σε κλαδιά ως ένδειξη αλληλεγγύης.

Το αποκορύφωμα του παλιρροϊκού κύματος ήταν τον Φεβρουάριο του 2018, όταν τριάντα γυναίκες –ανάμεσά τους και η κόρη του πρώην προέδρου της χώρας Ραφσατζανί– συνελήφθησαν με την κατηγορία ότι έβγαλαν τη μαντίλα τους σε δημόσιο χώρο διαμαρτυρόμενες για τον αναχρονιστικό νόμο.

Το θεοκρατικό καθεστώς αντέδρασε μέσω της ελεγχόμενης από αυτό Δικαιοσύνης.

Το ειδικό δικαστήριο για θέματα κοινωνικής διαφθοράς όρισε ως εγγύηση το ποσό των ενενήντα χιλιάδων ευρώ για να αφεθεί ελεύθερη μια Ιρανή που αψήφησε τον νόμο.

Θέλοντας να ανακόψει το ρεύμα, το δικαστήριο επέβαλε ποινή διετούς φυλάκισης σε μια ακόμα Ιρανή, με τον εισαγγελέα να δηλώνει πως με την πράξη της ενθάρρυνε την εξαχρείωση των γυναικών.

Ήταν φανερό πως αν συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση, θα άρχιζαν να τις λιθοβολούν.

Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα γινόταν κάτι τέτοιο.

Φανατικοί είχαν ρίξει οξύ σε γυναίκες που δεν ήταν «ευπρεπώς ενδεδυμένες», ενώ γυναικείες περίπολοι έδερναν στον δρόμο όσες έβλεπαν με χαλαρωμένη τη μαντίλα.

Ο μετριοπαθής αγιατολάχ Μονταζερί, που διαφώνησε όχι μονάχα με τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών αλλά και με τις εκτελέσεις αντιφρονούντων, καθώς και με τον απολυταρχικό ρόλο του Οδηγού της Επανάστασης, καταδικάστηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό και παρέμεινε έγκλειστος μέχρι τον θάνατό του.

Αντιδρώντας στην καταπίεση, οι Ιρανές εξακολούθησαν να διαμαρτύρονται τις λευκές Τετάρτες.

Ποιες ήταν αυτές; Κάθε Τετάρτη φορούσαν λευκές μαντίλες, τις οποίες έβγαζαν και ανέβαζαν το βίντεο στο διαδίκτυο.

Το κίνημά τους θύμιζε ένα άλλο κίνημα, δεκαετίες πριν, όταν το απόγευμα της 30ής Απριλίου 1977 δεκαεφτά γυναίκες έκαναν πορεία στην Πλατεία του Μάη, στην Αργεντινή, ζητώντας να μάθουν τι απέγιναν τα εξαφανισμένα παιδιά τους.

Ως συνδετικό κρίκο με τα χαμένα τους παιδιά, αυτές οι απελπισμένες γυναίκες –οι «τρελές μανάδες» για τη δράκα των χουντικών, οι «μητέρες της Πλατείας του Μάη» για τον υπόλοιπο κόσμο– φορούσαν λευκές μαντίλες, σύμβολο αγάπης και φροντίδας, που μετατράπηκε σε παγκόσμιο αγωνιστικό σύμβολο.

Οι κινήσεις αυτές αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου των γυναικείων διεκδικήσεων στο Ιράν.

Σε μια χώρα όπου οι αντιπαθείς Φρουροί της Επανάστασης –που υπολογίζονται γύρω στα δέκα εκατομμύρια– απολαμβάνουν εξαιρετικά προνόμια, όπως καλοπληρωμένες εργασίες, υποτροφίες και πανεπιστημιακές θέσεις, οι γυναίκες αγωνίζονται να βρουν δουλειά.

Ακόμα κι αν βρουν, όμως, καταλήγουν στις χαμηλότερες βαθμίδες της εξέλιξης και των οικονομικών απολαβών.

Σε μια χώρα όπου η λέξη «φεμινίστρια» αντιστοιχεί σε βαριά προσβολή, οι γυναίκες αδυνατούν να αποφασίζουν για τη ζωή τους.

Τα πάντα εξαρτώνται από τη θέληση του πατριάρχη της οικογένειας.

Εκείνος κρίνει αν θα εργαστούν, πού θα ταξιδέψουν, ποιον θα παντρευτούν –και πότε, καθώς η παντρειά επιτρέπεται από τα δεκατρία–, και ούτω καθεξής.

Οι ίδιες το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να υπακούουν.

Ωστόσο πολλές γυναίκες δεν μένουν άπραγες.

Δίνουν την απάντησή τους μέσω της τέχνης.

Τα κόμικς –ναι, τα κόμικς– και η πεζογραφία είναι τα όπλα που χρησιμοποιούν για να κάνουν γνωστή τη θέση τους στο σημερινό Ιράν.

Κρίνοντας σοφά, επιχειρούν να αντιμετωπίσουν την έλλειψη ελευθερίας του λόγου, γιατί ο λόγος και τα παράγωγά του έχουν να κάνουν με την ευθυκρισία, με την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση.

Η απουσία του λόγου οδηγεί στην άγνοια και στη σιωπή.

Η πρώτη –ηχηρή– απάντηση ήρθε με το ασπρόμαυρο κόμικ Περσέπολις της Μαργιάν Σατραπί, που πρωτοκυκλοφόρησε στη Γαλλία.

Το κόμικ καταγράφει με δωρικό τρόπο τη ζωή της μικρής Μάρτζι μετά την πτώση του Σάχη και την άνοδο στην εξουσία του αγιατολάχ Χομεϊνί.

Καταγράφει τον αιματηρό πόλεμο με το Ιράκ, τη φυγή της Μάρτζι στην παγωμένη Αυστρία για να σπουδάσει, την απόρριψη που νιώθει στη χώρα αυτή, η οποία την υποχρεώνει να επιστρέψει στην πατρίδα της, να παντρευτεί και να χωρίσει, με το συναίσθημα της απομόνωσης –Ιρανή στη Δύση, δυτική στο Ιράν– να την συντροφεύει.

Τελικά θα πάρει τη μεγάλη απόφαση και θα εγκατασταθεί στη Γαλλία, όπου θα ασχοληθεί με τη συγγραφή και τη σκηνοθεσία.

Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η πορεία μιας σκληρής ενηλικίωσης.

Οι διανθισμένες με χιούμορ καθημερινές ιστορίες του Περσέπολις οδηγούν σε ορισμένες παραδοχές: α) οι Ιρανοί δεν είχαν σε καμία υπόληψη τον Σάχη, γι’ αυτό και συνασπίστηκαν για να τον διώξουν, β) πήγαν από το κακό στο χειρότερο και τώρα δεν ξέρουν τι να κάνουν για να απαλλαγούν, γ) το σημερινό καθεστώς χρησιμοποιεί τον φόβο για να παραμείνει στην εξουσία, δ) η προπαγάνδα και η πλύση εγκεφάλου δεν αγγίζουν τη νεολαία, που ζει στον δικό της κόσμο, ε) είναι απορίας άξιο πώς ένας λαός που αγαπά την ειρήνη, τον έρωτα και τις τέχνες κατέληξε να ζει με τα αντίθετά τους.

Σε μορφή βιβλίου το Περσέπολις έγινε διεθνές μπεστ σέλερ, που έμαθε στον κόσμο πώς κυλά η καθημερινότητα στη χώρα αυτή.

Εν συνεχεία έγινε ταινία μεγάλου μήκους με κινούμενα σχέδια, επίσης ασπρόμαυρα, που συν-σκηνοθέτησε η συγγραφέας Μαργιάν Σατραπί.

Η ταινία σάρωσε τα βραβεία στα Φεστιβάλ Κανών, Βενετίας και Βερολίνου, κέρδισε στις αμερικανικές Χρυσές Σφαίρες, ενώ ήταν υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ταινίας μεγάλου μήκους με κινούμενα σχέδια το 2008. Κώστας Αρκουδέας, Επικίνδυνοι συγγραφείς, σελ. 316-320 Σ.Σ. Η Μαργιάν (και όχι Μαρζάν όπως την αναφέρουν) Σατραπί πέθανε σήμερα 4/6/2026 σε ηλικία 56 ετών.

Αιτία του θανάτου της ήταν η θλίψη από τον πριν από έναν χρόνο θάνατο του συντρόφου της και έρωτα της ζωής της.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences