[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

— Τίποτα, Σταύρο! Μην στεναχωριέσαι! Τουλάχιστον το Πρωτοχρονιάτικο βράδυ το λάμψες υπέροχα! Τελικά ήρθα στο πατρικό μου χωριό. Σταύρος κατέβηκε από την αποβάθρα του σιδηροδρομίου, βγήκε στην πλατεία...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

— Τίποτα, Σταύρο! Μην στεναχωριέσαι! Τουλάχιστον το Πρωτοχρονιάτικο βράδυ το λάμψες υπέροχα! Τελικά ήρθα στο πατρικό μου χωριό.

Σταύρος κατέβηκε από την αποβάθρα του σιδηροδρομίου, βγήκε στην πλατεία του σταθμού και κατευθύνθηκε προς το λεωφορικό σταθμό.

Δεν είχε πει στη γυναίκα του ότι θα έρθει σήμερα.

Η διάθεση του Σταύρου ήταν βαρετή· είχε τρέξει σε μια άσχημη συζήτηση με τη Γιάννα.

Η σύζυγος του τον είχε κατηγορήσει ξανά, τον έλεγε ότι είναι αδιάφορος και εγωιστικός.

Αλλά γιατί αδιάφορος; Είχε δοθεί η ευκαιρία να της στείλει ευχές για το νέο έτος· εκείνη όμως είχε κλείσει το τηλέφωνο.

Νιώθει προδομένος! Τρία όρθια επιχειρούσε να την πάθει, χωρίς όμως να ανταποκριθεί το ακουστικό.

Άρα και εκείνος, θριαμβευμένος από την απογοήτευση, άφησε τα τηλεφώνια.

Και, επιπλέον, ακόμη και οι γονείς του και η αδερφή του δεν είχαν καμία ευχή από εκείνη.

Στις σκέψεις του, ο Σταύρος σήκωσε το κεφάλι· «Τώρα θα του πω ό,τι σκέφτομαι». Όχι μόνο η Γιάννα του ενοχλεί· και η ίδια φέρει ευθύνες· ας απαντήσει κι αυτή! Όπως λένε: «Η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση». Με αυτή τη σκέψη, ο Σταύρος μπήκε στο διαμέρισμα του, έτοιμος να αντιμετωπίσει την κατάσταση.

Το διαμέρισμα τον υποδέχτηκε με σιωπή. — Έι! Ποιος είναι ζωντανός εδώ; Άννα, έφτασα! — φώναξε δυνατά, αλλά δεν πήρε απάντηση.

Κοίταξε στην κουζίνα· η σύζυγος του δεν υπήρχε.

Στο σαλόνι· άδειο.

Στο υπνοδωμάτιο· το ίδιο.

Όμως ο Σταύρος παρατήρησε αμέσως τις αλλαγές: το παιδικό κρεβάτι είχε εξαφανιστεί, ο ντουλάπης με το νιπτήρα και το βαγόνι που του έδωσαν οι γονείς της Άννας είχαν εξαφανιστεί.

Έτρεξε στο ντουλάπι· το μισό του χώρου όπου κρέμονταν τα ρούχα της Γιάννας ήταν άδειο. — Περίπου τρελαμένη; Με άφησε; — σκέφτηκε.

Πήρε το τηλέφωνο της μητέρας‑γονέας, αλλά κανείς δεν απάντησε.

Πάτησε τη γραμμή της Κατερίνας, της φίλης της Άννας· και πάλι σιωπή.

Τελικά έφτασε στον Μιχάλη, τον σύζυγο της Κατερίνας. — Μιχάλη, φίλε! Δὸς μου το τηλέφωνο της Κατερίνας, δεν μπορώ να τη φτάσω. — παρακάλεσε. — Η Κατερίνα είναι με το παιδί της στο χωριό· εδω στο Παλαιό Ψαρόχωρο γιορτάζαμε το Πρωτοχρονιάτικο βράδυ.

Εκεί τα προβλήματα σύνδεσης είναι συχνά. — απάντησε. — Ήρθα χθες, γιατί σήμερα έχω βάρδια.

Εκεί όμως παραμένουν στο σπίτι. — είπε ο Σταύρος. — Χρειάζομαι τη θέση της Άννας· ήρθα από τα γονείς, αλλά δεν είναι σπίτι της.

Ό,τι αγοράσαμε για το παιδί δεν υπάρχει πια. — Λοιπόν, η σύζυγός σου μόλις έπρεπε να γίνει μητέρα.

Εσύ πήγες στα διακοπές και την άφησες μόνη; — παρατήρησε ο Μιχάλης. — Ήθελε να μείνει, αλλά της έδωσαν ημερομηνία — 10‑11 Ιανουαρίου.

Έπαιζε να γυρίσει. — Συγχαρητήρια, Στάρ, είσαι αστείο, — λέει ο φίλος. — Γιατί; — ρώτησε ο Σταύρος. — Πιθανότατα είσαι μόνος τώρα. Γκάγκ! Πάρε τηλέφωνο στο νοσοκομείο· μάλλον είναι εκεί, — του πρότεινε ο Μιχάλης.

Δεκαπέντε μέρες πριν. — Δεν καταλαβαίνω, Σταύρο, — έλεγε η μητέρα του στο τηλέφωνο. — Γιατί πρέπει να μείνεις σπίτι στις γιορτές; Η Άννα δεν θέλει να ταξιδέψει, εσύ να έρθεις μόνος.

Η ημερομηνία της είναι σε δύο εβδομάδες· θα το προλάβεις. — Όλα τα συγγενικά θα είναι εκεί: η θεία Βέρα με τον θείο Σέργιο, η Ναταλία με τον Βίκτορα, η Όλγα με τον Παύλο, εγώ με τον πατέρα και η Βική με τον Γκλένο. — Η Βική κράτησε δωμάτια στο εξοχικό ξενοδοχείο, το δάσος, για τέσσερις μέρες, από 30 Δεκεμβρίου έως 2 Ιανουαρίου. — Στις 31, στο εστιατόριο θα γίνει δεξίωση με καλεσμένους καλλιτέχνες· εγώ πλήρωσα για σένα· εσείς θα μείνετε μέχρι τα Χριστούγεννα και στις 8 θα φύγεις.

Θα φτάσεις στην προθεσμία. Η Άννα δέσμευε: — Στάυρε, μπορώ να πιάσω το μωρό όποτε.

Φαντάσου: όλοι γιορτάζουν, και ξαφνικά εγώ κλαίω.

Το ξενοδοχείο έξω από την πόλη— θα έρθει το ασθενοφόρο; — Όχι, δεν θα φύγω πουθενά. — Η μητέρα λέει: «Οι γυναίκες σήμερα παίρνουν το έγκλημα της ασθένειας, το γεγονός του παιδιού είναι ήρωας». Έχει γενέτειρα τρία παιδιά, δεν έμεινε πολύ στην άδεια μητρότητας και όλα τα κατάφερε. Ο Σταύρος ήξερε πως η Άννα είχε δίκιο κάποιες φορές.

Αλλά φαντάστηκε την ανία του στο σπίτι τη νύχτα του Πρωτοχρονιού: μόνος με τη σύζυγό του, ένα απλό τραπέζι— η Άννα είχε αποφασίσει να μην μαγειρέψει τίποτα.

Ένιωσε λυπημένο.

Όλη η οικογένεια θα τραγουδούσε σε εστιατόριο, θα χόρευε, θα γέλαγε.

Τελικά, ο Σταύρος έφυγε μόνος.

Στο εξοχικό ξενοδοχείο η ατμόσφαιρα ήταν ζωντανή.

Κάποια ώρα μετά τα μεσάνυχτα, ο Σταύρος βγήκε από την αίθουσα στο λόμπι για να καλέσει τη σύζυγό του, αλλά εκείνη δεν απάντησε. — Καλά, θυμώνεις, κι εν τω· είναι και δική της ευθύνη.

Μπορούσε να είναι εδώ και να γιορτάζει μαζί μας — σκέφτηκε.

Την επόμενη μέρα, η μητέρα τον εκφράζε: — Η Άννα καν δεν σε τηλεφώνησε, δεν σε χαιρέτησε. Χαλάριζε! Έχω αφήσει τη σύζυγό μου. — Δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει οικογένεια.

Εμείς είμαστε εδώ όλοι, ενώ εκείνη μόνη.

Ας καθίσει και σκεφτεί. Η Άννα εκείνη τη νύχτα δεν ήταν με αυτούς.

Η μόνη σκέψη της ήταν ο Σταύρος, όχι οι περούκες, οι εσπερινές, η μεγάλη συγγένεια.

Οι γονείς της, όταν έμαθαν ότι η κόρη τους θα περάσει τις γιορτές μόνη, την κάλεσαν σπίτι τους.

Δεν σχεδίαζαν μεγάλο τραπέζι.

Ο αδερφός της ζούσε στην Αθήνα, σε εργοστάσιο συνεχούς λειτουργίας, και έτσι δεν είχε μεγάλο Σαββατοκύριακο· οι γονείς ήθελαν να γιορτάσουν μόνοι.

Στις 31, στις 9 το βράδυ, η Άννα και η μητέρα της έβαλαν το τραπέζι, όταν ξαφνικά έπεσε η Άννα.

Κλήθηκαν οι ασθενοφόροι.

Η μητέρα έφυγε μαζί της, ο πατέρας ακολούθησε με το αυτοκίνητό του. Η Άννα έσπασε το Πρωτοχρονιάτικο της στο νοσοκομείο, οι γονείς της στην αίθουσα υποδοχής. Η Άννα έγινε μητέρα… — Ο Σταύρος, ακολούθησε τη συμβουλή του φίλου και κάλεσε το νοσοκομείο. — Κλινική; Απέλυσεν χθες — απάντησαν. — Πώς απελευθερώθηκε; — ρώτησε. — Έχει μωρό; — Ναι.

Στις 1 Ιανουαρίου, 0:30. — Ποιος πήρε το μωρό από το νοσοκομείο; — ρώτησε ξανά. — Ένας νεαρός άνδρας, δε το σημειώνουμε στα αρχεία. Ο Σταύρος συνειδητοποίησε ότι μόνο οι γονείς μπορούσαν να αρπάξουν τη νύφη και το παιδί.

Άρα ήταν εκεί.

Αγόρασε ένα μπουκέτο τριαντάφυλλων και κατευθύνθηκε προς το σπίτι των γονιών. Κάλεσε.

Άνοιξε η πόρτα από τον πατέρα-καμπάνα. — Καλημέρα, ήρθα για τη Γιάννα — είπε. — Γιατί; — ρώτησε. — Είμαι ο σύζυγός της — απάντησε. — Άννα! — φώναξε ο πατέρας. — Έρχεται ένας τύπος, λέει ότι είναι ο σύζυγός σου.

Θες να τον δεις; — Όχι, φύγε — απάντησε η Άννα μέσα από το δωμάτιο.

Ο πατέρας έσπασε τα χέρια του: — Δεν θέλει.

Αντίο, νεαρέ άνδρε! — και κλείδωσε την πόρτα. Ο Σταύρος περίμενε λίγα λεπτά, ξανά κάλεσε.

Τώρα άνοιξε η μητέρα‑γονέα· μια ψηλή, δυνατή, φωναχτά φωνή.

Ειλικρινά, τον έτρεμα λίγο. — Δεν κατάλαβες τίποτα; — ρώτησε. — Εγώ έχω το δικαίωμα… — άρχισε.

Πριν μπόρεσε να τελειώσει, η γυναίκα του άρπαξε το μπουκέτο και του χτύπησε το πρόσωπο αρκετές φορές. — Για τι δικαίωμα, ο δικηγόρος σου θα σου εξηγήσει! Και μην καλέσεις ξανά· ο εγγονός μου κοιμάται — είπε, το έριξε στο πάτωμα και κλείδωσε. Ο Σταύρος έφυγε προς το σπίτι.

Στο δρόμο έτριζε τα μάτια του· τα τριαντάφυλλα ήταν όμορφα, αλλά με αγκάθια.

Φτάνοντας σπίτι, τηλεφώνησε πρώτα στη μητέρα του. — Φαντάσου, δεν με άφησαν καν στο διαμέρισμα· ούτε να δω τον γιο. — Μην ανησυχείς, Στάυρε. Η Άννα θα επιστρέψει με το μωρό.

Μην της στέλνεις χρήματα, απλά περίμενε. — Ας τρέφουν το παιδί οι γονείς της· σε μια ή δύο εβδομάδες θα πάει σπίτι. Ύπνα, θα δουλέψεις … Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences