ΝΈΑ ΚΌΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΚΟΠΉΣΕΙΣ Κάποτε οι πολιτικοί έπρεπε να βγουν στον κόσμο για να μάθουν τι σκέφτεται η κοινωνία. Σήμερα αρκεί να περιμένουν την επόμενη δημοσκόπηση. Και τι θαυμαστό εργαλείο! Πριν...
ΝΈΑ ΚΌΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΚΟΠΉΣΕΙΣ Κάποτε οι πολιτικοί έπρεπε να βγουν στον κόσμο για να μάθουν τι σκέφτεται η κοινωνία.
Σήμερα αρκεί να περιμένουν την επόμενη δημοσκόπηση.
Και τι θαυμαστό εργαλείο! Πριν μιλήσει ο λαός, έχει ήδη μιλήσει το δείγμα.
Πριν εμφανιστεί ένα κόμμα, έχει ήδη αποκτήσει ποσοστό.
Πριν παρουσιαστεί πρόγραμμα, έχει ήδη αναλυθεί η «δυναμική» του.
Μετά αρχίζουν τα πάνελ: — «Πού οφείλεται η άνοδος;» — «Πώς εξηγείται η δυναμική;» — «Μπορεί να γίνει κυβέρνηση;» Κι εσύ κάθεσαι και αναρωτιέσαι: — «Συγγνώμη, πότε ακριβώς αποφάσισε όλα αυτά ο κόσμος;» Αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες.
Σημασία έχει το γράφημα.
Αν έχει βελάκι προς τα πάνω, μιλάμε για πολιτικό φαινόμενο.
Αν έχει βελάκι προς τα κάτω, μιλάμε για κρίση.
Αν είναι οριζόντιο, μιλάμε για σταθερότητα.
Το βελάκι είναι πιο σημαντικό από την πολιτική.
Και κάπως έτσι η χώρα μπαίνει σε μια παράξενη κατάσταση όπου οι δημοσκοπήσεις σχολιάζουν τις δημοσκοπήσεις και οι αναλυτές αναλύουν τους αναλυτές που αναλύουν τις δημοσκοπήσεις.
Στο τέλος εμφανίζεται η κάλπη σαν τον μαθητή που έρχεται να δώσει το σωστό αποτέλεσμα στην άσκηση.
Και τότε όλοι εξηγούν γιατί είχαν δίκιο, ακόμη κι όταν είχαν άδικο.
Γιατί στην πολιτική υπάρχει ένας απαράβατος νόμος: Η δημοσκόπηση που σε δικαιώνει είναι επιστήμη.
Η δημοσκόπηση που σε διαψεύδει είναι ύποπτη Εν τω μεταξύ, όλοι συζητούν αν κάποιος είναι δεύτερος ή τρίτος στις δημοσκοπήσεις, αλλά ελάχιστοι μιλούν για το γεγονός ότι ένα τεράστιο ποσοστό πολιτών επιλέγει να μην πάει καν να ψηφίσει.
Αν η αποχή είναι από τα μεγαλύτερα «κόμματα» της χώρας, γιατί δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης; Τι λέει για την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα; Και βέβαια, ακόμα λιγότερο αν συζητιέται ο εκλογικός νόμος.
Όλοι αναλύουν ποσοστά μίας ή δύο μονάδων πάνω ή κάτω, αλλά πολύ συχνά η κατανομή των εδρών και η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης επηρεάζονται καθοριστικά από τους κανόνες του συστήματος και όχι μόνο από τα ακατέργαστα ποσοστά.
Έτσι, ο δημόσιος διάλογος καταλήγει να περιστρέφεται γύρω από τις δημοσκοπικές μεταβολές της εβδομάδας, ενώ ζητήματα όπως η αποχή, η αντιπροσωπευτικότητα και οι συνέπειες του εκλογικού νόμου μένουν στο περιθώριο.
Ίσως γιατί αυτά είναι πιο δύσκολα θέματα από ένα απλό γράφημα με βελάκια που ανεβοκατεβαίνουν.
Παρακολουθώ τα πάνελ και έχω μια απορία.
Πώς γίνεται να αφιερώνονται ατέλειωτες ώρες στο αν ένα κόμμα ανέβηκε μισή μονάδα και έπεσε ένα άλλο κατά 0,8%, αλλά να μην αφιερώνονται οι ίδιες ώρες στο γιατί εκατομμύρια πολίτες γυρίζουν την πλάτη στην πολιτική διαδικασία; Η αποχή δεν είναι στατιστικό λάθος.
Είναι πολιτικό μήνυμα.
Όταν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν συμμετέχει, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος βγαίνει πρώτος ή δεύτερος.
Το πρόβλημα είναι γιατί τόσοι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι η ψήφος τους μπορεί να αλλάξει κάτι.
Κι όμως, αυτό το θέμα σπάνια γίνεται πρώτο θέμα.
Αντίθετα, κάθε εβδομάδα ανακαλύπτουμε έναν νέο «ανερχόμενο πρωταγωνιστή», μια νέα «δυναμική» και ένα νέο «πολιτικό ρεύμα», λες και η πολιτική είναι χρηματιστηριακός πίνακας.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι πολλοί συζητούν τα ποσοστά σαν να μεταφράζονται αυτόματα σε πολιτική δύναμη.
Όμως υπάρχει και ο εκλογικός νόμος.
Υπάρχει ο τρόπος κατανομής των εδρών.
Υπάρχουν τα κόμματα που μένουν εκτός Βουλής.
Υπάρχει η αποχή.
Όλα αυτά επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα.
Έτσι φτάνουμε στο παράδοξο: να παρουσιάζονται οι δημοσκοπήσεις ως η απόλυτη έκφραση της λαϊκής βούλησης, ενώ στην πραγματικότητα αποτυπώνουν μόνο ένα μικρό στιγμιότυπο μιας πολύ πιο σύνθετης πολιτικής πραγματικότητας.
Και κάπου εκεί γεννιέται η καχυποψία του κόσμου.
Όχι επειδή οι πολίτες απορρίπτουν την επιστήμη των δημοσκοπήσεων, αλλά επειδή βλέπουν ότι ο δημόσιος διάλογος επικεντρώνεται υπερβολικά σε ό,τι βολεύει τα τηλεοπτικά παράθυρα και πολύ λιγότερο στα βαθύτερα προβλήματα της δημοκρατικής συμμετοχής.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν κάποιος έχει 14%, 16% ή 18% σε μια μέτρηση.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν οι πολίτες αισθάνονται ότι εκπροσωπούνται.
Και αυτό δεν μετριέται τόσο εύκολα με ένα τηλεφώνημα διάρκειας δύο λεπτών.
Αυτό μετατοπίζει την κριτική από το «οι δημοσκοπήσεις είναι στημένες» στο πιο ισχυρό επιχείρημα «η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται υπερβολικά στις δημοσκοπήσεις και όχι στα βαθύτερα ζητήματα εκπροσώπησης, αποχής και εκλογικού συστήματος». Συνήθως αυτό πείθει περισσότερους αναγνώστες, ακόμη και όσους διαφωνούν πολιτικά.
Και τελικά, ίσως όλη αυτή η συζήτηση να χάνει το ουσιαστικό.
Δεν είναι το σημαντικότερο ποιος εμφανίζεται πρώτος, δεύτερος ή τρίτος σε μια δημοσκόπηση.
Δεν είναι το σημαντικότερο ποιο πρόσωπο βρίσκεται στην επικαιρότητα ή ποιος παρουσιάζεται ως ο επόμενος «σωτήρας». Σε μια δημοκρατία, τα πρόσωπα έχουν σημασία, αλλά δεν είναι το κέντρο της πολιτικής.
Το κέντρο της πολιτικής είναι οι ιδέες, οι προτάσεις και οι πολιτικές που επηρεάζουν την καθημερινότητα των πολιτών.
Πώς θα αντιμετωπιστεί η ακρίβεια; Πώς θα ενισχυθεί το δημόσιο σύστημα υγείας; Τι θα γίνει με τους μισθούς, τις συντάξεις, τη στέγαση, την παιδεία και την παραγωγή της χώρας; Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα έπρεπε να κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο.
Όχι ποιος κέρδισε μία μονάδα σε μια μέτρηση και ποιος έχασε μισή.
Γιατί οι κοινωνίες δεν προοδεύουν αλλάζοντας απλώς πρόσωπα.
Προοδεύουν όταν συζητούν, επιλέγουν και εφαρμόζουν πολιτικές που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Αν λοιπόν υπάρχει κάτι που αξίζει να μετρηθεί, δεν είναι μόνο η δημοτικότητα των πολιτικών προσώπων.
Είναι η αποδοχή ή η απόρριψη των πολιτικών που εκπροσωπούν.
Στο τέλος, οι πολίτες δεν ψηφίζουν βιογραφικά.
Ψηφίζουν κατεύθυνση για τη χώρα.
Και αυτή η κατεύθυνση κρίνεται από τις πολιτικές, όχι από τα πρόσωπα.
Αυτό δίνει ένα πιο ουσιαστικό και πολιτικά ώριμο κλείσιμο, γιατί μεταφέρει τη συζήτηση από την προσωπολατρία στην ουσία της πολιτικής.
Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα συχνά δεν φτάνουμε ποτέ στην ουσία της πολιτικής συζήτησης.
Αντί να συζητάμε για προγράμματα, προτεραιότητες και συγκεκριμένες πολιτικές, καταλήγουμε να συζητάμε για πρόσωπα.
Ποιος είναι πιο δημοφιλής.
Ποιος έχει καλύτερη επικοινωνία.
Ποιος κέρδισε τις εντυπώσεις.
Ποιος θεωρείται «καταλληλότερος». Λες και η πολιτική είναι διαγωνισμός προσωπικοτήτων και όχι σύγκρουση ιδεών και προτάσεων.
Έτσι, η δημόσια συζήτηση μετατρέπεται σε ένα ατελείωτο σίριαλ με πρωταγωνιστές πολιτικούς αρχηγούς, ενώ τα πραγματικά ερωτήματα μένουν αναπάντητα.
Τι μοντέλο ανάπτυξης θέλουμε; Πώς θα λειτουργήσει καλύτερα το κράτος; Πώς θα αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές ανισότητες; Ποιες μεταρρυθμίσεις χρειάζεται η χώρα; Κάθε τόσο αλλάζουν τα πρόσωπα, αλλά πολλές φορές οι ίδιες συζητήσεις επαναλαμβάνονται και τα ίδια προβλήματα παραμένουν.
Ίσως γιατί έχουμε μάθει να αναζητούμε τον επόμενο ηγέτη αντί να απαιτούμε συγκεκριμένες πολιτικές δεσμεύσεις.
Και κάπως έτσι, πριν από κάθε εκλογή, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το «ποιος» και όχι γύρω από το «τι». Ποιος θα κυβερνήσει και όχι τι θα κάνει.
Ποιος προηγείται και όχι ποιες πολιτικές προτείνει.
Ίσως η μεγαλύτερη παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος να είναι ακριβώς αυτή: ότι συχνά ψηφίζουμε πρόσωπα ελπίζοντας ότι θα λύσουν τα προβλήματα, αντί να αξιολογούμε ψύχραιμα τις πολιτικές που προτείνουν για να τα λύσουν.
Αυτό είναι μια άποψη που εκφράζεται συχνά στον δημόσιο διάλογο: ότι η ελληνική πολιτική κουλτούρα έχει έντονα προσωποκεντρικά χαρακτηριστικά.
Βέβαια, άλλοι θα υποστήριζαν ότι οι ψηφοφόροι λαμβάνουν υπόψη και τις πολιτικές θέσεις των κομμάτων, όχι μόνο τα πρόσωπα. Η πραγματικότητα πιθανότατα βρίσκεται κάπου ανάμεσα. Κάπως έτσι καταλήγουμε στο να πέφτει τεράστια χειραγώγηση!!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους