[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Εξετάζοντας τις συνθήκες που οδήγησαν στην υπογραφή του γερμανοσοβιετικού Συμφώνου Μη Επίθεσης το 1939, ωφείλουμε να αναλύσουμε την ακολουθία όλων των γεγονότων της δεκαετίας του 1930 αλλά και την...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Εξετάζοντας τις συνθήκες που οδήγησαν στην υπογραφή του γερμανοσοβιετικού Συμφώνου Μη Επίθεσης το 1939, ωφείλουμε να αναλύσουμε την ακολουθία όλων των γεγονότων της δεκαετίας του 1930 αλλά και την στάση όλων των χωρών απέναντι στη ναζιστική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση εκείνη την περίοδο. Ο Χίτλερ κατέλαβε την εξουσία στην Γερμανία το 1933 ενώ το ίδιο έτος, η Ιαπωνία μετά την κατάληψη της Μαντζουρίας που μέχρι τότε ανήκε στην Κίνα, αποχωρεί από τη νεαρή σχετικά τότε Κοινωνία των Εθνών η οποία έμοιαζε να αποδυναμώνεται όλο και περισσότερο.

Το 1935, η Ιταλία εισβάλλει στην Αιθιοπία, ενώ ταυτόχρονα σε παραβίαση της Συνθήκης των Βερσαλλιών, η Γερμανία συνεχίζει τον πολεμικό επανεξοπλισμό της και αρχίζει να τοποθετεί στρατεύματα στην Ρηνανία. Το Νοέμβριο του 1936 έρχεται η υπογραφή του περίφημου Συμφώνου Αντι-Κομιντερν ή Σύμφώνου κατά της Κομμουνιστικής Διεθνούς από τη ναζιστική Γερμανία, την Ιαπωνία και αργότερα και την φασιστική Ιταλία, με το οποίο ουσιαστικά αρχίζει να σχηματίζεται η συμμαχία του Άξονα με κοινό μέτωπο κυρίως κατά της Σοβιετικής Ένωσης και του κομμουνιστικού κινήματος.

Παρόλα αυτά τα ανησυχητικά γεγονότα, οι…χλιαρές αντιδράσεις των δύο μεγάλων ευρωπαϊκών τότε δυνάμεων της Αγγλίας και της Γαλλίας το 1937 και 1938 ακολούθησαν την γραμμή της περίφημης πολιτικής του κατευνασμού, με απώτερο σκοπό την δημιουργία ενός αντισοβιετικού μετώπου και ουσιαστικά την ώθηση της Γερμανίας προς την Σοβιετική Ένωση.

Αυτό δεν ήταν κάποια κρυφή διαπίστωση αλλά κάτι που δήλωναν ανοιχτά οι Άγγλοι πολιτικοί όπως, ο Λόρδος Χάλιφαξ (Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας) το Νοέμβριο του 1937, για τον Χίτλερ και την πολιτική των ναζί. “Ως αποτέλεσμα της καταστροφής του κομμουνισμού στη χώρα του, μπλόκαρε την πορεία του τελευταίου προς τη Δυτική Ευρώπη, και ως εκ τούτου η Γερμανία μπορεί δικαίως να θεωρηθεί ως οχυρό της Δύσης ενάντια στον μπολσεβικισμό.” Είναι εξάλλου γνωστά και τα λόγια θαυμασμού του Γουίνστον Τσώρτσιλ (υπουργού τότε Οικονομικών της Μ. Βρετανίας) τον Γενάρη του 1934, όταν ρωτήθηκε για τον Χίτλερ. «Ο Εθνικοσοσιαλισμός απελευθέρωσε τον Γερμανό εργάτη από τη μέγγενη ενός δόγματος (σσ: του κομμουνισμού) που ήταν βασικά εχθρικό τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργαζόμενο. Ο Αδόλφος Χίτλερ επέστρεψε τον εργάτη στο έθνος του.

Τον μετέτρεψε σε πειθαρχημένο στρατιώτη της εργασίας και συνεπώς σε σύντροφό μας» (Πρακτικά Δικών Νυρεμβέργης, Ντοκουμέντο D-392). Παρόλη την αύξηση λοιπόν των πολεμικών προετοιμασιών και εξοπλισμών από όλες σχεδόν τις μεγάλες δυνάμεις το 1937 και 1938, καμία απόφαση για την διεξαγωγή επιχειρήσεων κατά της Γερμανίας δεν πάρθηκε ποτέ.

Αντιθέτως, ακολουθώντας πιστά την πολιτική του κατευνασμού, Αγγλία και Γαλλία δεν έφεραν καμία αντίρρηση στην προσάρτηση της Αυστρίας από την ναζιστική Γερμανία, το 1938.

Έτσι, στις 11 Μάρτη του 1938, τα ναζιστικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Αυστρία και την επόμενη μέρα η κατάληψη είχε κιόλας ολοκληρωθεί χωρίς να πέσει ούτε μία σφαίρα.

Λίγες μόλις μέρες μετά, στις 17 Μάρτη 1938 η Σοβιετική Ένωση προβλέποντας τον επερχόμενο κίνδυνο από την επεκτατική πολιτική της ναζιστικής Γερμανίας, σε μια ύστατη προσπάθεια να αποφευχθεί ο γενικευμένος πόλεμος, μέσω του Μαξίμ Λιτβινώφ Υπουργού Εξωτερικών, δήλωσε την άμεση διαθεσιμότητα της για την έναρξη συνομιλιών εντός ή εκτός της Κοινωνίας των Εθνών με σκοπό την διασφάλιση της ειρήνης, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. «Η Σοβιετική Κυβέρνηση είναι έτοιμη να συμμετάσχει σε συλλογική δράση η οποία θα αποφασιστεί από κοινού με την Κοινωνία των Εθνών και η οποία θα είχε ως στόχο την ανακοπή της περαιτέρω ανάπτυξης της επιθετικότητας και την εξάλειψη του επιδεινούμενου κινδύνου μιας νέας παγκόσμιας σφαγής.

Είναι προετοιμασμένη να ξεκινήσει αμέσως, εντός της Κοινωνίας των Εθνών ή εκτός αυτής, διαβουλεύσεις με άλλες δυνάμεις σχετικά με τα πρακτικά μέτρα που απαιτούν οι περιστάσεις.

Αύριο μπορεί να είναι πολύ αργά, αλλά σήμερα ο χρόνος για αυτό δεν έχει ακόμη χαθεί, εάν όλα τα κράτη, και ιδιαίτερα οι μεγάλες δυνάμεις, τηρήσουν μια σταθερή και σαφή στάση στο πρόβλημα της συλλογικής σωτηρίας της ειρήνης.» Οι κυβερνήσεις Γαλλίας και Βρετανίας απέρριψαν και σχεδόν αγνόησαν τη σοβιετική πρόταση, ενώ η κυβέρνηση των ΗΠΑ ούτε καν απάντησε.

Μάλιστα, η Τράπεζα της Αγγλίας παρέδωσε στη γερμανική Τράπεζα το μέρος από το απόθεμα χρυσού της Αυστρίας που φυλασσόταν στο Λονδίνο μετά την προσάρτηση της στη ναζιστική Γερμανία.

Κι έτσι, φτάνουμε στην 29η Σεπτεμβρίου του 1938, στη διάσκεψη του Μονάχου για το μέλλον της Τσεχοσλοβακίας και την κρίση που είχε ξεσπάσει στην περιοχή της Σουδητίας.

Στις συνομιλίες συμμετείχαν η ναζιστική Γερμανία, η Βρετανία, η Γαλλία και η φασιστική Ιταλία.

Παραδόξως, ούτε η Τσεχοσλοβακία αλλά ούτε και η Σοβιετική Ένωση καλέστηκαν στις συνομιλίες του Μονάχου.

Με βάση λοιπόν τη Συμφωνία του Μονάχου, που υπογράφηκε στις 30 Σεπτέμβρη 1939 μεταξύ ναζιστικής Γερμανίας, φασιστικής Ιταλίας και Αγγλίας/Γαλλίας, η Τσεχοσλοβακία ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει στη Γερμανία μέσα σε δέκα μέρες τη Σουδητία (στην οποία κατοικούσαν και γερμανόφωνοι πληθυσμοί) και μέσα σε τρεις μήνες να ικανοποιήσει τις εδαφικές αξιώσεις της Ουγγαρίας και της Πολωνίας.

Με άλλα λόγια, η Αγγλία και η Γαλλία όχι μόνο δεν σταμάτησαν τον Χίτλερ αλλά πρώτοι κιόλας υπέγραψαν Συμφωνία με αυτόν και τον Μουσολίνι για την παράδοση στην ουσία της Τσεχοσλοβακίας, η οποία ήρθε ως φυσική συνέπεια τους επόμενους μήνες και που στην ουσία άνοιγε στον Χίτλερ το δρόμο προς την Ανατολή και την αναπόφευκτη σύγκρουση με την Σοβιετική Ένωση. Η Σοβιετική Ένωση που το 1935 είχε υπογράψει Συμφωνία Αμοιβαίας Στήριξης και Βοήθειας με την Τσεχοσλοβακία σε περίπτωση που κάποια από τις δύο απειλούνταν, θέλοντας να τιμήσει την Συμφωνία αυτή, έστειλε στα Δυτικά της σύνορα 30 μεραρχίες πεζικού και μεγάλες μονάδες αρμάτων μάχης.

Ωστόσο, η Τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση δεν δεχόταν την βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης παρά μόνο αν αυτή συνοδευόταν και από βοήθεια της Γαλλίας, η οποία δεν ήρθε ποτέ.

Οι προσπάθειες ωστόσο της Σοβιετικής Ένωσης για κάποιου είδους δράση εναντίον της Γερμανίας, συνεχίζονταν σε διπλωματικό επίπεδο όλους τους επόμενους μήνες. Το Μάρτη του 1939 η σοβιετική κυβέρνηση πρότεινε να συγκληθεί διάσκεψη ανάμεσα στην ίδια και τις Βρετανία - Γαλλία - Πολωνία - Ρουμανία και Τουρκία, με σκοπό τη λήψη μέτρων σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης.

Η βρετανική κυβέρνηση απέρριψε την πρόταση ως πρόωρη και αντιπρότεινε να υπογραφτεί μια αγγλο-γαλλο-πολωνο-σοβιετική δήλωση για σύγκληση διάσκεψης, σε περίπτωση που θα προέκυπτε κίνδυνος για την ανεξαρτησία οποιουδήποτε ευρωπαϊκού κράτους. Η ΕΣΣΔ δέχτηκε την αντιπρόταση, όμως η Βρετανία στη συνέχεια ακύρωσε τη δική της πρόταση.

Βλέποντας τα σύννεφα του πολέμου να πλησιάζουν, η κοινή γνώμη στην Αγγλία και την Γαλλία τους επόμενους μήνες του 1939 ήταν σαφέστατα υπέρ μιας πρωτοβουλίας και συνεργασίας με την Σοβιετική Ένωση, γεγονός που αποδεικνύεται από πολλές δημοσκοπήσεις την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1939.

Έτσι, φτάνουμε στο περίφημο φιάσκο των συνομιλιών στη Μόσχα τον Αύγουστο του 1939 μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης, Αγγλίας και Γαλλίας οι οποίες ξεκίνησαν πάλι μετά από σοβιετική πρόταση.

Βρισκόμαστε κυριολεκτικά 2 βδομάδες πριν την υπογραφή του Συμφώνου Μολότωφ-Ρίμπεντροπ σε μια ύστατη προσπάθεια να επιτευχθεί μία πολιτική και στρατιωτική συνεργασία που θα έβαζε φρένο στη ναζιστική Γερμανία που πλέον κατείχε την Αυστρία και την Τσεχοσλοβακία.

Για να καταλάβει κανείς ωστόσο, το πόσο πολύ σαμποτάρανε τις συνομιλίες αυτές με τους Σοβιετικούς οι Βρετανοί αρκεί να δούμε τα γεγονότα εκείνων των ημερών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η αποστολή που στείλανε αποτελούνταν μόνο από χαμηλόβαθμους στρατιωτικούς που δεν είχαν καν εξουσιοδότηση να υπογράψουν κανένα έγγραφο.

Επιπλέον, η βρετανική αποστολή μετέβη από την Αγγλία στη Μόσχα με…καράβι που έφτασε μετά από 5 μέρες στο Λένινγκραντ και μετά από μία επιπλέον μέρα στη Μόσχα. Η Σοβιετική πλευρά και ο Στάλιν δεν άργησαν να καταλάβουν ότι οι Βρετανοί και οι Γάλλοι δεν σκόπευαν να υπογράψουν καμία Συμφωνία εκείνη την ύστατη ώρα και πολύ γρήγορα για να μην χαθεί πολύτιμος χρόνος, αποφάσισαν να ανακοινώσουν την λήξη των συνομιλιών στις 21 Αυγούστου του 1939.

Σε απόρρητο έγγραφο μάλιστα που κυκλοφόρησε αργότερα, η Βρετανική Κυβέρνηση, για να καθησυχάσει την βρετανική γνώμη που ζητούσε επίμονα εξηγήσεις για την αποτυχία των συνομιλιών στη Μόσχα, είχε ως επίσημη γραμμή να ρίξει το φταίξιμο στην Σοβιετική πλευρά, γεγονός όμως που δεν μπορούσε να αποδειχθεί από τα πραγματικά γεγονότα και για αυτό εκείνη η αναφορά δεν εκδόθηκε επίσημα ποτέ.

Έτσι, το βράδυ της 21ης Αυγούστου 1939, η Σοβιετική κυβέρνηση την ύστατη στιγμή αποφασίζει να στραφεί προς την Γερμανία για να καθυστερήσει την βέβαιη σχεδόν επίθεση και γίνεται άμεσα γνωστό ότι ο Υπουργός Εξωτερικών Γιοακιμ Φον Ρίμπεντροπ (και όχι κάποιος χαμηλόβαθμος στρατιωτικός) θα πετάξει προς την Μόσχα την επόμενη κιόλας μέρα. Δύο μέρες μετά, το περίφημο Σύμφωνο Μη Επίθεσης Μολότωφ-Ριμπεντροπ υπογράφεται στην Μόσχα.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences