«Γιατί δε μου λες την αλήθεια, Νίκο; Γιατί;» Η φωνή μου έσπαγε. Βρισκόμουν μπροστά του, τρέμοντας από το θυμό και την αγωνία, ενώ ήξερα καλά πως αυτή η κουβέντα θα άλλαζε τα πάντα. Η σχέση μας...
«Γιατί δε μου λες την αλήθεια, Νίκο; Γιατί;» Η φωνή μου έσπαγε.
Βρισκόμουν μπροστά του, τρέμοντας από το θυμό και την αγωνία, ενώ ήξερα καλά πως αυτή η κουβέντα θα άλλαζε τα πάντα.
Η σχέση μας κράτησε τέσσερα χρόνια – τέσσερα δύσκολα και τρυφερά, σκαμπανεβάσματα μιας τυπικής ελληνικής πραγματικότητας, με σπιτικές μακαρονάδες στην ταράτσα των γονιών του στον Κορυδαλλό, επικές διαφωνίες για την προίκα και ατελείωτα καλοκαίρια στο σπίτι της θείας του στη Μήλο.
Πίστευα πως όλα θα γινόντουσαν όπως τα ονειρευόμουνα, μέχρι εκείνο το βράδυ που η μάνα του, η κυρία Ελένη, ήρθε σπίτι μας με παγωμένο βλέμμα και σφιγμένα χείλη. «Αυτή η σχέση δεν είναι για σένα, αγόρι μου, εγώ το λέω για το καλό σου», του είπε, νομίζοντας πως δεν την άκουγα.
Μέσα στο ημίφως του σαλονιού, με το παλιό ρολόι να χτυπάει δώδεκα, άκουσα να μου γκρεμίζονται όλα.
Εγώ εκεί, με τα φαγητά έτοιμα για να τους φιλέψω, ντυμένη μ' εκείνο το κίτρινο φόρεμα που μου είχε πει πως του αρέσει. Δάκρυα.
Τα έκρυψα πίσω από την κουρτίνα, μα έσταζαν κι έκαναν λεκέδες στο πάτωμα.
Πήρα τον Νίκο από το χέρι το επόμενο πρωί. «Νίκο, μίλα μου, θέλω αλήθεια να ξέρω.
Τι τρέχει; Γιατί η μητέρα σου με κοιτάει κάθε μέρα σαν να τρώω το ψωμί της;» Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα.
Ένα λεπτό κράτησε την ανάσα του.
Τόση ώρα κράταγα εγώ την ελπίδα μου. «Μυρτώ, δεν είναι εύκολο.
Δεν θέλει να παντρευτούμε», μου είπε.
Κάτι έσπασε μέσα μου.
Οι κραυγές των γειτόνων, τα γέλια, τα βράδια με τα κρασιά και τους φίλους, τα όνειρά μας για κοινό σπίτι στον Ταύρο, το ταξίδι στην Αίγινα που μαλώσαμε για το αν έχουμε χρήματα για ξενοδοχείο… όλα θολά, κομματάκια σπασμένου καθρέφτη. «Εσύ τι θέλεις;» τσίριξα. «Εσύ… με θες εμένα ή θες να είσαι το παιδί της μαμάς για πάντα;» Για λίγο πίστεψα πως θα σταθεί.
Θα πει, ναι, εγώ εσένα θέλω.
Αλλά δεν το είπε.
Μόνο ψέλλισε πως «η οικογένεια είναι δύσκολη… αν δεις τα πράγματα…» Τα επόμενα βράδια τα πέρασα ξάγρυπνη.
Περπατούσα μες στη μικρή γκαρσονιέρα του Περιστερίου.
Έξω άκουγα καλοκαιρινές φωνές, μα το κορμί μου πάγωνε.
Σκεφτόμουν, άξιζα τόσο λίγο; Αγαπήθηκα, ήμουν το «δεδομένο» στη ζωή ενός ανθρώπου που δεν ήθελε να τα βάλει με κανέναν εκτός από το εαυτό του; Είχα καθίσει άπειρες ώρες στην κουζίνα, ακούγοντας τη μάνα του να λέει «μια καλή κοπέλα παίρνει προίκα ή τουλάχιστον ένα σπίτι να μην πληρώνει νοίκι». Τα ίδια και στο οικογενειακό τραπέζι με την ξαδέρφη του τη Σοφία, που όλο μιλούσε για «να τα βρείτε βρε παιδιά, οι άνθρωποι δεν αλλάζουν». Μία βδομάδα πριν το γάμο, όλα φαινομενικά έδειχναν εντάξει.
Φιλίες δηλητηριασμένες με πικρά χαμόγελα, έτοιμη λίστα καλεσμένων, βέρες στο συρτάρι της μαμάς μου.
Ένα βράδυ ο Νίκος ήρθε αργά και με βρήκε να φτιάχνω γλυκό κουταλιού ροδάκινο, όπως ήθελε η πεθερά μου. «Πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά», ψιθύρισε. «Πες μου πως είναι ψέματα αυτό που φοβάμαι», του είπα.
Με κοίταξε με μάτια υγρά. «Δεν μπορώ να σε παντρευτώ, Μυρτώ.
Η μητέρα μου… απείλησε να αρρωστήσει.
Είπε ότι δεν θα ξαναπατήσει στο σπίτι αν προχωρήσουμε». Τα μάτια μου θόλωσαν. Ο Νίκος, το παιδί που επέμενε ότι «όλα είναι δικά μας», τώρα έτρεμε μπροστά στη σκιά των γονιών του. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους