[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Πέρασαν είκοσι τέσσερα χρόνια και εξακολουθώ να θυμώνω μαζί σου. Όχι επειδή πέθανες. Οι άνθρωποι πεθαίνουν, αυτό το ξέραμε όλοι, ακόμη κι όταν παριστάναμε πως δεν το ξέραμε, ακόμη κι όταν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Πέρασαν είκοσι τέσσερα χρόνια και εξακολουθώ να θυμώνω μαζί σου. Όχι επειδή πέθανες.

Οι άνθρωποι πεθαίνουν, αυτό το ξέραμε όλοι, ακόμη κι όταν παριστάναμε πως δεν το ξέραμε, ακόμη κι όταν ξενυχτούσαμε, γελούσαμε, τρώγαμε, λέγαμε βλακείες, χαρίζαμε σημασία σε ασήμαντα πράγματα, σαν να μπορεί μια ψαρόσουπα, ένα ποτήρι άσπρο κρασί, ένα τραπέζι στην Πλάκα, ένα μπαλκόνι πάνω από έναν κήπο, να αναβάλει για λίγο την πιο παλιά και πιο ταπεινωτική αλήθεια του κόσμου.

Θυμώνω γιατί έφυγες αφήνοντας πίσω σου δουλειά.

Όχι βιβλιογραφική δουλειά, όχι τηλεοπτική, όχι δημοσιογραφική, όχι τη γελοία δουλειά των επετείων και των αφιερωμάτων, όπου οι ζωντανοί παριστάνουν ότι θυμούνται για να μη φανεί πόσο βολικά ξέχασαν.

Άφησες πίσω σου εκείνη τη βαθύτερη, ανομολόγητη δουλειά που αφήνουν μόνο οι πολύ αγαπημένοι άνθρωποι: να συνεχίσει κάποιος να τους κουβαλά χωρίς εντολή, χωρίς δικαίωμα, χωρίς ανταμοιβή.

Δεν ξέρω γιατί σου γράφω τώρα.

Ίσως επειδή τόσα χρόνια νόμιζα ότι σε είχα πενθήσει, ενώ απλώς είχα μάθει να σε παρακάμπτω.

Άλλο πράγμα η απουσία, άλλο η παράκαμψη.

Η απουσία στέκεται μπροστά σου.

Η παράκαμψη σε αφήνει να περνάς κάθε μέρα δίπλα από το τραύμα χωρίς να το κοιτάς.

Και εγώ πέρασα πολλές φορές δίπλα σου χωρίς να σε κοιτάξω.

Σε θυμήθηκα δημόσια, σε υπερασπίστηκα, σε ανέφερα, σε επικαλέστηκα, σε αγάπησα με τον ασφαλή τρόπο που αγαπάμε τους νεκρούς όταν δεν θέλουμε να μας διαλύσουν.

Αλλά δεν σου μίλησα.

Δεν σου είπα ποτέ αυτό που έπρεπε: ότι μου χάλασες ένα κομμάτι από το μέλλον μου.

Είχα φανταστεί, με την αλαζονεία που έχουν οι φίλοι, ότι θα γερνούσες και θα ήσουν κάποτε και το δικό μου καταφύγιο.

Όχι το μεγάλο πρόσωπο των εφημερίδων, όχι η Μαλβίνα της τηλεόρασης, όχι η γυναίκα που τρόμαζε πρωθυπουργούς και γελοιοποιούσε τη σοβαροφάνεια ενός ολόκληρου δημόσιου κόσμου, αλλά μια φίλη σε μια κουζίνα, μια γυναίκα με ζακέτα, μια κατσαρόλα, δυο πιάτα, λίγη ψαρόσουπα, και εκείνη την αληθινή χυδαιότητα της τρυφερότητας που έχουν οι άνθρωποι όταν μπορούν πια να μη γοητεύουν κανέναν.

Μου το χάλασες.

Και δεν σου το συγχωρώ εύκολα.

Ήσουν ένα από τα λίγα πλάσματα που άξιζαν μέσα στη μικρόψυχη, αμήχανη, μνησίκακη φυλή μας.

Δεν έμοιαζες με κανέναν, γιατί δεν καταγόσουν από έναν τόπο, αλλά από μια παράνομη χημεία: κάτι από Μέση Ανατολή, κάτι από την υγρασία της Κεντρικής Ευρώπης, κάτι από λαϊκό κορίτσι που ερωτεύεται στα όρια μιας αλάνας, κάτι από παλιά αστική νεύρωση, κάτι από παιδί αγνώστου πατρός, κάτι από γυναίκα που δεν έπαψε ποτέ να παίζει τη σκλάβα για να μη φανεί ότι ήταν απολύτως ανυπότακτη.

Έλεγες πως ο έρωτας είναι η πιο φοβερή χειραψία προς τη ζωή.

Τώρα καταλαβαίνω ότι δεν μιλούσες για έρωτα.

Μιλούσες για επιβίωση.

Ο έρωτας για σένα δεν ήταν συναίσθημα, ήταν τρόπος να παραμένει κανείς ακόμη μέσα στον κόσμο, να μην ξεκολλήσει από τη ζωή, να μη γίνει ήδη νεκρός προτού πεθάνει.

Γι’ αυτό και η τρυφερότητά σου είχε κάτι βίαιο.

Δεν χάριζες πράγματα, τα πετούσες πάνω στους άλλους σαν να ήθελες να τους υποχρεώσεις να δεχτούν ότι υπήρξες.

Αν κάτι μας άρεσε στο σπίτι σου, έπρεπε να το πάρουμε φεύγοντας.

Αν είχες λεφτά, τα σκόρπιζες.

Αν είχες σπίτι, το άνοιγες.

Αν είχες έρωτα, τον μυθοποιούσες.

Αν είχες φίλους, τους έκανες συγγενείς.

Και πίσω από όλα αυτά, πίσω από τη Jaguar που ήθελες να δώσεις επειδή δεν οδηγούσες, πίσω από τις κουζίνες, τα τραπέζια, τις μετακομίσεις, τα μαύρα μαλλιά, τις περούκες, τις ατάκες, κρυβόταν ένα κορίτσι που ήξερε πως δεν έχει φωλιά.

Ένα αλητάκι ποιητικό, όχι από αυτά που παριστάνουν τα αλητάκια για να αποκτήσουν ύφος, αλλά από εκείνα που ξέρουν ότι η ζωή δεν τους χρωστάει σπίτι και γι’ αυτό χτίζουν σπίτια για τους άλλους.

Ίσως γι’ αυτό υπερεκτιμούσες τις αγκαλιές.

Ίσως γι’ αυτό μυθοποιούσες τον γάμο.

Ίσως γι’ αυτό έδινες στους άντρες τον ρόλο του προστάτη, όχι επειδή ήσουν αφελής, αλλά επειδή ήξερες ότι το αρσενικό, όταν του αφαιρέσεις εντελώς τη φαντασίωση της προστασίας, συχνά τρελαίνεται, μικραίνει, γίνεται κακομοιριά, κριτική, λογιστήριο, μνησικακία.

Και εσύ, μέσα στην υπερβολή σου, ήσουν πιο ακριβής από όλες τις σοβαρές φεμινιστικές μας κοινοτοπίες: ήξερες ότι η γυναίκα μπορεί να παίζει την υποταγή σαν ύψιστη μορφή κυριαρχίας, ότι μπορεί να σκύβει το κεφάλι θεατρικά και την ίδια στιγμή να έχει ήδη φύγει, ήδη καταδικάσει, ήδη εξαφανίσει τον άλλον από μέσα της.

Αυτό ήταν το τρομερό σου χάρισμα: ήξερες να φεύγεις.

Και ίσως γι’ αυτό έφυγες και από μας με τέτοια αγένεια.

Σε θυμάμαι όταν δεν σε άφηναν να περάσεις και φορούσες περούκες για να μη σε αναγνωρίσουν.

Σε θυμάμαι στην εποχή της δόξας σου, όταν η τηλεοπτική σου περσόνα έμοιαζε με εμπρηστικό μηχανισμό τοποθετημένο μέσα στο σαλόνι της μεταπολιτευτικής σοβαροφάνειας.

Σε θυμάμαι και στην άλλη εποχή, όταν κάποιοι προσπάθησαν να σε εξαφανίσουν, όταν η κούραση άρχισε να σε καταλαμβάνει, όχι η απλή σωματική κούραση, αλλά εκείνη η βαθύτερη κόπωση που πιάνει τους ανθρώπους όταν έχουν χορτάσει τη δόξα και δεν τους τρέφει πια ούτε το χειροκρότημα ούτε η εκδίκηση.

Σε θυμάμαι να μιλάς για τη μάνα σου, για τη Χάνα, σαν να μιλούσες για τη μοιραία σφραγίδα πάνω σε κάθε θηλυκό πλάσμα.

Σε θυμάμαι να λες πως το ημερολόγιο είναι χώρος ευρύς που σε στενεύει, γιατί εκεί δεν μπορείς να συνηγορείς υπέρ του κάλπικου και ψευτοαθώου εαυτού σου.

Πόσο μπροστά ήσουν από όλους εμάς, Μαλβίνα.

Εμείς ακόμη υπερασπιζόμασταν τις μάσκες μας, κι εσύ είχες ήδη καταλάβει ότι ο άνθρωπος αρχίζει να γίνεται αληθινός μόνο όταν δεν έχει πια ακροατήριο.

Αυτό είναι που κάνει σήμερα τη φωνή σου αφόρητα σύγχρονη.

Δεν ήσουν απλώς έξυπνη.

Οι έξυπνοι αφθονούν και συνήθως είναι ανυπόφοροι.

Δεν ήσουν απλώς ταλαντούχα.

Το ταλέντο χωρίς πληγή γίνεται δεξιοτεχνία.

Εσύ είχες κάτι πιο σπάνιο: είχες επαφή με τη ντροπή.

Όχι τη μικρή κοινωνική ντροπή, όχι τη ντροπή του σκανδάλου, αλλά τη μεταφυσική ντροπή του ανθρώπου που ξέρει ότι αγαπήθηκε λάθος, αγάπησε λάθος, έφυγε λάθος, πλήγωσε λάθος, έζησε λάθος, κι όμως δεν μπορεί να αρνηθεί τη ζωή.

Γι’ αυτό όταν μιλούσες για καψούρα, για Μήδεια, για μάνα, για παιδιά, για άντρες, για μαύρη πέτρα, για λήθη, δεν έκανες εξυπνάδες.

Έστηνες ένα ολόκληρο ψυχαναλυτικό θέατρο χωρίς ψυχαναλυτή.

Έβαζες το θηλυκό υποκείμενο όχι στον καναπέ της θεραπείας, αλλά στην κουζίνα, στο κρεβάτι, στο αυτοκίνητο, στο νοσοκομείο, στο ημερολόγιο, εκεί όπου η αλήθεια δεν έχει θεωρία, έχει μυρωδιά, σώμα, ιδρώτα, ντροπή, κρασί, φωνή.

Και μετά ήρθε η αρρώστια.

Δεν θέλω να την εξωραΐσω.

Μισώ την «λογοτεχνία» που βάζει λουλούδια πάνω στην αποσύνθεση για να νιώσουν οι ζωντανοί πολιτισμένοι.

Η αρρώστια δεν είναι μάθημα, δεν είναι κάθαρση, δεν είναι ευκαιρία πνευματικής ανύψωσης.

Είναι προσβολή.

Είναι εισβολή.

Είναι η στιγμή που το σώμα, αυτός ο παλιός σύντροφος που τον θεωρούσαμε δεδομένο, σηκώνεται εναντίον μας και αρχίζει να μας εκθέτει.

Εσύ, που είχες κάνει εικόνα, φωνή, βλέμμα, μαλλί, γέλιο, τσαμπουκά, κουζίνα, έρωτα και ειρωνεία ένα ενιαίο οπλοστάσιο, βρέθηκες ξαφνικά μπροστά στην πιο άγρια απογύμνωση: να πρέπει να είσαι ακόμη εσύ, ενώ όλα όσα βοηθούσαν τους άλλους να σε αναγνωρίζουν αποσύρονταν.

Όταν γύρισες από τις χημειοθεραπείες της Αμερικής και βγήκαμε εκείνο το βράδυ στην Πλάκα, ήσουν παράδοξα όμορφη.

Όχι όμορφη όπως παλιά.

Όχι με εκείνη τη λάμψη του άστρου που καίγεται και εξαναγκάζει όλους να κοιτάξουν.

Ήσουν όμορφη με έναν τρόπο σχεδόν ανυπόφορο, γιατί ήσουν ήσυχη.

Ή συνθηκολογημένη.

Ακόμη δεν ξέρω.

Έπινες λίγο άσπρο κρασί, είχε μπει το φθινόπωρο, έκανε ψύχρα, φόρεσες τη ζακέτα σου, και για μια στιγμή πίστεψα, πιστέψαμε, ότι το κακό είχε περάσει.

Τι γελοίοι που είναι οι ζωντανοί όταν θέλουν να πιστέψουν.

Παίρνουν μια ζακέτα, ένα χαμόγελο, μια ιατρική φράση, μια μικρή βραδινή δροσιά, και τα κάνουν υπόσχεση.

Εμείς εκείνο το βράδυ σε κάναμε υπόσχεση.

Και εσύ, χωρίς να το ξέρεις ή ξέροντάς το βαθύτερα από όλους μας, καθόσουν απέναντί μας σαν γυναίκα που είχε ήδη αρχίσει να αποχαιρετά, αλλά ήταν αρκετά ευγενής ώστε να μην το πει.

Την τελευταία φορά στο Ερρίκος Ντυνάν δεν είδαν όσοι σε είδαν τη Μαλβίνα.

Είδαν κάτι πολύ μεγαλύτερο και πολύ πιο τρομακτικό: είδαν έναν άνθρωπο στο όριο του ανθρώπου.

Εκεί όπου η περσόνα έχει καταρρεύσει, η εξυπνάδα δεν χρησιμεύει, η δόξα δεν καλύπτει, η ομορφιά δεν διαπραγματεύεται, η γλώσσα μικραίνει, το νερό περνάει με καλαμάκι, και όλη η ζωή μαζεύεται σε μια ερώτηση που δεν θα έπρεπε κανένας άνθρωπος να χρειαστεί να κάνει σε κανέναν που τον αγαπά: «Πες μου σε παρακαλώ, μυρίζω;» Απάντησε αλήθεια κανείς αυτή την ερώτηση; Ό,τι σου είπα κάποτε ήταν αγάπη.

Δεν ξέρω αν ήταν αλήθεια.

Ίσως η αγάπη εκείνη τη στιγμή να είναι το τελευταίο δικαίωμα του ψεύδους.

Ίσως ο άνθρωπος που αγαπά να οφείλει να πει ψέματα όταν η αλήθεια δεν έχει πια καμία σωτηριολογική αξία.

Σε αγκάλιασα και σου είπα κι εγώ ψέματα.

Αλλά εσύ ήξερες.

Και εγώ ήξερα.

Και αυτή η γνώση, Μαλβίνα, αυτή η κοινή, ανομολόγητη γνώση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, είναι πιο σκληρή από τον θάνατο.

Γιατί ο θάνατος έρχεται μετά.

Πρώτα έρχεται η στιγμή που το σώμα ξέρει ότι χάνει την κυριαρχία του και ζητά από τον άλλον να του επιβεβαιώσει ότι παραμένει ακόμη αγαπήσιμο.

Αυτό δεν το αντέχω ακόμη.

Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά, αυτό δεν το αντέχω.

Όχι επειδή ήταν τραγικό.

Η τραγωδία είναι λέξη υπερβολικά καθαρή.

Αυτό ήταν πιο βρώμικο, πιο ταπεινό, πιο ανθρώπινο.

Ήταν η κατάρρευση του μύθου μέσα στο ίδιο το σώμα του μύθου.

Ήταν η στιγμή που το σύμβολο ζητούσε από τον φίλο όχι ερμηνεία, όχι θαυμασμό, όχι μνημείο, αλλά επιβεβαίωση ότι δεν είχε γίνει αβάσταχτο.

Και εγώ που σε είχα ακούσει να λες πως η ζωή, όσο μπορείς να κινείσαι, να βλέπεις, να αισθάνεσαι, αξίζει ακόμη να υπάρχει, βρέθηκα μπροστά σε μια γυναίκα που δεν ζητούσε φιλοσοφία.

Ζητούσε να μη ντραπεί εντελώς.

Αυτό ήσουν τελικά, Μαλβίνα.

Όχι η ατάκα.

Όχι το τηλεοπτικό φαινόμενο.

Όχι η μυθολογία της μποέμικης ασυδοσίας.

Ήσουν η πιο ακριβής ανατόμος της ντροπής.

Ήξερες ότι ο άνθρωπος δεν καταστρέφεται πρώτα από τον θάνατο, αλλά από την ταπείνωση.

Από τη στιγμή που βρίσκεται δεμένος με έναν άνθρωπο που δεν θέλει.

Από τη στιγμή που ανακαλύπτει την ομοιότητα αυτών που αγαπά με τους ανθρώπους που τους περιβάλλουν.

Από τη στιγμή που κοιτάζει τη μάνα του μέσα του.

Από τη στιγμή που καταλαβαίνει ότι η επιτυχία ήταν ίσως μια παιδική εκδίκηση.

Από τη στιγμή που αρχίζει να υποψιάζεται ότι οι άνθρωποι μέσα του τελειώνουν.

Από τη στιγμή που πρέπει να ρωτήσει αν μυρίζει.

Γι’ αυτό νομίζω ότι σήμερα θα ήσουν ανυπόφορη.

Όχι παρωχημένη. Ανυπόφορη.

Θα χαλούσες τη γιορτή της γενικής μετριότητας.

Θα έμπαινες μέσα στο αποστειρωμένο, φοβισμένο, επικοινωνιακά ευπρεπισμένο παρόν μας και θα το λέκιαζες με ζωή.

Θα έκανες πάλι αυτό που ήξερες: θα έπαιρνες τη βλακεία από τον λαιμό και θα την ανάγκαζες να κοιταχτεί στον καθρέφτη.

Θα τρόμαζες τους καινούργιους ευαίσθητους, τους επαγγελματίες της ορθότητας, τους τεχνικούς της συγκίνησης, τους μικρούς εισαγγελείς των κοινωνικών δικτύων, όλους αυτούς που έχουν κάνει την ηθική ένα λευκό γάντι για να μη λερώσουν τα χέρια τους με άνθρωπο.

Εσύ ήσουν λερωμένη από άνθρωπο.

Από λάθη, από έρωτες, από φυγές, από κουζίνες, από παιδιά, από μάνα, από άντρες, από ντροπή, από γέλια, από ενοχές, από μεγαλείο.

Και γι’ αυτό δεν σε χόρτασα.

Δεν σε χόρτασε κανείς.

Δεν σε χόρτασα, Μαλβίνα.

Δεν χορταίνονται οι άνθρωποι που δεν ανήκουν πουθενά, γιατί κάθε φορά που τους πλησιάζεις νομίζεις ότι θα τους καταλάβεις, και κάθε φορά σου διαφεύγουν.

Δεν χορταίνονται οι άνθρωποι που δίνουν πολλά, γιατί βαθιά μέσα σου ξέρεις ότι δεν δίνουν από περίσσευμα, δίνουν από πληγή.

Δεν χορταίνονται οι φίλοι που πεθαίνουν πριν γεράσουν, γιατί τους έχουμε ήδη εγκαταστήσει στο μέλλον μας χωρίς να τους ζητήσουμε άδεια.

Εγώ σε είχα εγκαταστήσει εκεί.

Σε κάποια μελλοντική νύχτα, σε κάποιο τραπέζι, σε κάποιο σπίτι, σε κάποια στιγμή δικής μου κατάρρευσης όπου θα ερχόμουν να σου πω τις μπούρδες μου, και εσύ θα μου έλεγες κάτι αδιανόητα σκληρό και αδιανόητα τρυφερό, θα με τάιζες, θα με έβριζες, θα με έσωζες λίγο, όσο σώζεται ένας άνθρωπος από έναν άλλον άνθρωπο.

Αντί γι’ αυτό, μου άφησες σιωπή.

Και μαζί με τη σιωπή, μου άφησες εκείνη την πιο παράξενη μορφή ευθύνης που δεν την περιγράφει κανείς όταν μιλά για τους νεκρούς.

Όλοι μιλούν για το πένθος, για την απουσία, για τη μνήμη, για την αγάπη που μένει.

Κανείς δεν μιλά για τη φροντίδα αυτού που απομένει όταν ο άνθρωπος έχει φύγει.

Κανείς δεν λέει πόσο άδικη, πόσο σχεδόν άσεμνη είναι η στιγμή που η αγάπη παύει να απευθύνεται σε φωνή και απευθύνεται σε κατάλοιπο.

Πόσο τρομακτικό είναι να περνάς από το πρόσωπο στο ίχνος, από το γέλιο στη στάχτη, από την κουζίνα στο χώμα, από την αγκαλιά στην τελευταία τακτοποίηση.

Κανείς δεν λέει ότι οι νεκροί, χωρίς να το θέλουν, γίνονται μερικές φορές βάρος στα χέρια των ζωντανών.

Όχι επειδή δεν τους αγαπήσαμε.

Ακριβώς επειδή τους αγαπήσαμε.

Ίσως αυτό σου γράφω σήμερα.

Όχι για να σε τιμήσω.

Δεν χρειάζεσαι τιμές.

Τις τιμές τις χρειάζονται οι μέτριοι, επειδή δεν αντέχουν ότι θα χαθούν χωρίς τελετή.

Σου γράφω για να σου επιστρέψω λίγο από το βάρος σου.

Για να σου πω ότι ακόμη είσαι εδώ, όχι όπως σε θέλουν οι επέτειοι θανάτων, όχι όπως σε θυμούνται οι θεατές, όχι όπως σε ξαναμοιράζουν τα αποσπάσματα, αλλά όπως μένουν οι αληθινά αγαπημένοι νεκροί: ενοχλητικά, σωματικά, άτακτα, με απαιτήσεις, με εκκρεμότητες, με μια σχεδόν προσβλητική ικανότητα να ζητούν από τους ζωντανούς να συνεχίσουν κάτι που εκείνοι εγκατέλειψαν.

Και εγώ συνεχίζω.

Όχι καλά.

Όχι πάντα.

Όχι χωρίς θυμό.

Αλλά συνεχίζω.

Σε κουβαλάω ως πρόσωπο που δεν έκλεισε, ως φωνή που δεν ησύχασε, ως φίλη που δεν πρόλαβε να γεράσει, ως γυναίκα που έκανε τον έρωτα πολιτική πράξη και τη ντροπή θεολογία του σώματος, ως εκείνο το σιδερένιο κορίτσι που κατέρρευσε χωρίς να πάψει να κοιτάζει κατάματα, ως ένα πλάσμα που πέρασε από τη ζωή σπαταλώντας την, επειδή κατάλαβε πριν από όλους μας ότι μόνο ό,τι σπαταλιέται σώζεται κάπως από τη γελοιότητα της ιδιοκτησίας.

Και αν υπάρχει κάτι που ακόμη δεν σου έχω συγχωρήσει, δεν είναι ότι πέθανες.

Είναι ότι ακόμη και μετά τον θάνατό σου βρήκες τρόπο να μου αναθέσεις αυτό που κανείς φίλος δεν ξέρει πώς να αναλάβει: όχι απλώς να σε θυμάμαι, αλλά να στέκομαι, χωρίς λόγο, χωρίς εντολή και χωρίς απαλλαγή, φρουρός μπροστά σε ό,τι απέμεινε από την τελευταία σου σιωπή. Ακούς;

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences