Ξέρεις, ήθελα να σου πω μια ιστορία που μου έρχεται πάντα στο μυαλό όταν περνάω από το παλιό μας χωριό. Στο κέντρο της αυλής του μικρού σχολείου στο Λιβάδι, στέκεται ένας κουτσομπολιόδους βελανιδιάς...
Ξέρεις, ήθελα να σου πω μια ιστορία που μου έρχεται πάντα στο μυαλό όταν περνάω από το παλιό μας χωριό.
Στο κέντρο της αυλής του μικρού σχολείου στο Λιβάδι, στέκεται ένας κουτσομπολιόδους βελανιδιάς, τυλιγμένος σε φθαρμένα κλαδιά, αλλά ακόμη στέκεται όρθιος.
Κανείς δεν θυμάται πότε φυτεύτηκε, απλώς όλοι λέμε ότι είναι «παλαιότερος από τον διευθυντή». Ο Γιάννης, ο φάρος του σχολείου, τον φροντίζει σαν να είναι ο παππού του.
Το φθινόπωρο μαζεύει τις πέτρες του, την άνοιξη τσουπίζει τα κλαδιά για να μη μένουν τσιγάρα ή παλιά σκοινί. —Έχει δει πιο πολλά περιστατικά από ό,τι εμείς μπορούμε να φανταστούμε — έλεγε συχνά.
Μια μέρα, στην πρώτη εβδομάδα της σχολικής χρονιάς, ήρθε η Μαριλένα, μια κορούλα εννιά ετών που μόλις μετακόμισε στο χωριό.
Δεν μιλούσε πολύ και πάντα κάθονταν μόνο της σε μια γωνιά της αυλής, ζωγραφίζοντας στο σημειωματάριό της. Ο Γιάννης την παρατήρησε. —Δεν παίζεις με τα άλλα παιδιά; — τη ρώτησε. —Δεν με γνωρίζουν — απάντησε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. — Και δεν ξέρω αν θέλω να με γνωρίσουν. Ο Γιάννης δεν τονίστηκε, αλλά εκεί το απόγευμα άρχισε να σπινθηροβολεί κάτι.
Πήρε παλιά ξύλινα παγοποιητικά, σχοινιά και εργαλεία που του δανείστηκαν.
Κάθε βράδυ, αφού έφυγαν τα παιδιά, ανέβαινε στην βελανιδιά και πρόσθετε κάτι καινούργιο: μια κολόνα, ένα μικρό παράθυρο, ένα ξύλινο πάγκο.
Μετά από μία εβδομάδα, είχε χτίσει μια μικρή καστροπολιού, κρυμμένη ανάμεσα στα χαμηλότερα κλαδιά.
Το πρωί που η Μαριλένα ξύπνησε, ο Γιάννης την κάλεσε: — Θέλω να σου δείξω κάτι.
Την πήρε, λίγο διστακτική.
Όταν έδειξε η ξύλινη πόρτα κρυμμένη στα κλαδιά, έμεινε άφωνη. — Είναι για σένα… αν θέλεις — είπε εκείνος. — Εδώ μπορείς να ζωγραφίσεις, να διαβάσεις ή απλά να σκέφτεσαι.
Κανείς δεν θα ανέβει χωρίς την άδειά σου. Η Μαριλένα μπήκε, άφησε το σημειωματάριό της στο πάγκο και κοίταξε από το μικρό παράθυρο.
Από εκεί, ο κόσμος έδειχνε πιο μικρός, πιο ασφαλής.
Σιγά-σιγά άρχισε να προσκαλεί άλλα παιδιά.
Πρώτα μια συμμαθήτριά που της δάνει μια μολύβια χρώματος.
Μετά ένα αγόρι που της έμαθε να φτιάχνει χαρτοπλάνες.
Η μικρή καστροπολιού έγινε λιμάνι φιλίας.
Μια μέρα, μια καταιγίδα χτύπησε με μπόλικο θόρυβο το χωριό.
Τα κλαδιά τρεμούσαν σαν να θέλουν να περάσουν. Ο Γιάννης, ανήσυχος, έτρεξε στην αυλή να δει αν η καστροπολιού θα αντέξει. Η Μαριλένα εμφανίστηκε, βρεγμένη μέχρι το τρίχωμα. — Εντάξει; — ρώτησε, φωνάζοντας λίγο πάνω στον άνεμο. — Νομίζω ναι, αλλά καλύτερα να μην ανέβεις.
Όταν η καταιγίδα πέρασε, η καστροπολιού ήταν ακόμη εκεί, αν και ένα κομμάτι της στέγης είχε ραγίσει. Ο Γιάννης στενάχωρησε, αλλά πριν προλάβει να την επισκευάσει, τα παιδιά βγήκαν μπροστά.
Κάθε ένας έφερε κάτι: χαρτόνια, υφάσματα, μπογιές, σχοινιά.
Μαζί, ξαναχτίσαν το καταφύγιο.
Στον τοίχο, έγραψαν μια φράση που η Μαριλένα είχε γράψει με σίγουρα γράμματα: «Πάντα υπάρχει θέση για έναν ακόμα». Τα χρόνια περνούσαν, η καστροπολιού έβλεπε γενιές παιδιών. Ο Γιάννης γέμιζε τα γέλια, η Μαριλένα μεγάλωνε, πήγε στην Αθήνα και έγινε αρχιτέκτονας.
Δέκα χρόνια αργότερα, γύρισε στο χωριό για να επισκεφθεί τη γιαγιά της.
Πέρασε από το σχολείο και είδε τη βελανιδιά ακόμα εκεί, με την καστροπολιού αμετάβλητη, μόνο λίγο πιο φθαρμένη. Βρήκε τον Γιάννη να κάθεται … Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους