Δύο μέρες τώρα, η φίλη μου η Κ. δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Ανησύχησα κάπως, καθώς μιλούσαμε σχεδόν καθημερινά. Όλα έμοιαζαν ήσυχα. Τα επαγγελματικά της πήγαιναν εξαιρετικά, οι υποχρεώσεις της...
Δύο μέρες τώρα, η φίλη μου η Κ. δεν απαντούσε στο τηλέφωνο.
Ανησύχησα κάπως, καθώς μιλούσαμε σχεδόν καθημερινά.
Όλα έμοιαζαν ήσυχα.
Τα επαγγελματικά της πήγαιναν εξαιρετικά, οι υποχρεώσεις της τακτοποιημένες, η ζωή της, όπως θα έλεγε κανείς, «σε τάξη». Και όμως, σήμερα το μεσημέρι έσκασε η είδηση σαν βόμβα. Η Κ. βρέθηκε νεκρή, αφήνοντας πίσω της ένα σημείωμα.
Δεν μιλούσε για οικονομικά προβλήματα.
Δεν μιλούσε για κάποια μεγάλη εξωτερική καταστροφή.
Έγραφε μόνο ότι κουράστηκε να ζει με το αίσθημα μιας βαθιάς ερωτικής ακύρωσης, ότι επί χρόνια περιφερόταν μέσα στο ίδιο αδιέξοδο, ότι τίποτε δεν προχωρούσε ούτε στις σχέσεις της ούτε στον τρόπο με τον οποίο συναντούσε τους άλλους ανθρώπους.
Έγραφε πως εξωτερικά όλα έμοιαζαν καλά, αλλά εσωτερικά κατοικούσε σε έναν τόπο όπου δεν έφθανε κανείς.
Από τη στιγμή που το έμαθα, δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι ότι ίσως το πιο τρομακτικό στοιχείο αυτής της ιστορίας δεν είναι η ίδια η ιστορία.
Είναι η οικειότητά της.
Είναι το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι θα τη διαβάσουν και θα αναγνωρίσουν μέσα της ένα κομμάτι του εαυτού τους.
Όχι το τέλος.
Αλλά τη διαδρομή.
Την αίσθηση ότι περνούν τα χρόνια και τίποτε ουσιαστικό δεν αλλάζει.
Ότι η ζωή κινείται, αλλά η καρδιά παραμένει ακίνητη.
Ότι ο χρόνος κυλά στο ημερολόγιο, αλλά όχι μέσα τους.
Πόσοι άνθρωποι κυκλοφορούν σήμερα ανάμεσά μας κουβαλώντας μια αόρατη ήττα; Πόσοι πηγαίνουν στη δουλειά τους, απαντούν στα μηνύματά τους, πληρώνουν τους λογαριασμούς τους, γελούν στα τραπέζια των φίλων τους και ταυτόχρονα επιστρέφουν κάθε βράδυ σε ένα εσωτερικό δωμάτιο όπου τίποτε δεν έχει μετακινηθεί εδώ και χρόνια; Πόσοι συνεχίζουν να αναπνέουν ενώ ένα κομμάτι της ύπαρξής τους έχει ήδη αποσυρθεί από τον κόσμο; Η μεγάλη δυσκολία της εποχής μας δεν είναι ότι παράγει δυστυχία.
Η μεγάλη δυσκολία είναι ότι παράγει δυστυχία αόρατη, δυστυχία καλοντυμένη, δυστυχία λειτουργική, δυστυχία που ξυπνά το πρωί, πηγαίνει στο γραφείο και δεν δίνει κανένα δικαίωμα υποψίας.
Ο άνθρωπος δεν καταρρέει μόνο όταν στερείται την αγάπη.
Καταρρέει όταν παύει να πιστεύει ότι η αγάπη μπορεί ακόμη να συμβεί.
Αυτή είναι η βαθύτερη τραγωδία.
Όχι η απώλεια ενός προσώπου, αλλά η απώλεια της αναμονής.
Οι άνθρωποι αντέχουν πολλά.
Αντέχουν πένθη, απορρίψεις, διαψεύσεις, αστοχίες.
Εκείνο που δυσκολεύονται να αντέξουν είναι η στιγμή κατά την οποία σταματούν να περιμένουν.
Όταν σβήσει η προσδοκία ότι κάπου υπάρχει ακόμη ένα βλέμμα που τους αναζητά, τότε ο κόσμος αρχίζει να αδειάζει από νόημα.
Και εδώ γεννιέται ένα ερώτημα πολύ πιο ανησυχητικό από την ίδια την προσωπική ιστορία της φίλης μου Κ. Μήπως η Κ. δεν συνετρίβη μόνο από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα; Μήπως συνετρίβη και από έναν πολιτισμό που έχει μάθει να μιλά αδιάκοπα για επιτυχία αλλά σχεδόν ποτέ για αποτυχία; Να μιλά για δικτύωση αλλά όχι για οικειότητα; Για σεξ αλλά όχι για δέσμευση; Για αυτοπεποίθηση αλλά όχι για τρωτότητα; Να διαφημίζει χιλιάδες τρόπους σύνδεσης και να παράγει ολοένα περισσότερους ανθρώπους που αισθάνονται αόρατοι; Η σύγχρονη πόλη είναι γεμάτη φώτα και γεμάτη σκιές.
Γεμάτη ανθρώπους, free press και γεμάτη ερήμους.
Ποτέ άλλοτε στην ιστορία δεν υπήρξαν τόσες δυνατότητες επικοινωνίας και ποτέ άλλοτε η εμπειρία της μοναξιάς δεν υπήρξε τόσο πυκνή.
Συναντιόμαστε αδιάκοπα αλλά αγγίζουμε ο ένας τον άλλον ολοένα λιγότερο.
Ανταλλάσσουμε πληροφορίες αλλά όχι αλήθειες.
Εικόνες αλλά όχι πληγές.
Γνώμες αλλά όχι φόβους.
Και κάπως έτσι η πόλη μετατρέπεται σε έναν τεράστιο μηχανισμό συνύπαρξης χωρίς εγγύτητα.
Μήπως λοιπόν η μεγάλη αστοχία του καιρού μας δεν είναι οικονομική ούτε πολιτική αλλά ερωτική; Μήπως το βαθύτερο πρόβλημα δεν βρίσκεται στους θεσμούς αλλά στους δεσμούς; Μήπως οικοδομήσαμε έναν πολιτισμό που ξέρει να παράγει καριέρες, να διαχειρίζεται δεδομένα, να αυξάνει δείκτες και αποδόσεις, αλλά δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να παράγει σχέσεις διάρκειας; Μήπως η πιο αθόρυβη κρίση της εποχής είναι η κρίση της συνάντησης; Kάποια στιγμή η ερωτική απόρριψη παύει να αφορά τον άλλον.
Μετατρέπεται σε ερώτημα για τον εαυτό.
Ο άνθρωπος δεν αναρωτιέται πλέον «γιατί δεν με αγάπησε;». Αναρωτιέται «μήπως δεν αξίζω να αγαπηθώ;». Και από εκείνη τη στιγμή αρχίζει μια αργή διάβρωση του προσώπου.
Όχι θεαματική.
Ούτε ορατή.
Μια διάβρωση υπόγεια, σχεδόν αθόρυβη, που μπορεί να διαρκέσει χρόνια.
Γι’ αυτό δεν με συγκλονίζει μόνο η απώλεια της Κ. Με συγκλονίζει η υποψία ότι γύρω μας υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που παλεύουν με παρόμοια αισθήματα χωρίς να το γνωρίζει κανείς.
Άνθρωποι που λειτουργούν άψογα, αλλά υποφέρουν βαθιά.
Άνθρωποι που θεωρούνται επιτυχημένοι, αλλά αισθάνονται ανεπιθύμητοι.
Άνθρωποι που έχουν τα πάντα εκτός από αυτό που αναζητούν περισσότερο… Και αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο.
Όχι ότι ένας άνθρωπος μπορεί να χαθεί μέσα στη μοναξιά του.
Αλλά ότι έχουμε αρχίσει να θεωρούμε τη μοναξιά φυσιολογική.
Σαν να πρόκειται για μια αναπόφευκτη παρενέργεια της σύγχρονης ζωής.
Σαν να γνωρίζουμε όλοι, μυστικά, πως γύρω μας κυκλοφορούν αμέτρητοι άνθρωποι που συνεχίζουν να εργάζονται, να χαμογελούν, να σχεδιάζουν το μέλλον τους, ενώ μέσα τους διεξάγεται ένας αθέατος αγώνας.
Και αναρωτιέμαι: πόσοι άνθρωποι χρειάζεται ακόμη να λυγίσουν κάτω από το βάρος αυτής της αόρατης οδύνης για να παραδεχθούμε ότι η μεγάλη επιδημία του 21ου αιώνα δεν είναι μόνο το άγχος, ούτε μόνο η εξουθένωση, ούτε μόνο η κατάθλιψη; Μήπως είναι η βαθιά αίσθηση ότι μπορεί κανείς να περάσει ολόκληρη τη ζωή του χωρίς να συναντήσει ποτέ πραγματικά έναν άλλον άνθρωπο; Και αν αυτό είναι αλήθεια, τότε το πιο επείγον καθήκον του πολιτισμού μας δεν είναι να μάθει να μιλά περισσότερο.
Είναι να μάθει ξανά να ακούει, να αντέχει την ευαλωτότητα και να δημιουργεί χώρους όπου ο πόνος δεν θα χρειάζεται να κρύβεται πίσω από την κανονικότητα.
Γιατί καμιά φορά η πιο επικίνδυνη σιωπή δεν είναι εκείνη που δεν ακούγεται.
Είναι εκείνη που όλοι βλέπουν και κανείς δεν αναγνωρίζει. (Κ. είσαι πολύ μαλακισμένη να ξέρεις…) Manos Lambrakis
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους