28 Σεπτεμβρίου 2024 Σήμερα το παλιό βελανιδόδεντρο που ξαφνικά κουνιέται αλλά στέκεται περήφανο στο κέντρο του σχολικού αυγού του Λιτόχωρου, είναι το ίδιο από που το φύτεψαν οι πρώτοι δάσκαλοι...
28 Σεπτεμβρίου 2024 Σήμερα το παλιό βελανιδόδεντρο που ξαφνικά κουνιέται αλλά στέκεται περήφανο στο κέντρο του σχολικού αυγού του Λιτόχωρου, είναι το ίδιο από που το φύτεψαν οι πρώτοι δάσκαλοι.
Κανείς δεν ξέρει πότε το έβαλαν στη γη, μόνο ξέρουμε ότι είναι «παλιότερο από τον διευθυντή». Εγώ, ο Στέφανος, φύλακας του σχολείου, το φροντίζω σαν να είναι παππούς ξύλινος.
Κάθε φθινόπωρο μαζεύω τα φύλλα του με αφοσίωση· την άνοιξη τσέκομαι αν τα κλαδιά δεν κρατούν κάποιους παλιούς σίδερους ή παλαιά δοκάρια από κρεμάστρα παιχνιδιών. «Αυτό το δέντρο έχει δει περισσότερες σχολικές διακοπές από ό,τι εμείς όλοι μαζί», λέω συχνά.
Μια πρωινή της πρώτης εβδομάδας του σχολικού έτους ήρθε η Αγνίτσα, παιδί εννιά ετών, που είχε μόλις μετακομίσει στο χωριό.
Έμενε ήσυχη στη γωνιά της αυλής, ζωγραφίζοντας μόνο της σε ένα τετράδιο.
Η ματιά της έπεσε σε μένα. «Δεν παίζεις με τους άλλους;» ρώτησα. «Δεν με ξέρουν», απάντησε, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα, «και δεν ξέρω αν θέλω να με ξέρουν». Δεν την επανέλαβα, αλλά την ίδια νύχτα άρχισα κάτι.
Πήρα παλιές σανίδες, σχοινιά και εργαλεία που μου δανείστηκαν.
Κάθε βράδυ, αφού έφυγαν τα παιδιά, ανέβαινα στο βελανιδόδεντρο και πρόσθετα ένα νέο κομμάτι: μια σκάλα, ένα μικρό παράθυρο, ένα ξύλινο πάγκο.
Μέσα σε μια εβδομάδα, έφτιαξα μια μικρή «σπιτάκι στο δέντρο», κρυμμένο στα κάτω κλαδιά.
Την επόμενη μέρα, κάλεσα την Αγνίτσα: «Θέλω να σου δείξω κάτι». Ακολούθησε με δίχως πολύς δέος.
Όταν είδε την ξύλινη πόρτα ανάμεσα στα κλαδιά, έμεινε άφωνη. «Είναι δική σου… αν το θες», της είπα. «Εδώ μπορείς να ζωγραφίσεις, να διαβάσεις ή απλά να σκεφτείς.
Κανείς δεν θα ανέβει χωρίς την άδειά σου». Μάζεψε το τετράδιο της στον πάγκο και κοίταξε από το στρογγυλό παράθυρο.
Από εκεί ο κόσμος φαινόταν πιο μικρός, πιο ασφαλής.
Από τότε, ήρθε και άλλα παιδιά.
Πρώτα μια κοπέλα που της έδωσε μολύβι χρώματος, μετά ένα αγόρι που της έδειξε πώς να φτιάχνει αεροπλανάκια από χαρτί.
Το σπιτάκι έγινε καταφύγιο φιλίας.
Μια μέρα, θύελλα σκότωσε το χωριό με δύναμη.
Τα κλαδιά έτρακαν σαν να θέλουν να σπάσουν.
Τρέχοντας στην αυλή, ήμουν ανήσυχος για το σπιτάκι. Η Αγνίτσα εμφανίστηκε, βρεγμένη. «Είναι εντάξει;» φώναξε μέσα στο ανεμοστρόβιλο. «Νομίζω ναι, αλλά μην ανεβείς», απάντησα.
Όταν η θύελλα πέρασε, το σπιτάκι ήταν ακόμα εκεί, με ένα τρύπημα στη στέγη.
Πριν το φτιάξουμε ξανά, τα παιδιά συγκεντρώθηκαν· ο καθένας έφερε κάτι: χαρτόνια, υφάσματα, χρώματα, σχοινιά.
Μαζί το επανέδωσαν.
Στον τοίχο, η Αγνίτσα έγραψε με σίγουρο χέρι: «Εδώ υπάρχει πάντα θέση για έναν ακόμη». Τα έτη πέρασαν· το σπιτάκι είδε γενιές παιδιών.
Εγώ γερνάω, η Αγνίτσα μεγαλώνει, πάει στην Αθήνα και γίνεται αρχιτέκτονας.
Δέκα χρόνια μετά, επέστρεψε στο χωριό για τη γιαγιά της.
Περπατώντας στο σχολείο, είδε το βελανιδόδεντρο ακόμα, το σπιτάκι άθικτο, αν και πιο φθαρμένο. Με βρήκε σε έναν πάγκο. … Θες το επόμενο μέρος; Σχολίασε “ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ” παρακάτω 🔥👀
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους