Η υπόθεση που ανέδειξε ο Βασίλης Μπορνόβας και αναδημοσίευσε ο Θανάσης Αυγερινός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό περιστατικό ηλεκτρονικής απάτης. Όταν ένας πολίτης λαμβάνει μήνυμα που...
Η υπόθεση που ανέδειξε ο Βασίλης Μπορνόβας και αναδημοσίευσε ο Θανάσης Αυγερινός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό περιστατικό ηλεκτρονικής απάτης.
Όταν ένας πολίτης λαμβάνει μήνυμα που εμφανίζεται να παραπέμπει σε κρατική υπηρεσία, με ένδειξη τύπου «GR GOV», και καλείται να πατήσει σύνδεσμο, το ζήτημα ξεπερνά την ατομική προσοχή του χρήστη.
Αγγίζει την εμπιστοσύνη του πολίτη απέναντι στο ψηφιακό κράτος.
Ακόμη σοβαρότερο είναι το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζεται η καταγγελία. Ο Βασίλης Μπορνόβας δεν είναι τυχαίο πρόσωπο.
Είναι πρέσβης επί τιμή, με μακρά παρουσία σε ευαίσθητα διπλωματικά πεδία.
Αν πράγματι έγινε απόπειρα παγίδευσης του κινητού του, η υπόθεση δεν μπορεί να κλείσει με την εύκολη εξήγηση μιας γενικής κυβερνοαπάτης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι: επρόκειτο για μαζική απάτη ή για στοχευμένη επιχείρηση; Αν ήταν απάτη, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να πουν ποιος την οργάνωσε, πόσοι πολίτες επηρεάστηκαν και ποια τεχνικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν.
Αν όμως ήταν στοχευμένη ενέργεια εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, τότε μιλάμε για πολύ βαρύτερο ζήτημα.
Μιλάμε για πιθανή επιχείρηση παρακολούθησης, εκφοβισμού ή πολιτικής χαρτογράφησης.
Και εδώ δεν πρέπει να αποκλειστεί τίποτα εκ των προτέρων.
Ούτε η εμπλοκή ιδιωτικών κυκλωμάτων.
Ούτε η δράση παρακρατικών μηχανισμών.
Ούτε ακόμη και το ενδεχόμενο διασύνδεσης με κρατικές ή κομματικές δομές που αισθάνονται πολιτική πίεση από πρόσωπα και κινήσεις της κοινωνίας. Η Μαρία Καρυστιανού έχει εξελιχθεί σε πρόσωπο με μεγάλη συμβολική και πολιτική βαρύτητα.
Εκφράζει ένα κοινωνικό αίτημα λογοδοσίας που ενοχλεί ισχυρά κέντρα εξουσίας.
Είναι, επομένως, απολύτως θεμιτό να τεθεί το ερώτημα αν πρόσωπα που συνδέονται με αυτόν τον κύκλο δημόσιας πίεσης βρίσκονται στο στόχαστρο ψηφιακών επιχειρήσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί κανείς να αποδώσει ευθύνη χωρίς αποδείξεις.
Σημαίνει όμως ότι η έρευνα δεν μπορεί να περιοριστεί στην επιφάνεια.
Δεν αρκεί να πουν οι αρχές «μην πατάτε ύποπτους συνδέσμους». Οφείλουν να ερευνήσουν ποιος έστειλε τα μηνύματα, από ποια υποδομή, με ποιον τελικό σκοπό και αν υπήρξαν συγκεκριμένοι στόχοι.
Μετά την υπόθεση Predator, η ελληνική κοινωνία έχει κάθε λόγο να είναι καχύποπτη.
Η εμπειρία των παρακολουθήσεων έδειξε ότι η τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί όχι μόνο από απατεώνες, αλλά και από μηχανισμούς εξουσίας.
Γι’ αυτό η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα.
Είναι πολιτικό πρόβλημα.
Η κυβέρνηση, η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων οφείλουν να δώσουν σαφείς απαντήσεις.
Όχι γενικόλογες διαβεβαιώσεις.
Όχι επικοινωνιακές υπεκφυγές.
Απαντήσεις τεχνικές, θεσμικές και πολιτικές.
Διότι όταν κάποιος χρησιμοποιεί τη μάσκα του κράτους για να παγιδεύσει πολίτες, το κράτος έχει δύο επιλογές: είτε να αποδείξει ότι προστατεύει τη δημοκρατία είτε να αφήσει την υποψία να μεγαλώσει.
Και σε μια δημοκρατία που έχει ήδη τραυματιστεί από υποκλοπές, παρακολουθήσεις και θεσμική αδιαφάνεια, η υποψία δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι καμπανάκι κινδύνου.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους