[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο άνθρωπος είναι καθρέφτης για τον άνθρωπο και εξυποκειμενικεύεται δια διυποκειμενικών αντανακλάσεων. Η διαδικασία κρυστάλλωσης αυτών των αντικατοπτρισμών είναι η διαδικασία συγκρότησης του...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο άνθρωπος είναι καθρέφτης για τον άνθρωπο και εξυποκειμενικεύεται δια διυποκειμενικών αντανακλάσεων.

Η διαδικασία κρυστάλλωσης αυτών των αντικατοπτρισμών είναι η διαδικασία συγκρότησης του υποκειμένου.

Αυτό θεωρητικοποιήθηκε εννοιολογικά από τους Fichte και Hegel και την μετέπειτα (μετα)εγελιανή παράδοση ως θεωρία αναγνώρισης.

Διαδικασίες αναγνώρισης φυσικά δεν έχουμε μόνο μεταξύ ανθρώπων, αλλά και μεταξύ θεσμών και ανθρώπων: αναγνωρίζομαι ως μαθητής στο σχολείο, πολίτης ή στρατιώτης στο κράτος, εργαζόμενος στην δουλειά, συμμορίτης σε μία συμμορία, μουσικός σε μία μπάντα ή ένα ωδείο, ασθενής στο νοσοκομείο, αθλητής σε μία ομάδα κ.ο.κ. Όμως θεωρία αναγνώρισης δεν συναντάται μόνο εκεί. Στους Αδερφούς Καραμαζώφ του Dostoyevsky συναντάμε μία πολύ ενδιαφέρουσα παραλλαγή της θεωρίας αναγνώρισης, όπου φαίνεται να αντιστρέφεται η εγελιανή θεωρία — όπως την βλέπουμε στην διαλεκτική αφέντη και δούλου.

Θα την αφηγηθώ εν συντομία. Ο Alyosha, ένας από τους τρεις αδερφούς, ο ίδιος είναι μοναχός και ευλαβής, είναι το πρότυπο χριστιανού που προτάσσει ο Dostoyevsky, και πέφτει πάνω σε μία παρέα νεαρών αγοριών που τα χωρίζει ένα ρυάκι.

Από την μία μεριά είναι πολλά παιδιά μαζεμένα και πετάνε πέτρες στην απέναντι μεριά που βρίσκεται ένα αγοράκι μόνο του.

Καταλαβαίνουμε ότι τον κοροϊδεύουν — του κάνουν bullying θα λέγαμε σήμερα — επειδή αυτό είναι φτωχό και πεινασμένο, με χαλασμένα ρούχα που δεν του κάνουν καν.

Το φτωχό παιδί από την άλλη όχθη που είναι μόνο του μαζεύει και αυτό πέτρες και τις πετάει στα άλλα παιδιά απέναντι.

Πέτρες χτυπάνε τα μεν παιδιά, χτυπιέται δε και αυτό που είναι μόνο του.

Όσο οι πέτρες βρίσκουν τον στόχο τους, το αμοιβαίο μίσος οξύνεται και παροξύνεται.

Αρκετά εγελιανό ως εδώ. Ο Alyosha επεμβαίνει για να τα χωρίσει.

Τα πολλά παιδιά φεύγουν ύστερα από την επίμονη παράκληση του Alyosha και ο Alyosha περνάει από την απέναντι πλευρά για να μιλήσει στο αγόρι που είναι μόνο του.

Όσο εκείνος το πλησιάζει για να του μιλήσει, εκείνο του πετάει μια πέτρα στο κεφάλι και τον βρίζει.

Είναι ξεκάθαρο ότι το παιδί αναπαράγει και επαναπροωθεί την βία που το ίδιο δέχτηκε.

Φαίνεται λοιπόν ότι η εξυποκειμενίζουσα πολεμική εχθρικότητα κρυσταλλώνει σιγά σιγά στην ψυχή του νεαρού παιδιού.

Όταν ο Alyosha τρώει την πέτρα, αγγίζει το σημείο που τον χτύπησε, και απαντάει στο παιδί, χωρίς οργή, χωρίς να του κουνήσει το δάχτυλο ή να μιλήσει ως κατήγορος σε δικαστήριο, αλλά με ηρεμία, πραότητα και γνήσια απορία: «μα γιατί μου πετάς πετρα, τι σου έκανα;» Τότε το αγόρι βάζει τα κλάματα και τρέχει να φύγει.

Αν εξετάσουμε αυτήν την σκηνή από εγελιανή σκοπιά, θα λέγαμε ότι το παιδί εξυποκειμενικεύεται ως υποκείμενο βίας και εχθρότητας, διότι έχει δεχθεί βία και εχθρότητα.

Όμως η εγελιανή θεωρία, τουλάχιστον στον βαθμό που την γνωρίζω, δεν έχει προβλέψει την αντίδραση του Alyosha.

Στην διαλεκτική αφέντη και δούλου, ο δούλος δεν αναγνωρίζεται ως ελεύθερος και κατ’ επέκταση δεν μπορεί να αναγνωρίσει τον αφέντη ως ελεύθερο: διότι μόνο η αναγνώριση ενός ελεύθερου μπορεί να είναι έγκυρη αναγνώριση.

Ο δούλος στα μάτια του αφέντη, του κράτους και του δικαίου είναι ιδιοκτησία του αφέντη, είναι κυριολεκτικά ένα πράγμα που μιλάει, και τα πράγματα δεν μπορούν να αναγνωρίζουν άλλους ως ελεύθερους.

Η αναγνώριση της ελευθερίας ή θα είναι αμοιβαία ή θα είναι ανέφικτη.

Ο δούλος συνειδητοποιεί την ελευθερία του επειδή κατά την εργασία του πάνω σε άλλα πράγματα, αντανακλάται η αυτοτέλεια και αυθυπαρξία του πράγματος πάνω στον δούλο.

Πράγματι, για να δουλέψεις ας πούμε την γη, πρέπει να της αφήσεις τον χώρο και τον χρόνο να «μιλήσει», να φανερώσει τους νόμους και τους προσδιορισμούς που διέπουν την ίδια και την συγκροτούν· αν θέλεις να καλλιεργήσεις πάνω της, πρέπει να την μάθεις.

Χωρίς σεβασμό της οντολογικής αυτοτέλειας και αυθυποστασίας της γης, δεν γίνεται να καλλιεργήσεις, διότι αν της επιβάλεις εσύ τους όρους σου θα σπέρνεις όταν δεν πρέπει να σπείρεις, θα ποτίζεις όποτε θέλεις εσύ και όσο θέλεις εσύ και όχι όσο έχει αυτή ανάγκη κ.ο.κ· αναπόφευκτα θα αποτυγχάνεις, όπως αυτός που πάει να φτιάξει κάστρα στην άμμο.

Έτσι ο δούλος «αναγνωρίζεται» από το πράγμα ως ελεύθερος, όταν ο ίδιος το αναγνωρίζει ως ελεύθερο· η ελευθερία του πράγματος αντανακλάται πάνω του και τον κάνει να συνειδητοποιήσει την δική του ελευθερία.

Όμως στην ιστορία του Alyosha και του παιδιού έχουμε μία αντίστροφη κίνηση: ο Alyosha αφενός αρνείται να γίνεται ο καθρέφτης της βίας, δηλαδή ο καθρέφτης του παιδιού.

Δεν τον αναγνωρίζει ως εχθρό του.

Δεν έχουμε αντανάκλαση του ομοίου — όπως στην περίπτωση της ελευθερίας — αλλά του ανόμοιου, του αντίθετου.

Αρνούμενος να πετάξει είτε πραγματική πέτρα, είτε δικαϊκή πέτρα (δηλαδή ηθική κατηγορία), αλλά διερωτόμενος για τον λόγο που την πετάει χωρίς να οργισθεί και να ανταποδώσει, ο αντικατοπτρισμός των καθρεφτών της βίας σπάει.

Ο εχθρός πρέπει να βλέπει εχθρό απέναντι του για να μπορεί να αναπαραχθεί η δομή της εχθρότητας.

Απέναντι του το βίαιο παιδί δεν βλέπει βία, αλλά μη-βία, βλέπει ήρεμη απορία.

Έτσι αντανακλάται ήρεμη απορία.

Το γεγονός ότι δεν βλέπει απέναντι του τον εαυτό του (δηλαδή βία και εχθρότητα) τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι ο ίδιος είναι βία και μάλιστα — σε δεύτερο χρόνο — ότι ο ίδιος είναι βία διότι έχει δεχθεί βία.

Έγινε εχθρός του εχθρού του.

Απέναντι στην μακροθυμία και την πραότητα του Alyosha, δηλαδή απέναντι στο αντίθετο του εαυτού του, το παιδί συνειδητοποιεί αρνητικά, δια αντιθέσεως, τι είναι το ίδιο.

Αν βάλεις έναν καθρέφτη απέναντι από έναν άλλο καθρέφτη, ο καθρέφτης θα αναπαράγεται μέχρι εκεί που μπορεί να φτάσει το μάτι.

Όταν απέναντι στο καθρέφτη βάλεις κάτι άλλο από καθρέφτη, αναιρείται η σχέση αμοιβαίου αντικατοπτρισμού.

Έτσι, αν ας πούμε βάλεις ένα πρόσωπο, ο καθρέφτης αναδεικνύει ένα πρόσωπο.

Έτσι ο Alyosha — το πρότυπο του χριστιανικού ήθους στους Αδερφούς Καραμαζώφ — αρνείται να βάλει έναν καθρέφτη βίας απέναντι στην βία, αρνείται να την αναπαράξει, κι έτσι σπάει το ξόρκι του αιώνιου αντικαθρεφτίσματος.

Και ύστερα όταν ο καθρέφτης έχει σπάσει, ρωτάει «γιατί το κάνεις αυτό;». Τότε γίνεται ο ίδιος καθρέφτης.

Το παιδί κοιτάει την βία που άσκησε το ίδιο, κοιτάει τον εαυτό του ως βία, συνειδητοποιεί τι έκανε και νιώθει ενοχή· έτσι βάζει τα κλάματα και τρέχει να φύγει.

Όμως δεν κλαίει μόνο από ενοχή· δεν κλαίει καν κυρίως από ενοχή.

Κυρίως κλαίει για κάτι η οργή όταν συναντιέται με την ηρεμία γίνεται θλίψη.

Το παιδί θρηνεί για την βία που του ασκήθηκε τόσο από τα άλλα παιδιά, όσο και από τον εαυτό του· διότι η δομή της εχθρότητας είναι βίαιη όχι μόνο για τον εχθρό και για τον ίδιο εκείνον που εχθρεύεται. Στον Hegel ο δούλος γίνεται ελεύθερος επειδή αντανακλάται σε αυτόν η ελευθερία του πράγματος· έτσι ο δούλος αναγνωρίζει πλέον τον εαυτό του ως ελεύθερο. Ο Alyosha όμως δεν αρνείται απλώς να ανταποδώσει την βία και κατ’ επέκταση την λογική του αντικαθρεφτίσματος της εχθρότητας, αλλά θέλει να σπάσει και τον τρόπο που παιδί αναγνωρίζει τον εαυτό του ως εχθρό απέναντι εχθρών.

Όταν ρωτάει «γιατί το έκανες αυτό;» δηλαδή «γιατί ασκείς βία;» ξέρει ότι το παιδί θα ανακαλύψει ότι ασκεί βία επειδή του ασκήθηκε βία και ότι η αναπαραγωγή αυτής της διαδικασία δεν είναι αναγκαία.

Με την στάση του είναι σαν να του φυτεύει έναν σπόρο που αν ανθίσει — και μπορεί να ανθίσει μόνο με την ελευθερία της συνείδησης του παιδιού — λέει στο παιδί: «έγινες βίαιος επειδή σου ασκήθηκε βία, και εχθρός επειδή είχες απέναντι εχθρούς.

Όμως δες, δεν χρειάζεται να γίνεσαι εχθρός για τους εχθρούς σου και να απαντάς με βία στην βία». Διαρρυγνύοντας τον αντικαθρεφτισμό και γινόμενος ο ίδιος ένας καθρέφτης μακροθυμίας, πραότητας και αγάπης, θέλει να ξεκρυσταλλώσει αυτό πριν κρυσταλλωνόταν και να αποκαλύψει τι ήταν τα πράγματα και ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν και αλλιώς· να δείξει ο ίδιος στην πράξη εκείνη κι όλας την στιγμή με την στάση του απέναντι στο παιδί πώς τα πράγματα μπορούν να γίνουν και αλλιώς. Ο Alyosha ελευθερώνει το παιδί με την έννοια ότι απελευθερώνει την οδύνη να γίνει ο εαυτός της, να γίνει κλάμα και θρήνος, να συνειδητοποιήσει τον εαυτό της αντί να μεταστρέφεται και απωθείται σε οργή.

Το δάκρυ του παιδιού είναι η ψυχοθεραπεία του.

Εμείς αφήνουμε το παιδί στην ενοχή που νιώθει απέναντι στον Alyosha.

Δεν έχω διαβάσει (ακόμη) παρακάτω για να δω τι γίνεται στην συνέχεια με αυτό το αγόρι, όμως επειδή γνωρίζω δύο πράγματα από την θεολογία που ο Dostoyevsky αναπαριστά (αριστουργηματικά) σε λογοτεχνική μορφή, είμαι σίγουρος ότι η επόμενη ψυχική κίνηση για το αγόρι είναι να θέσει το ερώτημα στον εαυτό του: «γιατί άσκησα βία;» και ύστερα από γνήσιο στοχασμό να απαντήσει «διότι δέχθηκα βία»· και αυτή η αντίστροφη κίνηση δεν γίνεται να ξεκινήσει χωρίς κάποιος να διαρρήξει την διαρρύθμιση των καθρεφτών και να βάλει κάτι άλλο — την αγάπη — στην θέση των αντικατοπτρισμών της βίας· χωρίς να δείξει μία άλλη, διαφορετική, αλλά εφικτή απάντηση στην βία. Ο Alyosha έρχεται από το (θεο)λογικό μέλλον του παιδιού και του διδάσκει πως γίνεται να σπάσει ο αέναος αντικατοπτρισμός του Ομοίου, ο αέναος κι αμείλικτος αντικατοπτρισμός της βίας: Όταν κάποιος απαντάει στην βία με αγάπη. Όταν κάποιος αγαπάει επειδή αγαπήθηκε.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences