Ἀπὸ ἕνα φτωχὸ χωριὸ τῆς Εὐρυτανίας ἔφυγαν δύο παιδιὰ σὲ ἡλικία 12 – 13 χρονῶν, φτωχά, ξυπόλητα· εἶχαν κάποια συγγένεια μεταξύ τους. Ἔφυγαν καὶ ποῦ πῆγαν; Ὁ Ἕλληνας πάει παντοῦ· αὐτὰ πῆγαν μέσα στὸ...
Ἀπὸ ἕνα φτωχὸ χωριὸ τῆς Εὐρυτανίας ἔφυγαν δύο παιδιὰ σὲ ἡλικία 12 – 13 χρονῶν, φτωχά, ξυπόλητα· εἶχαν κάποια συγγένεια μεταξύ τους.
Ἔφυγαν καὶ ποῦ πῆγαν; Ὁ Ἕλληνας πάει παντοῦ· αὐτὰ πῆγαν μέσα στὸ Λονδῖνο.
Ἐκεῖ δούλεψαν σὲ ῥεστοράν.
Καὶ μιὰ μέρα, αὐτὰ τὰ φτωχὰ παιδιά, ἔφτειαξαν καταστήματα στὸ Λονδῖνο.
Λίρα μὲ οὐρά! Ἀλλὰ ἡ ζωὴ εἶνε ῥόδα· ἔρχεται οἰκονομικὴ κρίσις καί, αὐτοὶ ποὺ κοιμήθηκαν ἑκατομμυριοῦχοι, τὴν ἄλλη μέρα ξύπνησαν πάμπτωχοι, ὅπως ὅταν εἶχαν ἔρθει στὸ Λονδῖνο ξυπόλητοι.
Πῶς ἀντιμετώπισαν τὴν κατάστασι; Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο ἀπογοητεύθηκε.
Δὲν ἔχω λεφτὰ πλέον, σκέφτηκε, δὲν ἔχω κατάστημα, δὲν ἔχω τίποτα· τί τὴ θέλω τὴ ζωή; Μπλοὺμ ἀπὸ ἕνα γεφύρι τοῦ Τάμεση μέσ᾽ στὸ ποτάμι· αὐτοκτόνησε.
Ὁ ἄλλος γονάτισε μπροστὰ στὴν εἰκόνα, ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ εἶπε· Θεέ μου, διὰ πρεσβειῶν τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας, βοήθησέ με… Καὶ ἄρχισε πάλι νὰ δουλεύῃ σὰν γκαρσόνι.
Δουλεύοντας συνεχῶς, στὰ πενήντα του χρόνια, νάτος πάλι κ᾽ ἔκανε κατάστημα.
Πάει κάποιος δημοσιογράφος καὶ τοῦ λέει· –Καὶ οἱ δυὸ ἤρθατε ἀπὸ τὰ μέρη αὐτὰ φτωχοί, γίνατε ἔπειτα πλούσιοι· χάσατε κατόπιν τὰ λεφτά, χάσατε τὰ διαμερίσματα, χάσατε τὰ πάντα, χάσατε τὶς λίρες σας, χάσατε τὶς μετοχές σας.
Ὁ ἄλλος πῆγε καὶ αὐτοκτόνησε· ἐσὺ πῶς σκέφτηκες; –Ὅ,τι εἶμαι, λέει, ἐγὼ τὸ χρωστῶ στὴ μάνα μου. –Πῶς τὸ χρωστᾷς στὴ μάνα σου; ἡ μάνα σου εἶνε μακριά. –Προτοῦ νὰ φύγω ἀπ᾽ τὸ χωριό, μὲ πῆρε ἡ μάνα μου, μὲ πῆγε στὸ εἰκόνισμα, γονάτισα καὶ μοῦ ᾽πε· «Παιδί μου, πολλὰ βάσανα θὰ τραβήξῃς στὸν κόσμο, ἀλλὰ ὅσα καὶ νὰ ἔρθουν, ποτέ μὴν ἀπελπιστῇς· ἐκεῖ ψηλὰ εἶνε ὁ Θεός!». Επισκόπου Αυγουστίνου Καντιώτη+
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους