Φάκελος Ταϊβάν, αλλά και Κούβας — Βίοι Παράλληλοι. Υπάρχουν νησιά που η γεωγραφία τους μοιάζει να τα έχει καταδικάσει εκ γενετής. Δεν είναι τόσο το μέγεθός τους ή ο πλούτος τους που τα κάνει ευάλωτα...
Φάκελος Ταϊβάν, αλλά και Κούβας — Βίοι Παράλληλοι. Υπάρχουν νησιά που η γεωγραφία τους μοιάζει να τα έχει καταδικάσει εκ γενετής.
Δεν είναι τόσο το μέγεθός τους ή ο πλούτος τους που τα κάνει ευάλωτα — είναι η απόσταση.
Εκατό μίλια νερό, λίγα λεπτά πτήσης, ένα ανάσα ανέμου που χωρίζει δύο κόσμους, δύο φιλοδοξίες, δύο ιστορίες που αρνούνται να τελειώσουν. Η Ταϊβάν βρίσκεται εκατό μίλια από την ηπειρωτική Κίνα.
Κι όμως, η σχέση της με τον κινεζικό πολιτισμό είναι εκπληκτικά πρόσφατη: μέχρι τον 17ο αιώνα, το νησί ανήκε αποκλειστικά στους αυτόχθονες κατοίκους του — λαοί που δεν είχαν καμία συγγένεια με τους Χαν.
Ήρθαν πρώτα οι Ολλανδοί, στις αρχές του 1600, κερδίζοντας έναν ανταγωνισμό με τους Ισπανούς, και μαζί τους έφεραν τους πρώτους Κινέζους αποίκους.
Έπειτα, το 1655, ένας ηττημένος στρατηγός των Μινγκ, ο Κοξίνχα, αποβιβάστηκε στην Ταϊβάν αναζητώντας καταφύγιο — η δυναστεία του κατέρρεε κάτω από την επέλαση των Μαντσού, που εγκαθίδρυαν στην Κίνα τη νέα δυναστεία των Τσινγκ.
Ίδρυσε εκεί ένα βραχύβιο βασίλειο, ένα νησί ελπίδας για τους ηττημένους — που κράτησε περίπου σαράντα χρόνια. Η Ιστορία, όμως, έχει αντικλείδια. Οι Τσινγκ κατέλαβαν την Ταϊβάν στα τέλη του 17ου αιώνα, και κύματα μεταναστών Χαν σταδιακά απώθησαν τους αυτόχθονες βαθύτερα στα βουνά.
Το 1895, μετά την ήττα της Κίνας στον Κινεζοϊαπωνικό πόλεμο, το νησί πέρασε στα χέρια της Ιαπωνίας - μισός αιώνας αποικιοκρατίας, μέχρι την παράδοση του 1945.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, ένας νέος ηττημένος έφτασε στις ακτές της: ο Τσανγκ Κάι Σεκ, που είχε χάσει την ηπειρωτική Κίνα στον Μάο Τσε Τουνγκ.
Σαν παλίμψηστο ζωντανό, η ιστορία του Κοξίνχα επαναλαμβανόταν: άλλος ένας ηγέτης των ηττημένων, άλλη μια «Κίνα» εξόριστη στο νησί. Δύο Κίνες πλέον — μια στην ενδοχώρα, μια στο νησί — να αντικρίζονται απέναντι από εκατό μίλια θάλασσα.
Σήμερα η Κίνα διεκδικεί την Ταϊβάν ως επαρχία της.
Έχει επιτύχει να αναγνωρίζεται αυτή η θέση της από την πλειοψηφία των χωρών του ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ μετά το 1971 — που ωστόσο εξακολουθούν να υποστηρίζουν παράλληλα το δικαίωμα αυτοκυβέρνησης της Ταϊβάν, σε μια διπλωματική ακροβασία που αντικατοπτρίζει την αμηχανία της Δύσης απέναντι σε μια ανεπίλυτη αντίφαση.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την ασάφεια, η Ταϊβάν άνθισε.
Από το δικτατορικό καθεστώς του Τσανγκ ώς το 1984, εξελίχθηκε σε λειτουργούσα δημοκρατία με πρότυπους δυτικούς θεσμούς και δυναμική οικονομία — με τις βιομηχανίες τεχνολογίας της να αγγίζουν σήμερα το επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομίας.
Τώρα, ας διασχίσουμε τον Ατλαντικό. Η Κούβα βρίσκεται κι εκείνη εκατό μίλια μακριά — αυτή τη φορά από τις ακτές της Φλόριδας.
Ισπανική αποικία για τέσσερις αιώνες, απέκτησε την ανεξαρτησία της μετά τον Αμερικανοϊσπανικό πόλεμο του 1898, μαζί με ένα βαρύ κληροδότημα: το άγρυπνο μάτι της μεγάλης της γείτονας στις υποθέσεις της.
Την πρώτη δεκαετία μετά την ισπανική αποχώρηση βρέθηκε υπό αμερικανική κατοχή.
Στη συνέχεια ακολούθησε μια εναλλαγή αυταρχικών καθεστώτων, με την οικονομία της να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε αμερικανικές επενδύσεις — πλήρης εκφυλισμός του Δόγματος Μονρόε, η Λατινική Αμερική ως «αυλή» της Ουάσιγκτον.
Ώσπου το 1959 ο τυφώνας Φιντέλ Κάστρο άλλαξε τον χάρτη.
Το κομμουνιστικό καθεστώς που εγκαθίδρυσε έχει αναλυθεί εξαντλητικά· εκείνο που παραμένει είναι η εικόνα ενός νησιού που σφύζει από ζωή αλλά λιμοκτονεί: εξήντα χρόνια αμερικανικών κυρώσεων αδειάζουν σιγά σιγά τα ράφια και σβήνουν τα φώτα.
Βασικές υπηρεσίες — νερό, ρεύμα, συγκοινωνίες — έχουν καταρρεύσει.
Ο τουρισμός, που κάποτε έδινε οξυγόνο, έχει σχεδόν σταματήσει. Εκατομμύρια Κουβανοί εμιγκρέδες, φεύγοντας, ταΐζουν στις ΗΠΑ μια ολοένα και πιο εχθρική κοινότητα εξορίστων — που με τη σειρά της ασκεί πίεση για ακόμα σκληρότερες κυρώσεις, ακόμα πιο απόλυτη απομόνωση.
Βλέπουμε τις αναλογίες — και είναι εκπληκτικά ακριβείς.
Δύο νησιά, καρφιά στα μάτια δύο υπερδυνάμεων.
Δύο αξιώσεις που στηρίζονται εξίσου στην Ιστορία και στη γεωπολιτική αναγκαιότητα ασφάλειας.
Δύο σκακιέρες όπου το ίδιο παιχνίδι παίζεται με διαφορετικά πιόνια.
Η λογική της διπλωματίας υπαινίσσεται έναν αθέατο εμπορικό αντιστάθμισμα: αν η Κίνα εντάξει την Ταϊβάν στη σφαίρα επιρροής της, η Αμερική θα ανακτήσει τον έλεγχό της στην Κούβα — και αντιστρόφως.
Μια σιωπηλή συμφωνία μεταξύ υπερδυνάμεων, γραμμένη όχι σε χαρτί αλλά στη γλώσσα των γεγονότων.
Για την Κίνα, η ενοποίηση με την Ταϊβάν είναι εθνική προτεραιότητα — ανεξάρτητα από κυβέρνηση και εποχή.
Δεν θα διακινδυνεύσει, εκτιμώ, μια στρατιωτική λύση στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Η Κίνα διαθέτει αυτό που η Δύση σπάνια έχει: στρατηγική υπομονή.
Μπορεί να περιμένει δεκαετίες.
Περιμένει η σταθερή πίεσή της να παράγει καρπούς στο εσωτερικό της Ταϊβάν, όπου το Κουόμιτανγκ — το ιστορικό κόμμα-ιδρυτής του νησιωτικού κράτους που σήμερα είναι στην αντιπολίτευση — προσβλέπει σε συμφιλίωση με το Πεκίνο, ίσως με κάποιο μοντέλο «μιας χώρας, δύο συστημάτων», στο πρότυπο του Χονγκ Κονγκ.
Και η Αμερική κάποια στιγμή θα κάμψει την Κούβα — ίσως με ανάλογη λογική: ένα καθεστώς που, κάτω από το βάρος της εξάντλησης, θα επιλέξει τη μεταρρύθμιση ως δρόμο επιβίωσης του. Η Βενεζουέλα προσφέρει το σχετικό εγχειρίδιο. (Τα παραπάνω αντιπροσωπεύουν την αισιόδοξη ανάγνωση. Η Ιστορία, όπως γνωρίζουμε καλά, έχει κι άλλες σελίδες — σκοτεινότερες, απρόβλεπτες, μη εγκεκριμένες από κανέναν διπλωμάτη.)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους