**Δευτέρα, 3 Μαρτίου – Ημερολόγιο Νίκου Παπαδόπουλου** *Ημέρα 1* Σίγουρα το είδα. Το άγγιξα. Το φίλησα με τα χείλη. Η ανάσασή του ήταν ζεστή, ο άνεμος του στόματος του γλυκός σαν μέντα—ακριβώς όπως...
**Δευτέρα, 3 Μαρτίου – Ημερολόγιο Νίκου Παπαδόπουλου** *Ημέρα 1* Σίγουρα το είδα.
Το άγγιξα.
Το φίλησα με τα χείλη.
Η ανάσασή του ήταν ζεστή, ο άνεμος του στόματος του γλυκός σαν μέντα—ακριβώς όπως πάντα.
Φορούσε το γκρι φούτερ με το καπέλο που του άρεσε τόσο, το οποίο πάντα του έλεγαν «ο γλυκό μπαρμπαρό» επειδή ήταν πολύ μεγάλο και του έδινε μια αμήχανη ατμόσφαιρα.
Ήταν πραγματικό.
Με αγκάλιασε όλη τη νύχτα.
Στη σκιά του μου είπε «σ' αγαπώ» και μου πρότεινε γάμο την επόμενη άνοιξη.
Θυμάμαι κάθε λεπτό—πώς τα δάχτυλά του κυλούνταν πάνω στον βραχίονα μου, πώς κλαίει όταν κλαίω, πώς με κάνει πάθος έτσι που ένιωθα ότι η ψυχή μου θα σπάσει στα δύο.
Και μετά… εξαφανίστηκε.
Ξύπνησα μόνος.
Δεν είχα φόβο· νόμιζα ότι πήγα για τρέξιμο, όπως κάποιες φορές κάνω.
Η άρωμα του απομένει στα σεντόνια.
Η επιδερμίδα μου ακόμα τρέχει από το σημείο που με άγγιξε.
Αλλά κάτι δεν ταίριαζε. Τηλέφωνα.
Πρώτο, δεύτερο, τρίτο… Έπειτα η παλιά μου φίλη, η Ελένη Κουρού, μπήκε στο δωμάτιό μου με το πρόσωπο ασπρόμαυρο από δάκρυα. — Νίκο… —ψιθύρισε—, δεν ξέρεις; Γέλασα. — Τι να ξέρω; — Ο Σταύρος... είναι… πεθαμένος.
Άνοιξα τα μάτια. — Πέθανε πώς; Η Ελένη έσπασε σε κλάμα. — Δυστύχητο ατύχημα, δύο μέρες πριν, στο δρόμο της Λαμίας, κατά τη διάρκεια καταιγίδας. «Όχι!» φώναξα.
Τον έσπρωξα.
Του είπα πως ήταν άσπλαδα· πως δεν είχε νόημα.
Της έδειξα το μήνυμα που μου έστειλε ο Σταύρος την προηγούμενη νύχτα: μια φωνητική σημείωση που έλεγε: «Πέρνα εδώ.
Μου λείπεις κοντά σου». — Νίκο… δεν θα μπορούσε να το στείλει.
Ήταν ήδη στο νεκροτομείο.
Ο κόσμος έστροψε.
Τα γόνατά μου έδωσαν.
Έτρεξα στο μπάνιο, πήρα την πετσέτα που είχε χρησιμοποιήσει, ακόμη νωπή.
Το φούτερ που άφησε στο πάτωμα.
Την τσιμπίδα στο λαιμό μου.
Ήταν εδώ.
Έπρεπε να είναι.
Αλλά η αλήθεια: ο Σταύρος ταφτήθηκε χθες.
Κάπως όμως, εσύ και εγώ βρέθηκα στο ίδιο κρεβάτι εχθές το βράδυ.
Οι μέρες κυλούσαν· οι νύχτες γίνονταν ανυπόφορες.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ· κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια, τον έβλεπα.
Μερικές φορές στέκεται στο πόδι του κρεβατιού, άλλες ψιθυρίζει στο αυτί μου.
Μια νύχτα άκουσα τη φωνή του: «Μην κλαις, αγάπη μου.
Είμαι ακόμα μαζί σου». Προσπάθησα να το ηχογραφήσω· μόνο static και το δικό μου αναπνεόμενο, τρομαγμένο.
Τότε… η περίοδος μου έλειψε.
Δυο φορές.
Το άκουσα να λέει ότι είναι απλώς στρες, θλίψη, τραύμα.
Μέχρι που έφτασα στο πέμπτο εμετό μιας μέρας.
Κάναμε μια εξέταση.
Δύο γραμμές. Θετική. Κατέπεσα.
Η μόνη υπόσχεση που είχα φέροντας… ήταν ο Σταύρος.
Αλλά ήταν νεκρός, ταφικός.
Παρ' όλα αυτά κάτι μεγαλώνει μέσα μου.
Κάτι που χτυπά τη νύχτα.
Κάτι που λάμπει κάτω από το δέρμα όταν σβήνουν τα φώτα.
Κάθε φορά που κλαίω και λέω «δεν αντέχω», ακούω μια ψιθυριστή φωνή από τις σκιές: — Δεν είσαι μόνος.
Το παιδί μας έρχεται. *Επεισόδιο 2* Δεν θυμάμαι πώς έπεσα για ύπνο.
Ξύπνησα μόνος στο μπάνιο, το τεστ εγκυμοσύνης σφιγμένο στο χέρι, αυτές οι ρόζ γραμμές που γελούσαν στην οξυδερκή μου.
Δεν μιλούσα με κανέναν για μέρες—ούτε καν με την Ελένη.
Το κινητό μου χτύπαγε δεκάδες φορές.
Το όνομά του φωτιζόταν στην οθόνη.
Αγνόησα όλες τις κλήσεις.
Πώς να εξηγήσω ότι περιμένω παιδί από άντρα που είναι κάτω από τη γη για εβδομάδες; Ποιος θα το πιστέψει; Ακόμα και εγώ διστακούσα.
Μέχρι εκείνη τη νύχτα.
Μόλις έσπρωξα το μάτι, κάτι έσπρωξε το κοιλιά μου από μέσα.
Δεν ήταν απλή κίνηση.
Ήταν… έξυπνη, σκόπιμη, σαν να ήθελε να τραβήξει την προσοχή μου.
Σήκωσα ξαφνικά, αναστενάζοντας, τα χέρια πάνω στην κοιλιά.
Και ξαφνικά άκουσα ξανά τη φωνή του Σταύρου μέσα στο κεφάλι μου: — Μην φοβάσαι, αγάπη μου.
Σε διάλεξα.
Φώναξα, έτρεξα έξω από το κρεβάτι.
Στο καθρέφτη έβλεπα το στομάχι μου, άνοιξα το πουκάμισο.
Φαίτομαι να βλέπω ένα αβυσσαλό μπλε φως κάτω από το δέρμα.
Έλαμψε… και έσβησε.
Τα πόδια μου έσπασαν.
Έπεσα στο πάτωμα, κλαίοντας.
Την επόμενη μέρα, πήγα στο νοσοκομείο.
Ανέφερα στην γιατρό ότι με βρέθηκε έγκυος μετά από επίσκεψη του ντυμένου μου.
Μίλησα ψέματα για τις ημερομηνίες, για τα πάντα—εκτός από τα συμπτώματα: «Περίεργα όνειρα, δέρμα που λάμπει, ακούω φωνές». Η έκφραση της γιατρούς άλλαξε αργά, από ανησυχία σε ήρεμη υποψία. — Θα κάνουμε κάποιες εξετάσεις —είπε προσεκτικά—. Το άγχος μπορεί να επηρεάσει το μυαλό, ειδικά όταν συνδυάζεται με τις ορμόνες της εγκυμοσύνης.
Έβαλε το στοματοσκόπιο στην κοιλιά μου.
Το πρόσωπό της πάγωσε. — Δεν ακούω… καρδιακούς παλμούς.
Αλλά κάτι κινείται.
Δηλώθηκε υπέρηχος.
Καθώς κειτόμουν στο παγωμένο μεταλλικό τραπέζι, η τεχνολόγος έγινε παγωμένη.
Συνεχίζει να ρυθμίζει το σαρωτή.
Τελικά, μετά από την ερώτησή μου, ψιθυρίσας: — Υπάρχει ένα έμβρυο… αλλά… λάμπει.
Φύγω από το νοσοκομείο χωρίς να περιμένω τα αποτελέσματα.
Εκείνο το βράδυ, ένα ακόμα όνειρο. Ο Σταύρος στέκεται στο παλιό μας καταφύγιο δίπλα στη Λίμνη, ο άνεμος κουνάει το φούτερ του με το καπάκι. — Το παιδί μας δεν είναι σαν τα άλλα —είπε, πιο ήσυχα από τον άνεμο—. Εγώ είμαι, και είναι κι αυτός... — Τι εννοείς; —ρωτάω.
Αυτή η φορά, ο Σταύρος μόνο χαμογέλασε με λύπη. — Θα το καταλάβεις σύντομα.
Αλλά πρέπει να το προστατέψεις.
Ξύπνησα και βρήκα τις κουρτίνες ανοιγμένες, παρόλο που είχα κλειδώσει όλα.
Το φούτερ του Σταύρου ήταν προσεγγισμένα στρωμένο στο άκρο του κρεβατιού.
Το άγγιξα.
Ήταν ακόμα ζεστό.
Τότε κατάλαβα—αυτό που μεγαλώνει μέσα μου είναι αληθινό.
Είναι δικό του.
Και με αλλάζει.
Την επόμενη μέρα, τελικά κάλεσα την Ελένη.
Χρειάστηκα βοήθεια.
Έτρεξε, με αγκάλιασε σφιχτά.
Τίποτα δεν γελούσε.
Τίποτα δεν φώναζε.
Ήξερε ένα μέρος.
Με πήγε σε ένα παλιό σπίτι κρυμμένο πίσω από τη χριστουγεννιάτικη εκκλησία του παππού της.
Μέσα, μια γηράσκουσα γυναίκα με λευκές κοτσίδες και αχνά μάτια με κοίταξε μια φορά και είπε: — Δεν είσαι η πρώτη.
Αλλά πρέπει να είσαι η τελευταία.
Ρώτησα τι σημαίνει.
Η απάντησή της παγώσε τα κόκκαλά μου. — Κρατάς στο στομάχι σου το παιδί μιας ψυχής δεμένης.
Αυτό το μωρό είναι τόσο ευλογία… όσο και προειδοποίηση.
Ο πατέρας του δεν έπρεπε να επιστρέψει.
Τώρα η πύλη άνοιξε.
Και άλλοι περνούν. — Να το πάρουν; —ζητούσα. — Να σε πάρουν εσένα.
Τα φώτα τρεμόπλεξαν.
Ένας ψυχρός άνεμος διέσχισε τα παράθυρα.
Και από τις σκιές άκουσα ξανά τη φωνή του Σταύρου: — Τρέξε. *Επεισόδιο 3* Το δωμάτιο παγώθηκε. Τα μάτια … Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους