Δεν είχα δει ποτέ, νομίζω, τον Νίκο Σεργιανόπουλο στο θέατρο. Τηλεόραση δεν παρακολουθούσα και έτσι τον γνώριζα περισσότερο ως πρόσωπο του θεάτρου της Θεσσαλόνικης που θριάμβευε στην Αθήνα παρά ως...
Δεν είχα δει ποτέ, νομίζω, τον Νίκο Σεργιανόπουλο στο θέατρο. Τηλεόραση δεν παρακολουθούσα και έτσι τον γνώριζα περισσότερο ως πρόσωπο του θεάτρου της Θεσσαλόνικης που θριάμβευε στην Αθήνα παρά ως καλλιτεχνική εμπειρία.
Άκουγα όμως το όνομά του διαρκώς.
Το άκουγα σε σπίτια, σε παρέες, σε καφέ, από φίλες και φίλους που παρακολουθούσαν τις σειρές στις οποίες πρωταγωνιστούσε και μιλούσαν γι’ αυτόν με εκείνη τη σπάνια οικειότητα που αποκτούν ορισμένοι ηθοποιοί όταν παύουν να ανήκουν αποκλειστικά στην τέχνη και μετατρέπονται σε μέρος της καθημερινής ζωής μιας χώρας.
Κάποτε μια φίλη μου τον είχε συστήσει στον Βασιλόπουλο της Σπύρου Μερκούρη.
Μια απολύτως ασήμαντη πληροφορία.
Κι όμως σήμερα, σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, αυτή θυμάμαι.
Όχι τις τηλεθεάσεις.
Όχι τους τίτλους.
Αλλά έναν άνθρωπο ανάμεσα σε καρότσια, ψώνια και πλαστικές σακούλες.
Έναν άνθρωπο που περνούσε δίπλα από τους άλλους σαν όλους τους άλλους.
Θυμάμαι όμως με απόλυτη καθαρότητα εκείνο το πρωινό. Το Παγκράτι έμοιαζε διαφορετικό.
Όχι επειδή είχε αλλάξει κάτι ορατό.
Κι όμως στον αέρα κυκλοφορούσε μια αδιόρατη καχυποψία, σαν η γειτονιά να είχε ξυπνήσει γνωρίζοντας κάτι που δεν μπορούσε ακόμη να ονοματίσει.
Ορισμένοι θάνατοι δεν διακόπτουν απλώς μια ζωή.
Τραυματίζουν την ίδια την αίσθηση του χώρου. Το Παγκράτι εκείνη την ημέρα δεν ήταν συνοικία.
Ήταν σκηνικό πένθους.
Ήταν ένας τόπος που είχε δει κάτι και προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς είχε δει.
Και υποψιάζομαι ότι το ίδιο συνέβαινε και σε ολόκληρη τη χώρα.
Γιατί δεν είχε δολοφονηθεί απλώς ένας ηθοποιός.
Είχε καταρρεύσει βίαια μια οικεία εικόνα.
Ύστερα άρχισε το πραγματικά τρομακτικό.
Η δεύτερη δολοφονία.
Εκείνη που δεν γίνεται με μαχαίρι αλλά με λέξεις.
Μέσα σε λίγες ώρες ο νεκρός έπαψε να είναι νεκρός και μετατράπηκε σε αντικείμενο δημόσιας ανατομίας.
Η επιθυμία του, οι ερωτικές του επιλογές, οι διαδρομές του μέσα στην πόλη, οι εξαρτήσεις του, οι φόβοι του, οι αδυναμίες του, όλα βγήκαν στο φως όχι για να κατανοηθούν αλλά για να καταναλωθούν.
Και εκεί αποκαλύφθηκε η μεγάλη υποκρισία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Μια κοινωνία που επί δεκαετίες ανεχόταν τη διαφορετικότητα μόνο όταν δεν μιλούσε πολύ γι’ αυτήν, μόνο όταν παρέμενε διακριτική, μόνο όταν δεν διατάρασσε το φαντασιακό της κανονικότητας.
Όσο ο Σεργιανόπουλος παρέμενε ηθοποιός, χαμογελαστός, επιτυχημένος και χρήσιμος, γινόταν αποδεκτός.
Όταν όμως πέθανε, η κοινωνία απαίτησε να εισβάλει στο πιο ιδιωτικό δωμάτιο της ύπαρξής του και να εξετάσει το περιεχόμενό του σαν εισαγγελέας.
Και εδώ βρίσκεται κάτι ακόμη πιο βαθύ από το ίδιο το έγκλημα.
Η τραγωδία μιας γενιάς ανθρώπων που έμαθαν να ζουν διπλή ζωή.
Όχι επειδή το επέλεξαν, αλλά επειδή η εποχή τους τούς εκπαίδευσε σε αυτό.
Πρόκειται για το κόστος της διαρκούς επιτήρησης του εαυτού.
Για την εξάντληση που παράγει η ανάγκη να διαχειρίζεσαι ασταμάτητα την εικόνα σου.
Να ελέγχεις ποιος ξέρει τι. Να μετράς τις λέξεις.
Να επιμελείσαι το πρόσωπό σου πριν ακόμη επιμεληθείς την ψυχή σου.
Κάποια στιγμή η ύπαρξη γίνεται ένας αδιάκοπος μηχανισμός απόκρυψης.
Και τότε το αληθινό δράμα δεν είναι η αποκάλυψη.
Είναι η μοναξιά που προηγείται της αποκάλυψης.
Εκείνη η μακρά περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος κατοικεί μέσα στον ίδιο του τον φόβο.
Από όλον εκείνον τον θόρυβο, από τις χιλιάδες σελίδες, τις εκπομπές, τις φήμες και τις αναλύσεις, εμένα μου έχει μείνει μόνο μια μικρή λεπτομέρεια.
Ότι αγαπούσε την Χάρι Αλεξίου.
Δεν ξέρω γιατί αυτή η πληροφορία επέζησε μέσα μου.
Ίσως επειδή αντιστέκεται στην ωμότητα όλων των άλλων.
Ίσως επειδή επαναφέρει τον άνθρωπο εκεί όπου τα ρεπορτάζ τον εξαφάνισαν.
Γιατί ξαφνικά δεν μιλάμε για έναν φάκελο αστυνομίας, ούτε για έναν τηλεοπτικό αστέρα, ούτε για ένα σκάνδαλο.
Μιλάμε για έναν άνθρωπο που άκουγε τραγούδια.
Που κάποια νύχτα ίσως είχε αφήσει τη φωνή της Αλεξίου να γεμίσει το σπίτι του.
Που συγκινούνταν.
Που αγαπούσε.
Που πονούσε.
Και καμιά φορά μια τέτοια λεπτομέρεια λέει περισσότερα για μια ζωή από εκατό βιογραφίες.
Το ίδιο απόγευμα η φίλη μου η Δάφνη μού ζήτησε να τη συνοδεύσω μέχρι την οδό Μετεώρων.
Πήγαμε μαζί.
Κρατούσε ένα τριαντάφυλλο.
Δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτε από τη διαδρομή.
Θυμάμαι μόνο τη σιωπή.
Εκείνη τη βαριά σιωπή που εμφανίζεται όταν οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι ο θάνατος ενός αγνώστου έχει αγγίξει κάτι δικό τους.
Φτάσαμε στην είσοδο της πολυκατοικίας και άφησε το λουλούδι.
Και σήμερα σκέφτομαι ότι εκείνο το τριαντάφυλλο έλεγε περισσότερη αλήθεια από όλα τα δελτία ειδήσεων μαζί.
Γιατί δεν ζητούσε εξηγήσεις.
Δεν αναζητούσε ενόχους.
Δεν ανακάλυπτε μυστικά.
Δεν εισέβαλλε σε δωμάτια.
Απλώς αναγνώριζε ότι ένας άνθρωπος είχε φύγει και ότι απέναντι σε ορισμένες απώλειες η μόνη αξιοπρεπής στάση δεν είναι η περιέργεια αλλά η σιωπή.
Αυτό είναι το πιο δύσκολο μάθημα για μια κοινωνία σαν τη δική μας: να μάθει να πενθεί χωρίς να ανακρίνει τον νεκρό.
Να αγαπά χωρίς να απαιτεί εξομολογήσεις.
Να αφήνει το πρόσωπο να παραμένει πρόσωπο ακόμη και όταν έχει πια χαθεί από το βλέμμα μας. Καλό ξημέρωμα! https://youtu.be/BalfqL23krA?is=HoY9amhVE3nvCpd-
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους