Μια δική μου ιστορία από την Άρσεναλ ανήκει βέβαια στο προηγούμενο αιώνα let s go gunners! Πώς ο Τσάρλυ Νίκολας ΔΕΝ πήγε στον Ολυμπιακό Η ιστορία εκτυλίχτηκε στο Λονδίνο, τέλη δεκαετίας του ’80...
Μια δική μου ιστορία από την Άρσεναλ ανήκει βέβαια στο προηγούμενο αιώνα let s go gunners! Πώς ο Τσάρλυ Νίκολας ΔΕΝ πήγε στον Ολυμπιακό Η ιστορία εκτυλίχτηκε στο Λονδίνο, τέλη δεκαετίας του ’80. Βρισκόμουν στη λονδρέζικη πρωτεύουσα για μεταπτυχιακά.
Ζούσα σε ένα διαμέρισμα στο Σεν Τζονς Γουντ, το οποίο μοιραζόμουν με ένα φίλο μου, συμφοιτητή από το Πολυτεχνείο.
Είχαμε έρθει κι οι δυο με τις κοπέλες μας πριν από δυο χρόνια, αλλά η συμβίωση φαίνεται δεν ήταν το φόρτε μας, ούτε του ενός ούτε του άλλου.
Έτσι, κάποια στιγμή, μετά το σχεδόν ταυτόχρονο χωρισμό μας, αποφασίσαμε να μείνουμε στο σπίτι μου και να μοιραζόμαστε το νοίκι.
Η ζωή στη βρετανική πρωτεύουσα ήταν μυθική.
Ναι μεν η κυρία Θάτσερ έριχνε βαριά τη σκιά της στη Γηραιά Αλβιόνα και οι ανθρακωρύχοι με την πολύμηνη απεργία τους είχαν δημιουργήσει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλά για έναν Έλληνα φοιτητή το Λονδίνο πρόσφερε τα πάντα: πολιτισμό, εμπειρίες, διασκέδαση.
Αφήστε το ότι ο καλύτερος σύντροφος για κάποιον που ζούσε στον απόηχο των καταραμένων ποιητών, της ροκ, του κινηματογράφου της νουβέλ βαγκ και των μπιτ ήταν το αλκοόλ και το Λονδίνο είναι η παραδοσιακή πατρίδα της αιθυλικής αλκοόλης.
Σχεδόν κάθε βράδυ έπαιρνα σβάρνα τα μπαράκια και τις παμπ.
Το αγαπημένο μου μέρος ήταν το «Ντόουμ», ένα στέκι στο Χάμστεντ Χιθ, λίγο παρακάτω από το «Έβριμαν Σίνεμα», όπου συμπλήρωνα τακτικά την κινηματογραφική μου παιδεία με κλασικές ταινίες από τον Ζαν Βιγκό μέχρι τον Λουκίνο Βισκόντι.
Στο «Ντόουμ» σύχναζαν τα καλυτέρα κορίτσια.
Καμία σχέση με τις ξενέρωτες πληθωρικές ξεπλυμένες Εγγλέζες νοσοκόμες με τις φακίδες και ύφος Σαμάνθα Φοξ (το απίθανα κιτς πρότυπο της εποχής). Ένα βράδυ, εκεί κατά τις εννιάμισι (οι παμπ στις έντεκα έκλειναν τα ρολά, εννοώ τα ρολά του ποτού, με το χαρακτηριστικό καμπανάκι που ηχούσε στις έντεκα παρά πέντε, οπότε οι θαμώνες έριχναν στον οισοφάγο τους όσο ποτό μπορούσε ν’ αντέξει), ήμουν μόνος σε ένα τραπέζι ρουφώντας την μπύρα μου.
Κάποια στιγμή στα δεξιά μου κάθισε ένας τύπος, κοντά στην ηλικία μου, με μακρύ ίσιο μαλλί κι ένα σουβλερό, καθαρά κέλτικο πρόσωπο.
Φορούσε ένα κασμιρένιο πουλόβερ και κοτλέ παντελόνι.
Μπροστά του είχε μια μπύρα, η οποία δεν έπρεπε να ήταν η πρώτη της βραδιάς, αν έκρινα από το ελαφρώς θολό του βλέμμα.
Καθώς τον κοίταζα, ξαφνικά τινάχτηκα.
Την ήξερα αυτή τη φάτσα, δεν υπήρχε αμφιβολία, την είχα δει αρκετές φορές στην τηλεόραση.
Αν δεν ήταν σωσίας του, ήταν ο Τσάρλυ Νίκολας, ο επιθετικός της Άρσεναλ, από τους αγαπημένους μου ποδοσφαι¬ριστές της αγαπημένης μου αγγλικής ομάδας.
Άρσεναλ ήμουν από πιτσιρίκι.
Την είχα επιλέξει επειδή φορούσε κόκκινα, όπως η ποδοσφαιρική αγάπη της ζωής μου, ο Ολυμπιακός.
Παρακολούθησα όποιο ματς μετέδιδε η σαββατιάτικη εκπομπή του Μπι Μπι Σι, το «Γκράντσταντ», με τον περίφημο παρουσιαστή Ντέσμοντ Λάιναμ.
Για τον δε Τσάρλυ, ήξερα τα πάντα.
Ότι άρχισε την καριέρα του δεκαεννιά χρόνων στη Σέλτικ και ότι μια σεζόν πέτυχε… πενήντα γκολ, με αποτέλεσμα το 1983 να μετεγγραφεί στους Κανονιέρηδες.
Αλλά και ότι, φευ, στο Λονδίνο ο Νικόλας δεν αποδείχτηκε αντάξιος του σχεδόν ενός εκατομμυρίου λιρών που είχε κοστίσει η μετεγγραφή του.
Οι πειρασμοί της πρω¬τεύουσας είχαν αποδειχτεί πολύ έντονοι για το σκωτσέζικο ταμπεραμέντο του, με αποτέλεσμα οι ταμπλόιντ εφημερίδες να φιλοξενούν συχνά τα εκτός γηπέδου κατορθώματά του, τα οποία του ’χαν χαρίσει το παρατσούκλι «Σαμπάνια Τσάρλυ». Μπορεί εδώ απέναντί μου να μη ρουφούσε το ακριβό αφρώδες ποτό αλλά μια ταπεινή «Γκίνες», ωστόσο, από το ύφος του ήταν εμφανές ότι τα δημοσιεύματα δεν ήταν ευφάνταστες κατασκευές του κίτρινου Τύπου.
Φαίνεται όμως ότι οι μεγάλοι «καταραμένοι» παίκτες έχουν κάποιο ειδικό συμβόλαιο ανοσίας με το οινόπνευμα, μια και πριν από λίγες βδομάδες είχε βάλει και τα δυο γκολ στη νίκη της Άρσεναλ στον τελικό του «Λιγκ Καπ» εναντίον της Λίβερπουλ. «Μήπως είσαι ο Τσάρλυ Νίκολας;» μάζεψα το θάρρος μου και τον ρώτησα. «Γιες, μέιτ!» απάντησε με ένα σουρωμένο χαμόγελο. «Από πού είσαι;» «Ελλάδα». «Όου, Πανατινάικος!» είπε. «Έχω παίξει εναντίον τους. Η Ελλάδα είναι σούπερ, θάλασσα, ωραίες γυναίκες». «Όχι Παναθηναϊκός», του λέω, «Ολυμπιακός.
Ολυμπιακός, κόκκινο, όπως Άρσεναλ». Ο κανονιέρης με τα θολά μάτια μού έγνεψε να κάτσω δίπλα του.
Για να μη σας τα πολυλογώ, με τον Τσάρλυ μείναμε παρέα μέχρι το καμπανάκι των έντεκα παρά πέντε, πίνοντας και κουτσομπολεύοντας.
Ο τύπος ήταν αναπάντεχα ανοιχτός – φυσικά, το αλκοόλ έπαιζε το ρόλο του.
Κάποια στιγμή άρχισε να επιτίθεται κατά του προπονητή του, Τζορτζ Γκρέιαμ, που δεν τον υπολόγιζε ιδιαίτερα για την εντεκάδα. «Εμάς τους Σκωτσέζους δε μας πάνε οι μαλάκες», έλεγε υποτιμητικά.
Και, κάπου εκεί, δυο λεπτά μετά το καμπανάκι, μου ’πε: «Θέλω να φύγω από αυτή την κωλοομάδα.
Αυτός ο Ολυμπιακός είναι καλό τιμ;» Όπως καταλαβαίνατε τα ’χα πιει κι εγώ λίγο κι έτσι μου ’ρθε σχεδόν αυθόρμητη η πρόταση να περάσει από το σπίτι μου, που ήταν κοντά, να συνεχίσουμε τα ποτά.
Στο διαμέρισμα, ο Τσάρλυ ήτανε σε διαολεμένα κέφια.
Κάποια στιγμή τηλεφώνησε σε ένα «μπερντ» (αγγλιστί η «γκόμενα») και της πρότεινε να ’ρθει με μια φίλη της.
Όποια κι αν ήταν αυτή η Μάριον, φαίνεται ότι είχε καλύτερα πράγματα να κάνει. «Κρίμα, φίλε, θα πηγαίναμε στον Παράδεισο», είπε.
Τότε μου ’ρθε μια ιδέα.
Κάπου στο σπίτι είχα ένα βίντεο από ένα ντέρμπι Ολυμπιακού – Παναθηναϊκού του ’86 στο Ολυμπιακό Στάδιο.
Είχε λήξει 1-1 με σκόρερ τον Μπατσινίλα και τον Αναστόπουλο.
Το ’βαλα και κάτσαμε να το δούμε παρέα. Ο Νίκολας από την πρώτη στιγμή άρχισε να συμμετέχει σχολιάζοντας.
Με ρωτούσε κυρίως για αυτούς τους «γκρέιτ γκάις», τον ψηλό και τον κοντό: τον Μητρόπουλο και τον Αναστόπουλο. «Σκέψου τι θα ’κανα εγώ μαζί τους». Συνεπικουρούντος και του αλκοόλ, μια τρελή ιδέα άρχισε να εισβάλλει στο νου μου: να ήμουν εγώ αυτός που θα έφερνε τον Τσάρλυ Νίκολας στον Ολυμπιακό! Το μεθυσμένο μου μυαλό βρισκόταν ήδη στην συνάντηση με τον Σταύρο Νταϊφά, στην επίσημη παρουσίαση του Τσάρλυ στον Πειραιά και στην πρώτη του εμφάνιση στο «Καραϊσκάκη» με την ερυθρόλευκη φανέλα δίπλα στον μουστάκια και τον ψηλό.
Του ζήτησα το τηλέφωνό του και μου το έδωσε.
Ενώ το βίντεο τελείωνε, ο Νίκολας άρχισε να γλαρώνει.
Κάποια στιγμή τον πήρε ο ύπνος στον καναπέ μου.
Τον σκέπασα με μια κουβέρτα και πήγα στο δωμάτιό μου.
Το πρωί που ξύπνησα, δεν ήταν εκεί.
Όλα τα ωραία όμως τελειώνουν νωρίς.
Το απόγευμα που του τηλεφώνησα, από την άλλη άκρη της γραμμής άκουγα έναν άλλο άνθρωπο. «Τσάρλυ, ο Αλέξης είμαι». «Ποιος;» «Ο Αλέξης, που τα λέγαμε χθες». «Σόρι, μέιτ, πάω για προπόνηση τώρα», μούγκρισε κι έκλεισε το τηλέφωνο.
Περιττό να σας πω πως η μετακίνηση του Τσάρλυ Νίκολας στον Ολυμπιακό έμεινε όνειρο λονδρέζικης νυκτός.
Δεν τον ξαναείδα ποτέ μου. Ο Νίκολας την επόμενη σεζόν εξεδιώχθη κακήν κακώς από την Άρσεναλ και στη θέση του οι κανονιέρηδες πήραν τον Πέρυ Γκρόουβς.
Αργότερα ανέβηκε ξανά στη Σκωτία και έπαιξε πρώτα στην Αμπερντίν κι ύστερα στη Σέλτικ και την Κλάιντ.
Αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το ’96, σε ηλικία τριάντα πέντε ετών.
Πλέον κερδίζει το ψωμί του ως σχολιαστής στο κανάλι «Σκάι Σπορτς», ενώ κατά καιρούς γράφει και στήλες σε αθλητικά έντυπα.
Οι ακραίες του απόψεις για το κοουτσάρισμα της Εθνικής Σκωτίας, ειδικά την περίοδο του Μπέρτυ Φογκτς, του είχαν κοστίσει πολλούς εχθρούς ανάμεσα στο σινάφι, αλλά και στους οπαδούς.
Ύστερα από χρόνια, ένα βράδυ, τον πέτυχα τυχαία σε ένα συνδρομητικό κανάλι.
Μεσήλικας πια, κουστουμαρισμένος, κουρεμένος, σοβαρός, μακριά πλέον από το αλκοόλ, καμιά σχέση με την εικόνα που είχα δει εκείνη τη βραδιά στο Χάμστεντ.
Δυστυχώς ή ευτυχώς για εκείνον, δεν έγινε ποτέ ο νέος Τζορτζ Μπεστ.
Και δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν έπαιξε ποτέ στον Ολυμπιακό. Όσο για το Θρύλο, έχει πλέον τον Γιάννη Χρυσικόπουλο να του κλείνει τις μετεγγραφές του.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους