"Η κριτική του Μαρξ στο Πρόγραμμα της Γκότα αποτελεί, ίσως, την πιο εμβληματική στιγμή αυτής της πολιτικής, οργανωτικής και θεωρητικής διαμάχης. Εκεί, ο Μαρξ δεν ασκεί απλώς μια πολιτική κριτική σε...
"Η κριτική του Μαρξ στο Πρόγραμμα της Γκότα αποτελεί, ίσως, την πιο εμβληματική στιγμή αυτής της πολιτικής, οργανωτικής και θεωρητικής διαμάχης.
Εκεί, ο Μαρξ δεν ασκεί απλώς μια πολιτική κριτική σε μια συγκυριακή συμμαχία, αλλά απογυμνώνει τις θεωρητικές προκείμενες που οδηγούν το κομμουνιστικό κίνημα στον ιδεολογικό εκφυλισμό: την προσκόλληση σε «σιδηρούς νόμους» της οικονομίας, την αυταπάτη του «ελεύθερου κράτους» και την υποταγή της ταξικής πάλης σε μια γραφειοκρατική ηγεμονία, την οποία ήθελε και επεδίωκε η κατά τα άλλα χαρισματική ηγετική φυσιογνωμία του Λασάλ.
Η «Γκότα» είναι η πρώτη σοβαρή προειδοποίηση ότι όταν η κομμουνιστική υπόθεση θυσιάζει τη θεωρητική της πρωτοτυπία στον βωμό μιας πρόσκαιρης ενότητας, το κόμμα παύει να είναι φορέας ανατροπής και μετατρέπεται σε ένα ακόμα γρανάζι της αστικής πολιτικής μηχανής.
Ας δούμε, με εξαιρετικά σύντομο τρόπο, τα πιο βασικά ζητήματα που θίγει η κριτική του Μαρξ στο πρώτο στιβαρό πρόγραμμα της σοσιαλδημοκρατίας, πριν αυτή διασπαστεί στις δύο βασικές συνιστώσες της: τη σοσιαλδημοκρατική-σοσιαλιστική και την κομμουνιστική-μπολσεβικική. Ο Μαρξ, ιδιαίτερα στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», καταδικάζει την προσκόλληση σε έννοιες όπως το «ίσο δίκαιο» ή η «δίκαιη διανομή». Υποστηρίζει ότι το «ίσο δίκαιο» είναι, στην ουσία του, μια άνιση σχέση.
Όταν εφαρμόζεται το ίδιο μέτρο σε ανθρώπους με διαφορετικές ικανότητες, οικογενειακές καταστάσεις και ανάγκες, το αποτέλεσμα είναι μια συστημική αδικία που παρουσιάζεται ως δικαιοσύνη.
Επομένως, το αστικό δίκαιο παραμένει «στιγματισμένο» από τις καπιταλιστικές καταβολές του, καθώς διαιωνίζει την ανταλλακτική λογική και την ατομική ιδιοκτησία.
Η «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» του Καρλ Μαρξ δεν είναι απλώς μια διαφωνία για ορισμένες θεωρητικές διατυπώσεις ενός κομματικού προγράμματος.
Πίσω από τις παρατηρήσεις του Μαρξ διακρίνεται ένα βαθύτερο πρόβλημα που θα συνοδεύσει ολόκληρη την ιστορία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος: το ζήτημα της οργάνωσης και της σχέσης της με τη χειραφέτηση των ίδιων των καταπιεσμένων.
Αυτή η φαινομενικά απλή θέση έχει τεράστιες οργανωτικές συνέπειες.
Εάν η απελευθέρωση είναι έργο των ίδιων των εκμεταλλευόμενων, τότε η οργάνωση δεν μπορεί να νοηθεί ως μηχανισμός που τους αντικαθιστά.
Ο ρόλος της είναι να συγκεντρώνει εμπειρίες, να παράγει στρατηγική, να συντονίζει αγώνες και να διατηρεί τη συλλογική μνήμη του κινήματος.
Δεν μπορεί όμως να μετατρέπεται σε ξεχωριστό υποκείμενο που δρα αντί της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας της κριτικής του Μαρξ στον λασσαλισμό.
Το ζήτημα που διατρέχει όλες αυτές τις εμπειρίες είναι το πρόβλημα του αρχηγισμού.
Ο αρχηγισμός δεν είναι απλώς η ύπαρξη ηγεσίας.
Κάθε πολιτική οργάνωση χρειάζεται ηγετικά στελέχη, πρόσωπα που αναλαμβάνουν ευθύνες, εκπροσώπους και συντονιστές.
Ο αρχηγισμός εμφανίζεται όταν η συλλογική πολιτική βούληση συμπυκνώνεται σε ένα πρόσωπο και όταν η οργάνωση παύει να λειτουργεί ως χώρος συλλογικής επεξεργασίας και μετατρέπεται σε μηχανισμό επικύρωσης των αποφάσεων του ηγέτη.
Σε αυτή την περίπτωση, το πρόγραμμα υποχωρεί μπροστά στο πρόσωπο, η στρατηγική μπροστά στην επικοινωνία και η πολιτική συμμετοχή μπροστά στην ανάθεση.
Οι σύγχρονες μορφές αρχηγικών κομμάτων αποτελούν, σε έναν βαθμό, την ακραία εκδοχή αυτής της τάσης.
Δεν στηρίζονται σε ισχυρές οργανώσεις μελών ούτε σε σταθερές κοινωνικές αναφορές.
Συγκροτούνται γύρω από τη δημόσια εικόνα ενός προσώπου που λειτουργεί ως σημείο αναφοράς και εγγύηση ενότητας.
Ο κομμουνισμός είναι η πιο ισχυρή τάση της πραγματικότητας αλλά χωρίς καμία εγγύηση ότι αν την ακολουθήσουμε θα έχουμε αίσιο τέλος." του Petros Stavrou (ολόκληρο σε σχόλιο)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους