[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Γιούλια, γιατί με κοιτάς έτσι; Σαν να μη με αναγνωρίζεις», είπε ο Γιάννης, η φωνή του γεμάτη ψυχρό αδιαφορία. Το χέρι του ακόμη έτρεμε από τον θυμό – ή μήπως ήταν από φόβο; Ήταν περασμένα μεσάνυχτα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Γιούλια, γιατί με κοιτάς έτσι; Σαν να μη με αναγνωρίζεις», είπε ο Γιάννης, η φωνή του γεμάτη ψυχρό αδιαφορία.

Το χέρι του ακόμη έτρεμε από τον θυμό – ή μήπως ήταν από φόβο; Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, το σπίτι βρομούσε τσιγάρο κι αλκοόλ, η μυρωδιά της επιθυμίας άλλης γυναίκας ήταν κολλημένη στα ρούχα του.

Είδα το σπασμένο ποτήρι στο πάτωμα και το αίμα να τρέχει από το μέτωπό μου, ζεστό ακόμα.

Μέσα μου κάτι έσπασε εκείνη τη στιγμή — όχι απλά η εμπιστοσύνη, μα όλη η εικόνα που είχα χτίσει για τον άνθρωπο που πίστευα πως θα μου στεκόταν, έστω και στη δυσκολία. «Μη τολμήσεις να με κοιτάξεις άλλο αν δεν έχεις να μου πεις την αλήθεια!», φώναξα με όση δύναμη μού απέμεινε.

Έπειτα ήρθε εκείνο το χαστούκι, βαρύ και γεμάτο μίσος, σαν να τιμωρεί τις δικές του ενοχές στο πρόσωπό μου.

Δεν πρόλαβα να κλάψω – μέσα μου η φωνή της μητέρας μου αντηχούσε: «Γιούλια, είσαι δυνατή.

Μη σκύβεις κεφάλι ποτέ!» Ο Γιάννης με πέταξε χωρίς λέξη στην κρεβατοκάμαρα κι άκουσα το τηλέφωνό του να χτυπάει επίμονα.

Μυστικές συζητήσεις με την Έλενα – γιατί πλέον ήξερα το όνομά της, κι ας έκανε τους καβγάδες μας μόλις πιο συχνούς.

Ήθελα να του πω να χωρίσουμε, ήθελα να τον σπάσω όπως έσπασε εμένα εκείνο το βράδυ.

Μάζεψα τα κομμάτια μου, άγγιξα το μέτωπό μου — το αίμα ζεστό, η ντροπή μου πιο καυτή ακόμα.

Πήρα θάρρος και πήρα τηλέφωνο τον αδερφό μου, τον Στέφανο.

Εκείνος πάντα έλεγε: «Γιούλια, αν σε πειράξει άνθρωπος, να ξέρεις θα μείνω με το κρίμα του.» Δεν χρειάστηκε να εξηγήσω πολλά.

Μία κουβέντα, μια βαθιά ανάσα.

Ένιωσε από την τρεμάμενη φωνή μου πως αυτή τη φορά ήμουν στα όρια — και πως το πράγμα είχε ξεφύγει. Ξημέρωσε. Στα Χανιά ο ήλιος βγήκε κατακόκκινος, λες και γνώριζε για το αίμα που είχα χύσει.

Μπήκε ο Στέφανος στο σπίτι χωρίς να χτυπήσει κουδούνι, με τον ξάδερφό μου τον Νικόλα μαζί του. «Πού είναι ο προδότης;» γρύλισε ο Στέφανος. Ο Γιάννης είχε ήδη φύγει – ίσως μια ενοχή, ίσως απλώς δειλία.

Τους είπα ό,τι ήξερα: τον χτύπο του χεριού, τα ψέματα, τη λάμψη στα μάτια του όταν μιλούσε για την άλλη.

Νόμιζα πως θα ντραπώ, μα υπήρχε κάτι απελευθερωτικό όταν παραδέχεσαι την αλήθεια μπροστά σε ανθρώπους που σε αγαπούν στ’ αλήθεια. Ο Νικόλας θύμωσε κι ήθελε να πάει να τον βρει αμέσως. Ο Στέφανος πιο ήρεμος – ψυχρός, λογικός.

Μου ’πιασε το χέρι: «Θα το κάνουμε όπως πρέπει, μικρή.

Τίποτα δεν θα μείνει στην τύχη.

Δεν είμαστε σαν κι αυτούς.

Εμείς έχουμε ήθος.» Για πρώτη φορά μετά από καιρό, κάποιος με κοίταξε και δεν είδα οίκτο στα μάτια του – μόνο δύναμη, και αυτό μου έδινε ανάσα.

Η μητέρα μου, η κυρά-Ανδρονίκη, ήρθε το μεσημέρι.

Κρατούσε στα χέρια της το εικόνισμα της Παναγίας και είχε δάκρυα στα μάτια. «Θα βρούμε λύση, κορίτσι μου.

Όσο έχουμε ο ένας τον άλλο, κανένας δεν θα σε ξαναγγίξει.» Μου έδωσε το λαδάκι του Αγίου Εφραίμ να σταυρωθώ.

Όλα ήταν ένα μπερδεμένο κουβάρι – αγάπη κι οργή, ευχές κι απειλές.

Οι φήμες στο χωριό δεν άργησαν να φτάσουν.

Η θειά μου η Ευτυχία χτυπούσε το τηλέφωνο κάθε πέντε λεπτά: «Γιούλια μου, αν χρειαστείς κάτι, μόνο πες το!» και άκουγα τη φωνή της να τρέμει από αγωνία και θυμό.

Δεν ήθελα να γίνω η γυναίκα που μιλούν όλοι για το δράμα της.

Μα το δράμα μου ήταν αληθινό — το πρόσωπό μου πρησμένο, η ψυχή μου σκοτεινή.

Φοβόμουν να βγω και να δω στα μάτια τους – όμως ήξερα ότι άξιζα μια δεύτερη ευκαιρία. Ο Γιάννης επέστρεψε το ίδιο βράδυ. Ο Στέφανος και ο Νικόλας περίμεναν στην αυλή.

Ο διάλογος που ακολούθησε, χαραγμένος για πάντα στη μνήμη μου: 📖 Το πιο απρόσμενο μέρος είναι πιο κάτω 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences