Κείμενο Θωμάς Αγραφιώτης *** "Έφυγαν" σαν σήμερα 4 Ιουνίου... Ντίνος Ηλιόπουλος (4-6-2001) Σωτήρης Μουστάκας (4-6-2007) Έπεφτε Δευτέρα και τις δυο χρονιές... Το 2001, ήταν και του Αγίου Πνεύματος...
Κείμενο Θωμάς Αγραφιώτης *** "Έφυγαν" σαν σήμερα 4 Ιουνίου... Ντίνος Ηλιόπουλος (4-6-2001) Σωτήρης Μουστάκας (4-6-2007) Έπεφτε Δευτέρα και τις δυο χρονιές... Το 2001, ήταν και του Αγίου Πνεύματος... *** «ΝΤΙΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ» του Θωμά Αθ. Αγραφιώτη Ο Ντίνος Ηλιόπουλος (1913-2001) είναι χωρίς καμία αμφιβολία ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου.
Κάποιοι αναφέρονται στη φινέτσα, το ταλέντο ή το ήθος του Ντίνου Ηλιόπουλου, αλλά ακόμα όλα αυτά αδυνατούν να οριοθετήσουν το εύρος της θεατρικής και κινηματογραφικής του παιδείας.
Αναφέρει σχετικά ο Κώστας Γεωργουσόπουλος: «Είχα τη μεγάλη τύχη, κάποια στιγμή, ως νέος, να παρακολουθήσω τον τρόπο, με τον οποίο δούλευε ο Ηλιόπουλος, όταν έφτιαχνε ένα ρόλο. Ο Ηλιόπουλος είχε δύο ελαττώματα.
Ανθρώπινα ελαττώματα, που είχαν σχέση με την κατασκευή του.
Είχε οκτώμισι βαθμούς μυωπίας, δεν έβλεπε, πέρα από ένα μέτρο, χωρίς γυαλιά, και το δεύτερο, δεν είχε καλή μνήμη.
Δεν μπορούσε να μάθει, εύκολα, κείμενο.
Έτσι λοιπόν, είχε χορογραφήσει την κίνηση.
Επειδή, ακριβώς, δεν έβλεπε, δεν είχε την εικόνα να συγκροτεί ένα ρόλο, που δεν έπρεπε να φοράει γυαλιά, γιατί έπαιζε ένα γκαρσόνι στην εποχή του Όθωνα.
Δεν φορούσαν γυαλιά, τότε, τα γκαρσόνια.
Μέτραγε, λοιπόν, τα πάντα, τις κινήσεις, έπρεπε να κυκλοφορήσει, ανάμεσα σε τραπεζάκια, που ήταν μέσα στη σκόνη, να μετράει ένα-δύο-τρία, να γυρίζει πίσω και να χορογραφεί όλη την κίνηση, γιατί δεν έβλεπε, τόσο που έπρεπε και οι ηθοποιοί, να προσαρμοστούν σε αυτό, να μην τρακάρουν.
Και δεύτερον, το έφτιαξε, ακριβώς, αυτό το ιδίωμα, που ξέρουμε όλοι.
Επειδή δεν θυμότανε, έφτιαξε αυτήν την κίνηση, την κυκλωτική, για να θυμηθεί τα παρακάτω.
Είχε φτιάξει πολλά, με αυτό, που λέμε, υμνεί τα λάθη και τα πάθη του, δηλαδή τους τρόπους, με τους οποίους ο καθένας διαφοροποιείται από τον άλλο» («Καραγκιόζης και Θέατρο: Οι ρίζες», 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Π.Σ.Θ.Σ.: «Ένα σπίτι για τον Καραγκιόζη», Νέα Ιωνία, Ιούνιος 2017). Αναφερόμενοι κατόπιν ειδικότερα στην κινηματογραφική δράση του Ντίνου Ηλιόπουλου, ξεκινάμε αναπόφευκτα από την κοινή περίοδο έναρξης της κινηματογραφικής δράσης όλων των μεγάλων ονομάτων του ελληνικού κινηματογράφου, δηλαδή από τα τέλη της δεκαετίας του 1940: Η πρώτη του ταινία φέρεται να είναι η άγνωστη και χαμένη «Μαντάμ Σουσού» στο πλάι του Βασίλη Λογοθετίδη και του Μίμη Φωτόπουλου.
Η κινηματογραφική συνύπαρξη του Ηλιόπουλου με τον Μίμη Φωτόπουλο, όπως και η αντίστοιχη θεατρική τους συνύπαρξη, έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στα πλαίσια των παράλληλων βίων τους.
Οι δυο τους συγκροτούν ένα κινηματογραφικό ζευγάρι, που εκείνη την εποχή, δεν είχε ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία, μολονότι η γενικότερη μεταξύ τους χημεία αποδίδει.
Οι κινηματογραφικοί δρόμοι τους λοιπόν χωρίζουν: Ο μεν Φωτόπουλος γίνεται το μεγάλο κινηματογραφικό αστέρι της δεκαετίας του 1950, ο δε Ηλιόπουλος ακολουθεί ιδιόμορφη πορεία. Ο Ηλιόπουλος παίζει σε πολλές και ονομαστές ταινίες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, έχοντας ήδη ξεχωρίσει στις «Εκατό χιλιάδες λίρες» («Πω, πω! Τι μου θυμίζετε τώρα!!!», σχολίαζε ο ίδιος. «Ήταν η πρώτη μου ταινία!!!») στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ως πρωταγωνιστής πέρα από τη μικρή του συμμετοχή στην «Μαντάμ Σουσού». Ξεχωρίζει επίσης (το έτος 1949) και η πρωταγωνιστική του συμμετοχή στην ταινία «Διαγωγή μηδέν: Σκάνδαλα στο Παρθεναγωγείο» στο πλάι της Έλλης Λαμπέτη και του Λάμπρου Κωνσταντάρα.
Από εκεί και εξής, αρχίζει η ιδιόμορφη, όπως προείπαμε, πορεία του Ντίνου Ηλιόπουλου στον ελληνικό κινηματογράφο. Ο Ηλιόπουλος, κατά τη δεκαετία του 1950, δεν ήταν ούτε το μεγάλο εμπορικό όνομα, ούτε ο μεγάλος αστέρας του ελληνικού κινηματογράφου.
Και όμως, την ίδια εποχή, έπαιξε σε πολλές σπουδαίες ταινίες σε πρωταγωνιστικούς, αλλά ακόμα και σε δεύτερους ρόλους.
Εν πρώτοις, είναι συγκλονιστικός, ακόμα και σε μικρό ρόλο, ως ο ηλικιωμένος φίλος του «Γρουσούζη» στην ομώνυμη ταινία του Γιώργου Τζαβέλα με τον Ορέστη Μακρή, ο «μοναδικός» του φίλος, που διάβαζε μόνο τις εφημερίδες και έπινε μόνο νερό στο καφενείο του γρουσούζη Αγαθοκλή.
Στο πλευρό, εξάλλου, του Ορέστη Μακρή, ο Ηλιόπουλος θα συγκινήσει (ως μαθητευόμενος βοηθός του) στην ταινία «Μια λατέρνα, μια ζωή» του Σωκράτη Καψάσκη ή ως αγωνιστής για το Κυπριακό και ένοικος της οικοδομής με θυρωρό τον Ορέστη Μακρή στην ταινία «Στουρνάρα 288» του Ντίνου Δημόπουλου.
Συγκλονιστικός, όμως, είναι ο Ηλιόπουλος και στην κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου «Θανασάκης, ο Πολιτευόμενος» και στο ρόλο του μεγαλομπακάλη Μελέτη, η αδερφή του οποίου παντρεύεται έναν πλήρως αποτυχημένο υποψήφιο βουλευτή, καταστρέφοντας οικονομικά (και όχι μόνο) την οικογένειά τους.
Από ένα θεατρικό έργο, που είχε αρνηθεί ο Βασίλης Λογοθετίδης, επειδή δεν του πήγαινε τόσο ο ρόλος, ο Ηλιόπουλος δίνει σίγουρα μια από τις κορυφαίες ερμηνείες της καριέρας του.
Κορυφαία είναι και η ερμηνεία του Ντίνου Ηλιόπουλου στην παρωδία των φιλμ νουάρ «Τζο, ο τρομερός» του Ντίνου Δημόπουλου.
Απολαυστική επίσης και η συμμετοχή του δίπλα σε μεγάλα ονόματα, όπως ο Γιώργος Οικονομίδης, ο Νίκος Ρίζος και ο Βασίλης Αυλωνίτης στο «Χαρούμενο ξεκίνημα» του Ντίνου Δημόπουλου, ενώ ξεχωρίζει και η ταινία «Γλέντι, λεφτά και αγάπη» του Νίκου Τσιφόρου και πάλι στο πλάι των Βασίλη Αυλωνίτη και Νίκου Ρίζου.
Συγκινητικός και αξιόλογος είναι και ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Ηλιόπουλου στην ξεχασμένη πλέον ταινία «Γαμήλιες περιπέτειες» του Κώστα Γεωργούτσου.
Η σημαντικότερη, πάντως, ταινία του Ντίνου Ηλιόπουλου κατά τη δεκαετία του 1950 και σε ολόκληρη την κινηματογραφική του καριέρα (και για πολλούς μία από τις καλύτερες, αν όχι η καλύτερη ταινία, του ελληνικού κινηματογράφου) δεν είναι άλλη από τον επικό «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου.
Μια ταινία που τάραξε τα κινηματογραφικά νερά της δεκαετίας του 1950 και επέβαλε τον Ηλιόπουλο ως έναν ποιοτικό και σπουδαίο ηθοποιό, αν και όχι εμπορικό (με τη θετική έννοια του όρου) μέχρι τότε.
Η αξία όμως του Ντίνου Ηλιόπουλο κορυφώθηκε κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960, έτσι ώστε να φτάσει και στα πρώτα σκαλιά της εμπορικής κινηματογραφικής δημοτικότητας, κάτι που το άξιζε και που το πετυχαίνει κατά κύριο λόγο με αγαπημένες ταινίες του Αλέκου Σακελλάριου («Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης», «Το δόλωμα») και ακόμα περισσότερο με κλασικές ταινίες μέχρι και εμπορικούς θριάμβους του Γιάννη Δαλιανίδη («Το κοροϊδάκι της δεσποινίδας», «Η κυρία του κυρίου», «Μερικοί το προτιμούν κρύο», «Κάτι να καίει», «Οι κληρονόμοι»). Ειδική μνεία αξίζει να γίνει για τρεις απολαυστικές ταινίες, στις οποίες πρωταγωνίστησε ο Ντίνος Ηλιόπουλος (στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960), βασισμένες όλες τους σε κείμενα του Δημήτρη Ψαθά και σε παραγωγή της Φίνος Φιλμ.
Πρόκειται για την πολιτική σάτιρα «Ζητείται ψεύτης», για την ακόμα καυστική σάτιρα των ελληνικών πολιτικών ηθών «Φωνάζει ο κλέφτης», αλλά και για την απολαυστική σάτιρα του ελληνικού πουριτανισμού και ταυτόχρονα της ελληνικής συμφεροντολογίας «Ο ατσίδας» («Παιδιά, δεν ξέρω αν το καταλάβατε, αλλά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα» ή «Στρίβειν δια του αρραβώνος: Γαμπρός ή μακαρίτης; Γαμπρός! Αρραβωνιάζομαι!!!»). Χρόνια πριν πάντως, ο Ηλιόπουλος είχε πρωταγωνιστήσει και σε μία άλλη ταινία με τον τίτλο «Να πεθερός, να μάλαμα» (1959), η οποία βασιζόταν στο απολαυστικό θεατρικό έργο του Δημήτρη Ψαθά «Μικροί Φαρισαίοι» και η οποία όμως (κατά την προσωπική μου γνώμη) δεν ήταν τόσο πετυχημένη σαν κινηματογραφική μεταφορά.
Ίσως επειδή έλειπε η σφραγίδα παραγωγής της Φίνος Φιλμ.
Ίσως επειδή έλειπε η καίρια επαγγελματική ευσυνειδησία του σκηνοθέτη Γιάννη Δαλιανίδη.
Ίσως επειδή προσωπικά προτιμώ τη ραδιοφωνική μεταφορά του έργου με πρωταγωνιστές τους Μίμη Φωτόπουλο και Γιάννη Γκιωνάκη.
Το έτος 1966 είναι σημαδιακό για τον κινηματογραφικό Ντίνο Ηλιόπουλο, καθώς πρωταγωνιστεί σε μια από τις ωραίες κωμωδίες του, τις «Κυρίες της αυλής» του Ντίνου Δημόπουλου, ο οποίος σκηνοθετεί έτσι, κατά τη γνώμη μου, την καλύτερη κωμωδία της καριέρας του.
Εμπνευσμένοι από τη γαλλική θεατρική κωμωδία «Το Έκτο Πάτωμα», ο Δημήτρης Γιαννουκάκης στο σενάριο και ο Ντίνος Δημόπουλος στη σκηνοθεσία, μεταφέρουν τη δράση του ανωτέρω έργου από την πολυώροφη πολυκατοικία στην παλιά αθηναϊκή αυλή, με τον Ντίνο Ηλιόπουλο σε μια παράσταση κυριολεκτικά για ένα ρόλο να κόβει και να ράβει μόνος του, πετώντας θανατηφόρες ατάκες, όχι μόνον ξεκαρδιστικές, αλλά και με καυτό πολιτικό νόημα, ένα χρόνο μόλις πριν από την έναρξη της επταετούς Χούντας των Συνταγματαρχών.
Από το Άγαλμα της Ελευθερίας, που ανάβει φωτιές με τη δάδα, αλλά και τη συνεργασία του πότε με έναν Αμερικάνο και πότε με ένα Ρώσο, μέχρι τα πικρά σχόλια για την αδυναμία της Μελίτας (Φλωρέττα Ζάννα) να δει τον άνδρα της, ο οποίος είναι ακόμα στο Σιδηρούν Παραπέτασμα. Ο Ηλιόπουλος δίνει, από το πρώτο κιόλας λεπτό, έναν ξέφρενο ρυθμό στην ταινία («Βάζω τα σπίρτα! Βάζετε τα τσιγάρα;»), η οποία δεν έχει καθόλου κενούς χρόνους, όλα γίνονται αστραπιαία και ξεκαρδιστικά, ενώ στο σημείο που πρέπει, ο Ηλιόπουλος είναι και συγκινητικός, ειδικά τη στιγμή που η Νόρα Βαλσάμη τον πληροφορεί ότι σύντομα θα πεθάνει.
Παρά την επιτυχία της, ωστόσο, η ταινία αυτή σηματοδοτεί και την τελευταία συνεργασία του Ντίνου Ηλιόπουλου με την εταιρεία της Φίνος Φιλμ.
Για το υπόλοιπο μισό της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Ντίνος Ηλιόπουλος θα γυρίσει ταινίες με άλλες κινηματογραφικές εταιρείες, από τις οποίες ξεχωρίζουν οι ταινίες «Να ζει κανείς ή να μην ζει;», «Ο σατράπης», «Ο Στρατής παραστράτησε», «Οι τέσσερις άσοι» και «Να ‘ταν το δεκατριάρι να έπεφτε σε εμάς». Ο Ηλιόπουλος, όπως και άλλα μεγάλα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου, επιστρέφει στην κινηματογραφική δράση στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και συμμετέχει σε πολλές ταινίες (και βιντεοταινίες) της δεκαετίας του 1980, όπως επίσης και στον «Μελισσοκόμο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1986), ενώ η τελευταία κινηματογραφική του εμφάνιση ήταν το «Ράδιο Μόσχα» του Νίκου Τριανταφυλλίδη, το 1995. Ο Ηλιόπουλος «έφυγε» στις 4 Ιουνίου 2001 σε ηλικία 88 ετών, δύο χρόνια μετά από το θάνατο του Νίκου Ρίζου και τέσσερις μήνες πριν από το θάνατο του Κώστα Χατζηχρήστου.
Ένα χρόνο περίπου μετά, «φεύγει» και ο Γιάννης Γκιωνάκης.
Μια ολόκληρη γενιά κωμικών, με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, γεννημένο το 1913, να κινείται ηλικιακά στο μεταίχμιο δύο διαφορετικών γενιών (αυτής του 1910 και αυτής του 1920). Η φράση στην πλάκα του μνήματός του: «Με συγχωρείτε, κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ», συνοψίζει και συμπυκνώνει εύγλωττα τη φινέτσα, την ευγένεια, το κωμικό ήθος του, τη θεατρική παιδεία του. *** «ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΟΥΣΤΑΚΑΣ» του Θωμά Αθ. Αγραφιώτη Ο Σωτήρης Μουστάκας (1940-2007), μεγάλη μορφή του ελληνικού θεάτρου και της επιθεώρησης, αλλά και πρωταγωνιστής στην ένοπλη κυπριακή δράση κατά των Άγγλων, υπήρξε και μεγάλη πρωταγωνιστική μορφή του παλιού και νεότερου ελληνικού κινηματογράφου.
Ξεκίνησε την καριέρα του ως ο τρελός στον επικό «Αλέξη Ζορμπά» του Μιχάλη Κακογιάννη από το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη και διακρίθηκε μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, ώστε να προκαλέσει το άμεσο ενδιαφέρον του κοινού (και ίσως και μια κάποια ανταγωνιστική διάθεση, όπως αναφέρεται, ακόμα από την πλευρά των συμπρωταγωνιστών του). Στον ελληνικό κινηματογράφο εμφανίστηκε (λόγω ηλικίας) με κάποια σχετική καθυστέρηση, αλλά αμέσως κέρδισε τις εντυπώσεις, είτε σε μικρούς ρόλους («Η ωραία του κουρέα», «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα», «Κολωνάκι διαγωγή μηδέν», «Το παιδί της μαμάς», «Να ζει κανείς ή να μην ζει», «Ένα αστείο κορίτσι» κτλ.), είτε με τις ατάκες του (π.χ. στην ταινία «Η τύχη μου τρελάθηκε», που τον αριθμό αυτοκινήτου «9999» τον διάβαζε «νια-νια-νια-νια»). Διακρίθηκε ακόμα σε δεύτερους ρόλους αξιόλογων έργων, όπως ο πειναλέων καθηγητής Ανρί ή «Αρνί» («Μεεεεεεεεεεεε») στο «Καλώς ήρθε το δολάριο» του Αλέκου Σακελλάριου ή ο εξίσου πειναλέων μαθητής της κλασικής μουσικής, που προδίδει τον καθηγητή του, για να παίξει μπουζούκι, με τίμημα ένα πιάτο κεφτέδες στο έργο «Μπετόβεν και μπουζούκι» του Ορέστη Λάσκου (έχει μείνει μάλιστα παροιμιώδης η διήγηση του Μουστάκα στην τηλεοπτική εκπομπή της ΕΤ-2 «Τα αστέρια λάμπουν για πάντα» ότι από την τότε πείνα, καθότι ακόμα απλήρωτος, έτρωγε όλους τους κεφτέδες στο γύρισμα και δεν μπορούσαν να ξαναγυρίσουν τη σκηνή, με αποτέλεσμα ο Νίκος Σταυρίδης την επόμενη μέρα να του αγοράσει τυρόπιτα). Ο Μουστάκας κέρδισε επάξια και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη Φίνος Φιλμ με την καταπληκτική ταινία του Ερρίκου Θαλασσινού «Ένας νομοταγής πολίτης» στον καλύτερο ίσως ρόλο της καριέρας του.
Κατά την προσωπική μου γνώμη, πρόκειται για την κορυφαία κωμωδία του σκηνοθέτη της, του Ερρίκου Θαλασσινού, αλλά και του ανερχόμενου τότε πρωταγωνιστή της, του Σωτήρη Μουστάκα.
Μια πικρή κωμωδία, η οποία κορυφώνεται ως πολιτική καταγγελία, για έναν καταπιεσμένο από παντού ανθρωπάκο (σαν πουλάκι στο κλουβί εμφανίζεται στους τίτλους της αρχής), μέχρι που αυτός αποφασίζει (μάλλον αργά) να κάνει την επανάστασή του.
Βασισμένη σε σενάριο του Κώστα Μουρσελά και γυρισμένη στον απόηχο της πτώσης της Χούντας (1974) και στην αρχή της Μεταπολίτευσης, η ταινία αυτή γυρίστηκε από την εταιρεία της Φίνος Φιλμ (λίγα χρόνια πριν από το θάνατο του Φίνου) και ανέδειξε μια νέα πτυχή της καταπιεσμένης τότε ελληνικής κοινωνίας: Ο κεντρικός ήρωας καταπιέζεται από την («αγία» ελληνική) οικογένειά του και ιδίως από το θείο του (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος), γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης στη δουλειά του, προδίδεται μέχρι και από τον καλύτερό του φίλο (Βαγγέλης Καζάν), πιέζεται για ένα γάμο που δεν θέλει (από τη σεξουαλική καταπίεση ξεκινούν όλα, για να καταλήξουν και στον πνευματικό ευνουχισμό) και τελικά βλέπει να χάνει και την πραγματική του αγαπημένη (Νόρα Κατσέλη). Η έκρηξή του αργεί, αλλά είναι συγκλονιστική... Επαναστατεί, ντύνεται γυναίκα, για να εισπράξει αυθαίρετα καταθέσεις από την τράπεζα, προειδοποιεί το θείο του μέσα στη νύχτα από ένα πάρκο ότι έχει τοποθετήσει βόμβα («Κάνει κούνια, λέει!») και άλλα πολλά, με αποκορύφωμα μια συγκλονιστική ομιλία στην εταιρεία του, από προσωρινή θέση ισχύος, υπέρ των καταπιεσμένων και εναντίον του κατεστημένου.
Η κατάληξη φυσικά τέτοιων επαναστατών είναι συνήθως άδοξη και αδιέξοδη, καθώς όποιος εκφράζεται τόσο δυναμικά και ρηξικέλευθα στιγματίζεται σαν τρελός... «Εμείς για αλλού κινήσαμε, για αλλού, και αλλού η ζωή μας πάει...», όπως τραγουδάει ο αξέχαστος Αντώνης Καλογιάννης στους τίτλους των γραμμάτων στην αρχή της ταινίας, συμπυκνώνοντας το αδιέξοδο του ήρωα, η επανάσταση του οποίου ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, ακριβώς επειδή άργησε πάρα πολύ να γίνει... Εκείνη την εποχή όμως, ο ελληνικός κινηματογράφος έμπαινε σε φάση παρακμής, με τον ακμαίο Μουστάκα πάντως να επανέρχεται δριμύτερος στη δεκαετία του 1980, αποτελώντας τότε μαζί με τον Στάθη Ψάλτη και τον «Ταμτάκο» Μιχάλη Μόσιο τα μεγαλύτερα ονόματα της κωμωδίας ή και της βιντεοκωμωδίας (και με τον Μουστάκα πάντως να δέχεται κριτική ότι έκανε και αρκετές κακές επιλογές). Και όμως, ακόμα και σε εκείνη τη δεκαετία, ο Μουστάκας έπαιξε σε πολλές ξεκαρδιστικές και συχνά σουρεαλιστικές κωμωδίες, όπως η «Νονά», ο «Δυναστείας», «Το παίζω και πολύ άνδρας», ο παραγνωρισμένος «Σαλταδόρος», το «Ψώνιο», τα «Τούβλα» και κυρίως ο κλασικός πια «Ροζ Γάτος», μια από τις πιο αγαπημένες μου (προσωπικά) κωμωδίες με διαχρονικές ατάκες και αγαπημένες ερμηνείες.
Ο «Ροζ γάτος» είναι μια κορυφαία κωμωδία της δεκαετίας του 1980 με τον εξίσου κορυφαίο Σωτήρη Μουστάκα σε μία υπέροχη ερμηνεία και σε μια ταινία που ξεχωρίζει (και με διαφορά) από τη μαζική παραγωγή των ταινιών της ίδιας δεκαετίας.
Πρόκειται, ωστόσο, (αν θέλουμε τρόπον τινά να το προεκτείνουμε) και για μια από τις πιο αγαπημένες ελληνικές κωμωδίες γενικότερα, μια ταινία πολύ οικεία, η οποία συναγωνίζεται πλέον σε δημοτικότητα ακόμα και τις παλιότερες ελληνικές ταινίες, καθώς συνδυάζει πολύ όμορφα το ηθογραφικό στοιχείο των παλιότερων ελληνικών κωμωδιών με τη νεότερη ματιά της έγχρωμης ελληνικής κωμωδίας των μοντέρνων καιρών και των πρώτων μεταπολιτευτικών δεκαετιών με τα νέα ήθη, τις ντισκοτέκ, τα μηχανάκια και τις νέες μόδες στα ελληνικά σχολεία.
Όλα αυτά με ένα καλαίσθητο γούστο και ένα υπέροχο πάντρεμα του παραδοσιακού με το μοντέρνο: Το αταίριαστο δίδυμο Σωτήρη Μουστάκα και Πάνου Μιχαλόπουλου είναι υπέροχο και απολαυστικό (μέσα στις αντιθέσεις του), η Βάνα Μπάρμπα (στην πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση) είναι υπέροχα γοητευτική και αισθησιακή, όσο και πολύ καλή στο ρόλο της, οι καθηγητές-καθηγήτριες, όπως και οι μαθητές-μαθήτριες του Λυκείου, είναι όλοι τους και όλες τους υπέροχοι στους ρόλους τους (με εξαιρετικά και επίκαιρα για την εποχή επώνυμα, όπως Μητσιμπόνας και Βουτυρίτσα, που παραπέμπουν σε δημοφιλείς τότε ποδοσφαιριστές της ποδοσφαιρικής Λάρισας), υπέροχοι και οι Κώστας Μακέδος και Μιχάλης Μουστάκας (ανιψιός του Σωτήρη Μουστάκα) στους ρόλους των δύο μαφιόζων του γλυκού νερού («Γάτας» και «Ποντίκας»), ξεκαρδιστικός και ο Τώνης Γιακωβάκης ως ο συμφεροντολόγος πατήρ Τριαντάφυλλος του Ιερού Ναού της Αγίας Αικατερίνης στην Πλάκα (με την πολυκατοικία του Μουστάκα πίσω από τον Ιερό Ναό να υπάρχει ακόμα και σήμερα, στους δρόμους της Πλάκας και στην έξοδο προς τη λεωφόρο Συγγρού και απέναντι από τις στήλες ή τους στύλους του Ολυμπίου Διός), ενώ ο Σωτήρης Μουστάκας είναι εξαιρετικός και στο διπλό ρόλο της «ατακτούλας» αδερφής του, της Ευτέρπης, με την υπέροχη Ζωζώ Ζάρπα να είναι εξίσου απολαυστική στο ρόλο της ιδιότροπης μάνας.
Μια απολαυστική και νοσταλγική πλέον σήμερα ελληνική (και σχολική συνάμα) κωμωδία, που προσωπικά την απολαμβάνω μέχρι και σήμερα στον ίδιο βαθμό με τον οποίο την είχα απολαύσει όταν την πρωτοείδα (σε μικρή ηλικία) κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980, τότε σε βιντεοκασέτα, με άφθονο γέλιο, αρκετή δράση, ανατροπές, αγωνία, διαχρονικές ατάκες, ρυθμό, κίνηση και πάρα πολλές αναμνήσεις.
Το πιο αξιομνημόνευτο όμως γνώρισμα της κινηματογραφικής καριέρας του Μουστάκα ήταν ότι, όπως ακριβώς ο Στάθης Ψάλτης έκλεισε την κινηματογραφική του καριέρα ως ηγούμενος της Μονής Σινά στον «Καζαντζάκη» του Σμαραγδή, έτσι και ο Σωτήρης Μουστάκας έκλεισε την καριέρα του ως Τιτσιάνο.
Δηλαδή ως ο ζωγράφος δάσκαλος του «Ελ Γκρέκο» στην ομώνυμη ταινία πάλι του Σμαραγδή, με την ταινία να βγαίνει στους κινηματογράφους το φθινόπωρο του 2007, δηλαδή μετά από το θάνατο του Μουστάκα (Δευτέρα 4 Ιουνίου 2007) και λίγο μετά και από το θάνατο και της γυναίκας του, επίσης αγαπημένης ηθοποιού, Μαρίας Μπονέλου (Πέμπτη 30 Αυγούστου 2007). Ένας μεγάλος Έλληνας κωμικός ηθοποιός που ξεκίνησε (όχι τυχαία) την κινηματογραφική του καριέρα με Καζαντζάκη και την έκλεισε με Ελ Γκρέκο. Φωτογραφία: Ηλιόπουλος και Μουστάκας στην κωμωδία του 1966 "Να ζει κανείς ή να μην ζει;" του Ορέστη Λάσκου.https://www.facebook.com/share/p/14gMNH6MA82/
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους