[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Για φαντάσου, τι γίνεται όταν ακόμα και δικοί σου άνθρωποι αρχίζουν τα περίεργα. —Ποια πληρωμή έχει μείνει απλήρωτη; Κάνετε κάποιο λάθος, εμείς δεν έχουμε πάρει κανένα δάνειο… Ναι, Πέτρου, ναι, στη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Για φαντάσου, τι γίνεται όταν ακόμα και δικοί σου άνθρωποι αρχίζουν τα περίεργα. —Ποια πληρωμή έχει μείνει απλήρωτη; Κάνετε κάποιο λάθος, εμείς δεν έχουμε πάρει κανένα δάνειο… Ναι, Πέτρου, ναι, στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, αλλά… Πόσα λέτε; Δεν γίνεται αυτό.

Σε ποιο όνομα έχει βγει αυτό το δάνειο; – ρωτούσε μπερδεμένη η Ελένη. —Στο όνομα του Ανδρέα Πέτρου, —ήταν η απάντηση. —Μα ο Ανδρέας είναι ο άντρας μου, αλλά γιατί; Πότε το πρόλαβε; – τα ’χασε εντελώς η Ελένη. —Συγγνώμη, —η φωνή έγινε λίγο πιο μαλακή— αλλά οι κανόνες είναι ίδιοι για όλους.

Έγινε η καθυστέρηση, σήμερα σας ειδοποιούμε, μετά θα αναλάβουμε άλλα μέτρα. Η Ελένη δεν θυμόταν καν πώς βρέθηκε μπροστά στο laptop· το σοκ ήταν μεγάλο.

Έπρεπε πρώτα να καταλάβει μόνη της από πού προέκυψε αυτό το χρέος.

Ποτέ δεν είχε δει κάποια πιστωτική στον Ανδρέα.

Άρα είχε δανειστεί τα χρήματα χωρίς να το συζητήσουν καν για την οικογένεια.

Τι συμβαίνει; Όλη μέρα το κεφάλι της γυρνούσε γύρω από αυτήν τη συζήτηση.

Είχε ξεχάσει μέχρι και τη δουλειά.

Περίμενε πότε θα μπει ο Ανδρέας στο σπίτι, για να του μιλήσει: —Για ποιον τα πήρες τα χρήματα; Ποιος σου ζήτησε να πάρεις δάνειο; —Δεν πρόλαβα, πήραν τηλέφωνο, —γκρίνιαξε εκνευρισμένος.

Και όταν κατάλαβε ότι ξέφυγε, τα γύρισε στην Ελένη— Μη με κοιτάς έτσι.

Για τη μαμά, Ελένη! Εκείνη μου το ζήτησε, μένει μόνη της... —Και γιατί τέτοιο ποσό; Εμείς ζούμε με πολύ λιγότερα και δουλεύουμε και οι δύο! —Για διακοπές, τι θες τώρα; —Διακοπές; Πού σκοπεύει να πάει η μαμά σου; Στις Μαλδίβες ή στη Μύκονο τον Αύγουστο; —Η μάνα μου με μεγάλωσε μόνη της.

Έχει κάθε δικαίωμα.

Δεν το περίμενα αυτό από σένα... Ο Ανδρέας κατσούφιασε, χώθηκε με ένα “μπαμ” στην πολυθρόνα και γύρισε την πλάτη.

Ήταν το γνωστό του κόλπο για να την πιέσει.

Αλλά αυτή τη φορά η Ελένη δεν “μάσησε”. Απλά σταμάτησε να μιλάει.

Από τότε που μπήκε στη ζωή της η πεθερά, η Κλειώ, είχε μπει για τα καλά.

Από την αρχή ήθελε να τα ξέρει όλα, να σχολιάζει τα πάντα, να κάνει παρατηρήσεις.

Την πρώτη φορά που τη γνώρισε, είδε τα σκουλαρίκια της Ελένης και ρώτησε γεμάτη περιέργεια αν είναι αληθινά διαμάντια ή ψεύτικα. —Μόνο αληθινά φοράω, —απάντησε η Ελένη. —Και γιατί τόσο έξοδα; Θα μπορούσατε να αγοράσετε κάτι χρήσιμο για το σπίτι, —της ήρθε απάντηση. —Μα ήταν δώρο, —κάρφωσε η Ελένη. —Α τότε… εντάξει, —καταλάγιασε η πεθερά.

Μετά από λίγες μέρες, ο Ανδρέας της ζήτησε διστακτικά να μην φοράει εκείνα τα σκουλαρίκια όταν επισκέπτονται τη μαμά του.

Και είπε ότι εκείνη στεναχωριέται που δεν έχει και δεν μπορεί να της αγοράσει ο ίδιος.

Από εκείνη τη στιγμή, η Ελένη καταλάβαινε πολλά.

Μετά ήρθαν ο γάμος και θριαμβευτική εμφάνιση της Κλειώς με σικάτο φόρεμα, χρυσό δώρο.

Μετά, βέβαια, η Ελένη έμαθε τυχαία ότι όλα αυτά τα διάλεξε και τα πλήρωσε ο Ανδρέας, γιατί η μαμά του αλλιώς δεν θα πήγαινε καν στον γάμο! Συνέχισαν τα αιτήματα: τηλεόραση σαν της φίλης της, σεσουάρ σαν της αδελφής της, κομμωτήριο, αισθητική.

Όλα επειγόντως.

Και αν δεν γινόταν, δάκρυα, παράπονα, δραματική επίκληση της υγείας της. Ο Ανδρέας δεν άντεχε τα κλάματά της και τα ’κανε όλα αμέσως: —Και τι να κάνω; Είναι η μάνα μου, πώς να της το αρνηθώ; Μόνο που πλέον, λεφτά για το σπίτι τους δεν έφταναν πότε. Η Ελένη αναρωτιόταν πώς γίνεται δύο άνθρωποι να δουλεύουν κανονικά κι όμως να μη βγαίνουν με τίποτα.

Όταν του το έλεγε, εκείνος απαντούσε: —Ελένη, πρέπει να μάθεις να διαχειρίζεσαι το νοικοκυριό.

Από τη μάνα μου να ’παιρνες παράδειγμα! Μα από την Κλειώ δεν ήθελε να μάθει τίποτα.

Τον τύπο της τον ήξερε καλά.

Και προτιμούσε να κρατάει αποστάσεις απ’ τις “μάναδες” σαν αυτή.

Κι όταν ζήτησε διακοπές για την πεθερά, κι ο Ανδρέας πήρε δάνειο γι’ αυτό πίσω από την πλάτη της, αυτό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Με εκείνα τα λεφτά θα μπορούσαν να πληρώσουν τρεις δόσεις στεγαστικού, να πάρουν έπιπλα, συσκευές, να τα γιορτάσουν και στο καλύτερο εστιατόριο της Αθήνας.

Αλλά ο Ανδρέας δεν φαινόταν διατεθειμένος να αλλάξει.

Αυτό ήθελε η μαμά του, αυτό θα έκανε αυτός. Η Ελένη μπορούσε να το καταλάβει, είχε κι εκείνη μάνα, για πολλά θα έκανε.

Αλλά να πάρει δάνειο πίσω από την πλάτη της χωρίς λέξη; Κι αν κάτι πήγαινε στραβά, ποιος θα πλήρωνε; Αυτή φυσικά! Ήρθε η ώρα για σοβαρή κουβέντα.

Να συνειδητοποιήσει ο Ανδρέας τι προτεραιότητες έχει ή έστω να εξηγήσει στην Κλειώ ότι κάποτε πρέπει να βάζει κι ένα φρένο στις απαιτήσεις της.

Όμως εκείνος εξαγριώθηκε, κατηγορώντας την για αναλγησία: —Το χρέος το κάλυψα, θα το πληρώσω όλο.

Και τι έγινε; Η μάνα μου δικαιούται πρώτης θέσης διακοπές.

Τα αξίζει όλα! Ό,τι έχω από εκείνη το έχω.

Μόνο διακοπές να της προσφέρω δεν μπορώ;! —Υπάρχουν και όρια, δεν τα αντέχουμε όλα οικονομικά, —δοκίμασε η Ελένη. —Άκου να σου πω, για μένα η μάνα είναι ιερό... Η Ελένη κατάλαβε πως τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει.

Ήξερε ότι η Κλειώ τη ζήλευε, ότι κάθε μέρα τηλεφωνούσε στον Ανδρέα και έκλαιγε πως της έλειπε και να πάει να τη δει.

Αυτός παρατούσε τα πάντα και έτρεχε στην άλλη άκρη της Αθήνας. “Για τη μαμά”, πάντα.

Μετά τον τελευταίο καβγά, έφυγαν για τη δουλειά χωρίς να τα έχουν βρει.

Και προς το μεσημέρι, η Ελένη ένιωσε να λυγίζουν τα πόδια της.

Οι συνάδελφοί της, τρομαγμένοι, την ανάγκασαν να πάει γιατρό.

Εκεί εκείνη έμαθε ότι είναι έγκυος.

Τι χαρά! Ήταν σίγουρη πως το νέο θα έκανε τον Ανδρέα να αναθεωρήσει, να αλλάξουν προτεραιότητες και να δουν τον προϋπολογισμό αλλιώς.

Μα πολύ γρήγορα τα όνειρα προσγειώθηκαν απότομα. Ο Ανδρέας αναστατώθηκε, έλεγε ότι δεν περίμενε να συμβεί.

Την πίεζε να διακόψει την εγκυμοσύνη.

Και λίγο μετά, πήρε σειρά η Κλειώ.

Μόνο που εκείνη δεν παρακαλούσε, απαιτούσε: —Δε θέλω να γίνω γιαγιά! Αυτό σκαρφίστηκες για να τον κρατήσεις; Μπα, ο Ανδρέας θα φύγει, δεν τον κρατάς με ένα παιδί! —Μα πού θα πάει; Από πού συμπεραίνετε; —Εγώ ξέρω το γιο μου καλά, σιγά μη μείνει με σένα.

Κάνε ό,τι σου λέει, γιατί αλλιώς ούτε διατροφή δε θα δεις! Τα μάτια της Ελένης σκοτείνιασαν, έχασε τον κόσμο.

Ξύπνησε αργότερα στο νοσοκομείο. —Ελένη, επιτέλους, ξύπνησες, —ακούστηκε η φωνή της κυρίας Αθηνάς, γειτόνισσας της πεθεράς. —Κυρία Αθηνά… Δεν ήξερα ότι δουλεύετε εδώ, —ψέλλισε η Ελένη. —Και καλά θα ήταν να μη μάθαινες, —είπε χαμογελώντας, —Σκέψου ότι παραλίγο να διαλέξεις: εσύ ή το μωρό. —Τι λετε;! —Ηρέμησε, όλα καλά τώρα.

Τι σου συνέβη και κατέρρευσε τόσο; Αφού άκουσε όλη την ιστορία, η Αθηνά σκυθρώπασε.

Και μετά την συμβούλεψε: —Άστα αυτά, φύγε όσο προλαβαίνεις. Ο Ανδρέας δεν αλλάζει, και η μαμά του πάντα θα βασανίζει όποια γυναίκα σταθεί δίπλα του.

Είναι σίγουρη ότι της τα χρωστάει όλα.

Τον άντρα της τον "έφαγε" με τα θέλω της, και ο Ανδρέας ίδιος, ποτέ κόντρα στη μάνα. —Μα παντρεύτηκε… —Άστο.

Δε φαντάζεσαι πόσες κοπέλες το έβαλαν στα πόδια με το καλημέρα όταν γνώρισαν την Κλειώ. Τι σκέφτεται για το παιδί; Αφού… Θες το επόμενο μέρος; Σχολίασε “ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ” παρακάτω 🔥👀

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences