[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Στο ΒΗΜΑgazino δημοσίευσα μια συζήτηση με τον Πολ Γουάσκ. «Η αισθητική επιλογή είναι και πολιτική επιλογή». Ο νεαρός καταλανός συγγραφέας μίλησε στο περιοδικό με αφορμή την ελληνική έκδοση του...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Στο ΒΗΜΑgazino δημοσίευσα μια συζήτηση με τον Πολ Γουάσκ. «Η αισθητική επιλογή είναι και πολιτική επιλογή». Ο νεαρός καταλανός συγγραφέας μίλησε στο περιοδικό με αφορμή την ελληνική έκδοση του πολυσυζητημένου βιβλίου του «Ναπάλμ στην καρδιά» (μτφρ. Ευρυβιάδης Σοφός, εκδόσεις Κείμενα). Μια κουβέντα για τη δυστοπία του κόσμου, τις δύσκολες οικογενειακές και ερωτικές σχέσεις, την ποίηση που βρίσκεται παντού, τις λέξεις που υπάρχουν στην κόλαση και τη γλώσσα σαν ανατρεπτική προοπτική του παρόντος.

Ολόκληρο το κείμενο παρακάτω. Φωτογραφία: Alex Domènech *** Οταν ήταν μικρός, προτού κοιμηθεί, τα βράδια, άκουγε τα μαγνητοφωνημένα παραμύθια που έλεγε η μαμά του στον ίδιο και τα υπόλοιπα αδέλφια του. «Από τότε, ίσως, καλλιεργήθηκε η ευαισθησία μου για τις ιστορίες, για το πώς ακούμε και για το πώς αφηγούμαστε». Αργότερα, καθώς μεγάλωνε, έκανε κάποια στιγμή μια σοβαρή ζαβολιά και, προκειμένου να ζητήσει συγγνώμη από τη μητέρα του, προτίμησε να της γράψει ένα ποίημα. «Κι όμως, ήταν αποτελεσματικό.

Οχι μόνο με συγχώρησε, αλλά κόλλησε το χαρτί σε έναν τοίχο του σπιτιού μας να φαίνεται! Από τότε, ίσως, άρχισα να καταλαβαίνω ότι με τις λέξεις μπορείς να κάνεις πράγματα, να καταφέρεις πράγματα» λέει χαμογελαστός, με μια δόση νοσταλγίας, ο Καταλανός Πολ Γουάσκ στο BHMAgazino. Μέσω Zoom κουβεντιάζουμε, εκείνος στη Βαρκελώνη, εγώ στην Αθήνα.

Αυτός ο συγγραφέας δεν έχει ακόμα κλείσει τα τριάντα του χρόνια.

Ωστόσο, με τη γοητευτική του γραφή έχει εξωθήσει πολλούς –όχι μόνο στην Ισπανία, αλλά και διεθνώς– να τον κατατάξουν στους ανερχόμενους αστέρες της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

Ο ίδιος, γεννημένος το 1997 στην Ταραγόνα, εντυπωσίασε με ό,τι θεωρήθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα.

Το βιβλίο του με τίτλο «Ναπάλμ στην καρδιά» (Napalm al cor, 2021), ένα βιβλίο σκληρό και λυρικό συνάμα, ένα κράμα ασυνήθιστο και υποβλητικό, απέσπασε το Βραβείο Anagrama και έπειτα μεταφράστηκε σε αρκετές ξένες γλώσσες.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε και η ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις Κείμενα, σε μετάφραση του Ευρυβιάδη Σοφού από τα καταλανικά.

Το βιβλίο του Γουάσκ είναι πολύπλευρο, ακατάτακτο, αμφίσημο.

Μια οικογένεια, η φτώχεια, η μάχη για την επιβίωση.

Ενας κόσμος κατεστραμμένος, εμπόλεμος, στρατιωτικοποιημένος, δια χωριστικός, δυστοπικός, αποκαλυψιακός.

Ενας νεαρός άνδρας, επίσης, που στέλνει γράμματα στον εραστή του, τον Μπόρις.

Η βία, η καταπίεση, η ανάγκη για ελευθερία.

Και, ασφαλώς, η γλώσσα και τα μυστήριά της. «Πώς ξεκινάει άραγε κανείς να ρίχνει τις λέξεις στο χαρτί; Γίνεται αιφνιδιαστικά ή σταδιακά όλο αυτό; Στην περίπτωσή μου, τουλάχιστον, υπήρξαν ορισμένα περιστατικά που συνδέθηκαν με τις απόπειρές μου να γράψω.

Ανακαλώ την παρατήρηση, την προσήλωση.

Θα μπορούσα, βεβαίως, να επινοήσω κάτι πολύ πιο ελκυστικό, αλλά θυμάμαι τον πατέρα μου να προπονείται σε μια ασιατική πολεμική τέχνη ή την εικόνα ενός δέντρου που, ενώ ήταν μέσα στο δάσος, φάνταζε ολομόναχο» συνεχίζει ο Γουάσκ, εννοώντας απλώς ότι απέδωσε άλλα νοήματα σε αυτά εκ των υστέρων... -Αναρωτιέμαι, κύριε Γουάσκ, ένα τέτοιο βιβλίο πώς γράφεται; Είχατε ένα γενικό πλάνο στο μυαλό σας; Αυτοσχεδιάζατε προοδευτικά; «Προτού καν αρχίσω να το γράφω, δεν ήξερα ούτε τι ήθελα να γράψω ούτε πώς να το γράψω.

Νομίζω ότι, ενόσω το έγραφα, το ανακάλυπτα ταυτόχρονα.

Το συναίσθημα του βιβλίου, δηλαδή.

Διότι, αν ρωτάτε εμένα, αυτό που λέμε “πλοκή” δεν έχει την παραμικρή σημασία.

Θέλω να έχω νιώσει αυτό που γράφω και ακριβώς το ίδιο θέλω να νιώσουν οι αναγνώστες μου.

Και παραπάνω από τη μορφή, που προσλαμβάνει το κείμενό μου κάποια στιγμή, με ενδιαφέρει η ατμόσφαιρα που πλαισιώνει αυτό το συναίσθημα.

Θα έλεγα πως, όταν γράφω, σκέφτομαι ατμόσφαιρες και συναισθήματα.

Το “Ναπάλμ στην καρδιά” αναδύθηκε μέσα από μικρές σκηνές και θραύσματα.

Εχασκε συνεχώς ένα κενό γύρω από τις λέξεις, κάτι που φάνταζε τόσο σημαντικό, τόσο κρίσιμο που θα μπορούσα να χαθώ μέσα σε αυτό.

Κάτι που είχε να κάνει περισσότερο με την ποίηση». -Αλλά; Δεν ήταν ποίηση ακριβώς; Από την άλλη μεριά, η όλη σύνθεση δεν αποτελεί και μια αφήγηση; «Οσον καιρό γράφω, δεν έχω ποτέ την αίσθηση ότι εγκαταλείπω την ποίηση.

Δεν βίωσα το “Ναπάλμ στην καρδιά” σαν μετάβαση στην πεζογραφία, αλλά, μάλλον, σαν μετάβαση σε μια άλλη διερεύνηση της γλώσσας.

Το βιβλίο αφορούσε κάτι δύσκολο, περίπλοκο, απροσδιόριστο.

Κάτι δικό μου.

Η γλώσσα προσαρμόστηκε όχι σε αυτό που γνώριζα μα σε αυτό που η γλώσσα διαρκώς περικύκλωνε προκειμένου να το αποδώσει.

Για εμένα, παραμένει πολύ πιο δύσκολο να δημιουργήσεις με λίγες μονάχα λέξεις – με ένα ποίημα, ας είμαι συγκεκριμένος – την ένταση της ατμόσφαιρας και του συναισθήματος.

Με το “Ναπάλμ στην καρδιά” δεν ένιωθα πως γράφω μυθιστόρημα, αλλά ποίηση.

Στην ουσία, οτιδήποτε κι αν γράφω, πάντα έτσι νιώθω, ότι γράφω ποίηση». -Το «Ναπάλμ στην καρδιά» περιλαμβάνει την αυτοκτονία ενός πατέρα και τον θάνατο μιας μάνας, γονέων του αφηγητή.

Περιλαμβάνει, επίσης, τον ζωώδη και ατελέσφορο δεσμό του αφηγητή με τον Μπόρις.

Πυρήνας του βιβλίου, ωστόσο, όπως το διάβασα εγώ τουλάχιστον, είναι η οικογένεια, όχι τόσο η σεξουαλικότητα του αφηγητή.

Τι λέτε; «Θα συμφωνήσω απολύτως μαζί σας.

Πρόσφατα, μερικούς μήνες πριν, εξέδωσα το βιβλίο “Relíquia” (Απομεινάρια, 2026). Πρόκειται για αναμνήσεις από τον δικό μου πατέρα, που επίσης αυτοκτόνησε.

Μόνο τώρα, αφού εξέδωσα κι αυτό το βιβλίο, βλέπω με διαύγεια τι συνέβη με το “Ναπάλμ στην καρδιά”. Προσπαθούσα να δω πώς λειτουργεί η οικογένεια, αναζητούσα τις μορφές του πατέρα και της μητέρας, την παρουσία τους.

Εφτιαξα, επί της ουσίας, δύο φανταστικά πλάσματα στο βιβλίο, πασχίζοντας να εμφανίσω τον πατέρα μου και τη μητέρα μου.

Και απέτυχα.

Εγώ ήθελα πολύ να εμφανιστούν, αλλά οι γονείς μου δεν ήθελαν καθόλου.

Και δεν εμφανίστηκαν παρά μόνο μέσα από την απουσία τους.

Κι έτσι τους έπλασα με ό,τι είχα». -Αρα, το νέο βιβλίο για τον πατέρα σας, που δεν είναι μυθοπλασία, με τι αναμετράται; Με ένα πένθος που, ενδεχομένως, δεν έκανε τον κύκλο του; Ενα λειψό πένθος; «Το βιβλίο για την αυτοκτονία του πατέρα μου το έγραψα μία δεκαετία μετά το γεγονός.

Μεσολάβησε μια απόσταση.

Πιστεύω ότι έχει να κάνει λιγότερο με το πένθος, επικεντρώνεται κυρίως στη γραφή την ίδια, στη δική μου σχέση μαζί της, καταλαβαίνετε, στο τι σου συμβαίνει όταν εργάζεσαι με τη ζωή σου και τη μνήμη σου.

Δεν ζήτησα από τη λογοτεχνία να με παρηγορήσει.

Σκέφτομαι πλέον πως, γράφοντας τότε το “Ναπάλμ στην καρδιά”, που ήταν μυθοπλασία, πένθησα πιο πολύ.

Πένθησα ακόμα πιο πολύ μέσα σε εκείνον τον φανταστικό κόσμο, τον δίχως χρόνο, τον δίχως χώρο, εκείνον τον παράξενο και αλλόκοτο κόσμο.

Σήμερα διακινείται η ιδέα πως αν γράψεις κάτι που δεν είναι μυθοπλασία, αν γράψεις κάτι μη-μυθοπλαστικό που σε αφορά με άμεσο τρόπο, γίνεσαι αυτομάτως και πιο προσωπικός, σχεδόν βιωματικός.

Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, μια συμβατική και αφελής αντίληψη για τη λογοτεχνία.

Στη μυθοπλασία είναι που βάζουμε, πολλές φορές, τα πιο μύχια κομμάτια μας.

Καταλήγω με το εξής, ευρύτερα: το ζήτημα δεν είναι αν γράφεις ή όχι μυθοπλασία, εμένα αυτό λίγο με νοιάζει, το ζήτημα είναι το καλό και το κακό γράψιμο». -Ας αφήσουμε στην άκρη το κακό γράψιμο.

Ποιο είναι το καλό γράψιμο; «Αυτό που προκαλεί την ωραία ψευδαίσθηση ότι δεν έχεις δια βάσει ποτέ κάτι παρόμοιο.

Αυτό που σε κάνει να νομίζεις ότι μαθαίνεις εκείνη ακριβώς την ώρα να διαβάζεις από την αρχή ή ότι μαθαίνεις να ξαναδιαβάζεις.

Αν μπορείς να δεις τις λέξεις με παρθένα μάτια σημαίνει ότι μπορείς να διαβάσεις τα πράγματα ξανά.

Υπάρχουν άνθρωποι, αναγνώστες, που πηγαίνουν σε ένα ποίημα ή σε μια ιστορία με τον ξεκάθαρο στόχο ή την κρυφή ελπίδα να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους.

Για εμένα, δεν έχει και τόση αξία αυτό.

Αξία έχει να διαβάζεις –και να ξαναδιαβάζεις– κάτι που μετακινεί το βλέμμα σου πάνω στον εαυτό σου και τον κόσμο, κάτι που σε σπρώχνει να υποδεχθείς το διαφορετικό σε όλες τις πιθανές εκδοχές του». -Εσείς άραγε πόσο έχετε επηρεαστεί από διαφορετικούς μεταξύ τους συγγραφείς; Είστε, ας πούμε, εκλεκτικιστής; «Εντελώς! Από τη μια μεριά, η Μερσέ Ροδορέδα, η Κλαρίσε Λισπέκτορ, η Μαρίνα Τσβετάγιεβα.

Από την άλλη μεριά, ο Ντιντιέ Εριμπόν, η Μάγκι Νέλσον, η Βίβιαν Γκόρνικ.

Συνυπάρχουν στη γραφή μου αυτά τα ετερόκλητα σύμπαντα.

Αφενός, το ύφος που είναι σκοτεινό, ονειρικό, γκροτέσκο, κρυπτικό, εσωστρεφές.

Αφετέρου, το ύφος που είναι παρατηρητικό, αναλυτικό, εξωστρεφές.

Νομίζω ότι προσπαθώ να συνδυάσω, να συγκεράσω αυτές τις τόσο διαφορετικές σχολές γραφής μεταξύ τους.

Αυτή που μετασχηματίζει το βίωμα με ορίζοντα την τέχνη και αυτή που χρησιμοποιεί τη βιογραφία με ορίζοντα την κοινωνία, την ιστορία.

Είναι πολλοί οι πατεράδες μου, πολλές οι μανάδες μου, από καλλιτεχνική και πνευματική άποψη.

Ελπίζω να μη σταματήσω να εκπλήσσομαι από αυτά που γράφω.

Ακούγεται ίσως παράδοξο, αλλά μου αρέσει πρωτίστως να γράφω κάτι ή για κάτι που δεν είμαι ακριβώς εγώ.

Προσπαθώ για κάτι καινούργιο, τον τελευταίο καιρό πιο συνειδητά». -Μια ισπανική εφημερίδα σάς χαρακτήρισε «εκπρόσωπο» μιας ολόκληρης γενιάς.

Το αποδέχεστε αυτό; «Εντάξει, αντιλαμβάνομαι πώς το έγραψαν αυτό, όμως εγώ δεν θέλω να είμαι εκπρόσωπος κανενός.

Ξέρετε ποιο είναι το θέμα; Περιμένουν από νεότερους συγγραφείς, όπως εγώ, περιμένουν ακόμα κι όταν δεν το λένε ευθέως, την καταγραφή της επιφάνειας.

Παραδείγματος χάριν, ένα μυθιστόρημα για την ψηφιακή εποχή, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τις εφαρμογές γνωριμιών, τις εφήμερες διαπροσωπικές σχέσεις, με τις αντίστοιχες μάλιστα φόρμες.

Περιμένουν, επίσης, ένα μυθιστόρημα για την οικονομική επισφάλεια, τη στεγαστική κρίση, την αβεβαιότητα, τη διάλυση.

Περιμένουν, με λίγα λόγια, τα κυριολεκτικά, καθαρά, διαφανή, προσιτά πράγματα.

Επιλέγω να μην τα κάνω.

Η αισθητική επιλογή είναι και πολιτική επιλογή». -Και τι επιλέγετε να κάνετε; Επίσης, αποκλείεται να μη θέλετε να θίξετε κάτι που να αφορά και τη δική σας γενιά... «Δεν με απασχολεί να γράψω το βιβλίο ή τα βιβλία μιας ολόκληρης γενιάς, με απασχολεί να μοιραστώ μια ιδέα που φαίνεται να επισκιάζει την ύπαρξή της, είναι η ιδέα του τέλους, ενός κόσμου που καίγεται.

Βλέπω τη γραφή μου στον αντίποδα της κυνικής αποδοχής ότι “ο κόσμος είναι σκατά, τι να κάνουμε, ο καθένας ας βρει τους τρόπους να τα βολέψει και να την παλέψει”. Οχι, κάθε γενιά οφείλει να σκέφτεται με τους δικούς της όρους την επιθυμία, την αγάπη, τη φιλία.

Να σκέφτεται πώς ζει, πώς μπορεί να ζήσει, πώς θέλει να ζήσει.

Το παρόν σήμερα δεν μας προσφέρει την προοπτική να τα σκεφτούμε όλα αυτά.

Δεν είμαι ούτε φιλόσοφος, ούτε κοινωνιολόγος.

Ως συγγραφέας, όμως, διανοίγω αυτή την αναγκαία προοπτική μέσα από το γράψιμο, φτιάχνοντας έναν κόσμο παράλληλο, διπλανό, όπου υπάρχει ο χώρος και ο χρόνος για να σκεφτούμε και να συναισθανθούμε. Στην Ισπανία γκρινιάζουν για τις νεότερες γενιές, γενικεύοντας, προσάπτοντάς τους ότι είναι αδιάφορες και αντιδραστικές.

Πολύ άστοχο.

Και πολύ βολικό». -Υπάρχει πολλή βία στα κείμενά σας, κύριε Γουάσκ.

Τι νομίζετε ότι την εξισορροπεί κάπως, ότι την κάνει υποφερτή; «Εχετε δίκιο σε αυτό, υπάρχει πολλή βία που προκύπτει, πώς να το πω, θεματικά.

Ομως, όταν γράφω δεν αισθάνομαι ούτε ότι υφίσταμαι κάτι οδυνηρό ούτε ότι μεταφέρω στους άλλους κάτι οδυνηρό.

Διότι, γράφοντας, αναζητώ την ομορφιά.

Δεν είναι ότι αναζητώ την ομορφιά στα άσχημα και επίπονα πράγματα, αναζητώ την ομορφιά παντού.

Αντιλαμβάνομαι ως αποστολή μου και να βρω την ομορφιά και να τη δημιουργήσω». -Ακόμα και στην κόλαση; Υπάρχει εκεί; Μπορεί να δημιουργηθεί μέσα στην κόλαση ομορφιά; «Ακόμα και στην κόλαση υπάρχουν λέξεις.

Οχι οι λέξεις που ίσως θα θέλαμε, οι λέξεις που μας κάνουν, όμως υπάρχουν λέξεις.

Ακόμα και με αυτές τις λέξεις μπορείς να φανταστείς μια άλλη σειρά, ένα διαφορετικό ταίριασμα.

Αυτό είναι που δημιουργεί την ελπίδα.

Η ελπίδα είναι ομορφιά.

Το πιστεύω ακράδαντα». -Πώς είναι να γράφεις σήμερα στα καταλανικά; «Είναι μια εξαιρετική στιγμή, αν είναι η μητρική σου γλώσσα, να γράφεις στα καταλανικά.

Πλέον υπάρχει περισσότερο ενδιαφέρον και μέσα στην Ισπανία (όπως για τα βασκικά ή τα γαλικιανά) και στο εξωτερικό.

Κάθε γλώσσα έχει ιστορία, γενεαλογία, φορτίο πολιτισμικό, τη δική της ευαισθησία.

Το γεγονός ότι γράφω σε μια μικρή, μειονοτική, εύθραυστη γλώσσα με συγκινεί βαθιά. Γράφω σαν να την προστατεύω».

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences