[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Γεννήθηκα στον Πειραιά, αλλά δεν μεγάλωσα εκεί, και αυτό το λέω τώρα όχι σαν μια απλή βιογραφική διευκρίνιση, αλλά σαν την πρώτη μου εσωτερική διχοτόμηση, γιατί ο Πειραιάς ήταν η αρχή, το λιμάνι, η...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Γεννήθηκα στον Πειραιά, αλλά δεν μεγάλωσα εκεί, και αυτό το λέω τώρα όχι σαν μια απλή βιογραφική διευκρίνιση, αλλά σαν την πρώτη μου εσωτερική διχοτόμηση, γιατί ο Πειραιάς ήταν η αρχή, το λιμάνι, η καταγωγική βουή, τα σώματα που έρχονταν και έφευγαν, ενώ η Ολυμπία ήταν το χώμα που με ανέθρεψε, το χώμα της μητέρας μου, το χώμα που δεν πατιέται ποτέ αθώα, γιατί μέσα του κοιμούνται αγάλματα, θραύσματα, ονόματα, νικητές, νεκροί, θεοί που έγιναν πέτρες και άνθρωποι που πέρασαν χωρίς να προλάβουν να μάθουν αν έζησαν καλά.

Από εκεί καταγόταν η μητέρα μου, από έναν τόπο όπου ακόμη και η φτώχεια είχε κάτι τελετουργικό, κάτι βαθύ, σαν να έβγαινε από μια παλιά ανασκαφή της ψυχής.

Ο πατέρας της είχε ένα μαγέρικο, κι εκεί έτρωγαν οι σιδηροδρομικοί και οι αρχαιολόγοι, δηλαδή οι άνθρωποι των γραμμών και οι άνθρωποι των τάφων, οι άνθρωποι που έφευγαν και οι άνθρωποι που έσκαβαν, οι άνθρωποι του ταξιδιού και οι άνθρωποι της μνήμης.

Αυτοί οι δύο κόσμοι με ακολούθησαν πάντα.

Το τρένο και η ανασκαφή.

Η αναχώρηση και το βάθος.

Η ράγα και το αρχαίο χώμα.

Η ζωή που περνά και η ζωή που μένει θαμμένη, ώσπου κάποιος, με ένα εργαλείο στο χέρι, να τη βγάλει ξανά στο φως.

Τη μέρα που γεννήθηκε η μητέρα μου, ο παππούς της, από τη χαρά του, κέρασε όλο το ταβερνείο.

Το σκέφτομαι τώρα και με συγκινεί αυτή η παλιά ανδρική χαρά, αυτή η χαρά που δεν ντρεπόταν, που δεν μετρούσε, που δεν έλεγε «να προσέξουμε», «να κρατηθούμε», «να μη φανεί πολύ». Κέρασε όλο το ταβερνείο, γιατί γεννήθηκε ένα κορίτσι, και τότε ένας αρχαιολόγος είπε: «Θα τη βαπτίσω εγώ». Ήρθε στη βάπτιση από τις Μυκήνες, όπου ανέσκαπτε, και της έδωσε το όνομα Μυκήνα.

Ήταν ο Ερρίκος Σλήμαν.

Δεν ξέρω τι σημαίνει ακριβώς να παίρνει ένα παιδί το όνομά του από μια πόλη νεκρών βασιλιάδων, από έναν τόπο χρυσού και αίματος, από έναν άνθρωπο που έσκαβε για να βρει μέσα στη γη την απόδειξη ενός ονείρου.

Ίσως από τότε, πριν ακόμη γεννηθώ εγώ, είχε μπει στην οικογένεια αυτή η παράξενη ιδέα πως η ζωή δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται, αλλά και αυτό που ανασύρεται από κάτω, το κρυμμένο, το χαμένο, το θαμμένο, το σπασμένο αγγείο, το πρόσωπο που λείπει από το άγαλμα, το παιδί που ακόμη δεν ξέρει ότι θα γίνει ηθοποιός.

Μετά την Κατοχή ξαναγύρισα στο πατρικό μου, στον Πειραιά.

Έπρεπε να ξαναγίνω ένας πρακτικός άνθρωπος, ένα παιδί που δουλεύει, που βοηθάει, που δεν παρασύρεται πολύ από φαντασίες, που δεν ζητάει από τη ζωή περισσότερα απ’ όσα μπορεί να του δώσει.

Δούλευα σ’ ένα μπακάλικο.

Θυμάμαι ακόμη αυτή την αίσθηση της καθημερινότητας που σε κρατάει από τον γιακά, τα ράφια, τα τρόφιμα, τις σακούλες, τα μικρά χρήματα, τη μυρωδιά της ανάγκης.

Κι ένα βράδυ αποφάσισα να πάω στο Εθνικό Θέατρο να δω τον Θείο Βάνια σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν.

Δεν πήγα απλώς σε μια παράσταση.

Πήγα, χωρίς να το ξέρω, στο σημείο όπου θα κοβόταν η ζωή μου στα δύο.

Βγήκα από το θέατρο και κόντεψαν να με κόψουν τα αυτοκίνητα.

Δεν έβλεπα πού πήγαινα.

Δεν ήταν αφηρημάδα.

Ήταν η πρώτη μεγάλη ύπνωση.

Η πρώτη φορά που κατάλαβα πως το θέατρο δεν σε διασκεδάζει, σε μετακινεί βίαια από τη θέση σου.

Σε βγάζει από το σώμα σου και μετά σου ζητά να επιστρέψεις σε αυτό άλλος άνθρωπος.

Δεν μπορούσα να γυρίσω στο μπακάλικο.

Δεν μπορούσα πια να σταθώ πίσω από τον πάγκο σαν να μη μου είχε συμβεί τίποτα.

Κατέβηκα στο Υπόγειο και βρήκα τον Κουν. «Θέλω να γίνω ηθοποιός», του είπα. «Ελάτε αύριο», μου είπε.

Τόσο απλά αρχίζουν κάποτε τα πράγματα που θα σε καταστρέψουν και θα σε σώσουν συγχρόνως.

Την επόμενη μέρα κάθισα στη μέση της σκηνής και απήγγειλα την Ιθάκη.

Δεν ξέρω αν την είπα καλά.

Ξέρω μόνο πως την είπα σαν παιδί που ζητάει άδεια να φύγει από τη μικρή του μοίρα.

Μου πρότεινε να πάω στη σχολή.

Μου ζήτησε να διαβάσω Ντοστογιέφσκι και Στανισλάφσκι. «Στανισλάφσκι, Στανισλάφσκι», επαναλάμβανα στον δρόμο, για να μην το ξεχάσω ώσπου να βρω βιβλιοπωλείο.

Αυτή η λέξη έγινε για λίγη ώρα φυλαχτό.

Την κρατούσα στο στόμα σαν προσευχή.

Δεν ήξερα ακόμα τι πάει να πει θέατρο.

Δεν ήξερα τι πάει να πει ηθοποιός.

Το ήξερε καλύτερα η μάνα μου, ίσως, όταν μου έλεγε: «Τι πάει να πει θέατρο; Τι πάει να πει ηθοποιός; Πού πας παιδάκι μου;» Και είχε δίκιο.

Δεν ήξερα πού πήγαινα.

Κανένας άνθρωπος που ξεκινά για το αληθινό του πεπρωμένο δεν ξέρει πού πηγαίνει.

Μόνο μια εσωτερική απαγόρευση ακούει: δεν μπορείς να μείνεις εκεί όπου ήσουν.

Ύστερα ήρθαν τα πρώτα μεροκάματα.

Άρχισε να βράζει το τσουκάλι.

Αυτό δεν το ξεχνώ ποτέ.

Το θέατρο πριν γίνει δόξα γίνεται φαγητό.

Γίνεται νοίκι.

Γίνεται καινούργιο σπίτι.

Γίνεται ένα τηλέφωνο που δεν μπορούσαμε να βάλουμε γιατί δεν είχαμε χρήματα.

Πήρα ένα ρόλο σε μια ταινία.

Το τηλέφωνο κόστιζε δύο χιλιάδες δραχμές και για το φιλμ πήρα είκοσι χιλιάδες.

Η μητέρα μου τα έχασε.

Δεν μπορούσε να πιστέψει πως κάποιος δίνει τόσα χρήματα σε έναν άνθρωπο για να παίξει έναν ρόλο.

Κι όμως αυτό ήταν το θαύμα και η απάτη μαζί.

Να πληρώνεσαι για να γίνεσαι άλλος.

Να σε κοιτούν επειδή παριστάνεις, και μέσα από την παράσταση να αποκαλύπτεσαι περισσότερο από όσο θα αποκαλυπτόσουν στην πιο γυμνή εξομολόγηση.

Το μόνο που θέλαμε τότε ήταν να ηρεμήσουμε και να πορευτούμε με το καλό που μας βρήκε.

Αλλά το καλό, όταν έρχεται απότομα, έχει και αυτό έναν κίνδυνο.

Βοούσε η ζωή γύρω μου και εγώ προσπαθούσα να έχω αυτοέλεγχο.

Να βλέπω τον εαυτό μου μέσα σε αυτή τη δίνη και ταυτόχρονα να τον ελέγχω.

Να του λέω: πρόσεχε.

Πρόσεχε τον θαυμασμό.

Πρόσεχε τη νεότητα.

Πρόσεχε το χειροκρότημα.

Πρόσεχε τις γυναίκες που σε κοιτούν σαν να σε ξέρουν.

Πρόσεχε τους άντρες που σε πλησιάζουν σαν να μπορούν να σε σώσουν.

Πρόσεχε την ευκολία με την οποία η ζωή μπορεί να σε μεθύσει και ύστερα να σε αφήσει μόνο.

Η ζωή ήταν ωραία.

Πολύς κόσμος, πολλές προκλήσεις, πολλές πόρτες που άνοιγαν, πολλές φωνές, πολλή μουσική, πολλή νεότητα.

Αλλά εγώ τα έζησα όλα και ως πάσχον πρόσωπο.

Δεν ήμουν μόνο κατακτητής.

Ήμουν και κατακτημένος.

Αυτό το λέω τώρα με μια παράξενη γαλήνη.

Δεν ντρέπομαι.

Με κατέκτησε το θέατρο, με κατέκτησαν οι άνθρωποι, με κατέκτησε ο έρωτας, με κατέκτησε ακόμη και ο ίδιος μου ο εαυτός, αυτή η ανάγκη να είμαι παρών και συγχρόνως να αποσύρομαι, να με βλέπουν και συγχρόνως να θέλω να με καταλάβουν χωρίς να με κοιτάζουν τόσο πολύ.

Μου άρεσε αυτό.

Νομίζω πως εκεί βρίσκεται η δίνη του έρωτα και της ζωής.

Να μην είσαι μόνο αυτός που θέλει, αλλά και αυτός που παραδίνεται.

Να μην είσαι μόνο ο δυνατός, αλλά και αυτός που τρέμει.

Να μη ντρέπεσαι για την τρυφερότητά σου, γιατί χωρίς αυτήν ο ηθοποιός γίνεται τεχνίτης, όχι πλάσμα.

Στις σχέσεις μου μ’ ενδιέφερε να υπάρχει συναισθηματική επένδυση.

Να υπάρχει συγκινησιακή λειτουργία.

Δεν με ενδιέφερε η απλή κατάκτηση.

Δεν ήθελα το εύκολο σώμα, την εύκολη παρουσία, το πρόσωπο που περνά και δεν αφήνει τίποτα.

Ήθελα να υπάρχει μέσα στη σχέση μια ηχώ.

Κάτι που να γυρίζει πίσω.

Κάτι που να σε κάνει να λες: εδώ ακουμπήσαμε, εδώ κινδυνεύσαμε, εδώ δεν παίξαμε απλώς.

Ο έρωτας χωρίς συγκίνηση είναι μια άσκηση αυτάρκειας.

Κι εγώ δεν υπήρξα ποτέ αυτάρκης.

Ίσως γι’ αυτό στάθηκα στη σκηνή.

Γιατί ο ηθοποιός είναι από τη φύση του ένας άνθρωπος που χρειάζεται τον άλλον.

Χρειάζεται το βλέμμα, την αναπνοή, τη σιωπή, την αποδοχή, ακόμη και την απόρριψη.

Χρειάζεται να νιώθει ότι κάτι περνά από αυτόν στους άλλους και επιστρέφει πάλι επάνω του σαν κύμα. Την Αλίκη Βουγιουκλάκη την έβλεπα πάντα σαν ένα θαύμα που η Ελλάδα δεν κατάλαβε ποτέ ακριβώς, επειδή το κατανάλωσε πολύ γρήγορα.

Την αγάπησε με βουλιμία και την αδίκησε με την ίδια βουλιμία. Η Αλίκη δεν ήταν απλώς ένα κορίτσι του κινηματογράφου, ούτε μια ξανθιά εθνική παρηγοριά, όπως είπαν μερικοί με εκείνη την ευκολία που έχουν οι άνθρωποι όταν θέλουν να μικρύνουν ό,τι δεν μπορούν να ερμηνεύσουν.

Ήταν ένα πρόσωπο τρομακτικής αυτοπειθαρχίας, ένα πλάσμα που κατασκεύασε την εικόνα του με τέτοια ακρίβεια, ώστε στο τέλος φυλακίστηκε μέσα της.

Αυτό είναι το τίμημα της μεγάλης λάμψης.

Σε σώζει από τη φτώχεια, από την ανωνυμία, από τον φόβο ότι θα περάσεις απαρατήρητος, αλλά μετά σου ζητά να μείνεις για πάντα ίδιος. Η Αλίκη έπρεπε να είναι πάντοτε η Αλίκη.

Να γελά, να λάμπει, να τρέχει, να τραγουδά, να νικά την ηλικία, να νικά τη θλίψη, να νικά ακόμη και τον θάνατο πριν αυτός φανεί.

Και όμως εγώ πιστεύω πως πίσω από αυτή τη λάμψη υπήρχε ένα βαθύ πάσχον πρόσωπο.

Μια γυναίκα που ήξερε πολύ καλά ότι το κοινό, όταν σε λατρεύει, δεν σε αφήνει πάντα να υπάρξεις.

Σε θέλει διαθέσιμο.

Σε θέλει ακέραιο.

Σε θέλει αναλλοίωτο.

Σε θέλει παιδί ακόμη κι όταν έχεις κουραστεί να είσαι παιδί.

Την σκέφτομαι συχνά την Αλίκη, όχι μόνο ως σταρ, αλλά ως ηθοποιό που πάλεψε με την ίδια την ελληνική ανάγκη για μύθο. Η Ελλάδα την ήθελε δική της, αλλά όχι ελεύθερη.

Την ήθελε φωτεινή, αλλά όχι σκοτεινή.

Την ήθελε κορίτσι, αλλά όχι γυναίκα που διεκδικεί το βάθος της.

Κι αυτό είναι σκληρό.

Γιατί ο ηθοποιός, όταν έχει περάσει ένα όριο δημοφιλίας, παύει να του ανήκει το πρόσωπό του.

Το πρόσωπό του γίνεται ιδιοκτησία των άλλων.

Μπαίνει στα σπίτια, στα παιδικά χρόνια, στις Κυριακές, στις αναμνήσεις, στα τραγούδια, στις αφίσες, στις προσδοκίες μιας χώρας που θέλει να ξεχνάει την τραχύτητά της μέσα από ένα χαμόγελο. Η Αλίκη έγινε αυτό το χαμόγελο.

Αλλά κανένα χαμόγελο δεν αντέχει τόσα χρόνια χωρίς να πληρώσει.

Και νομίζω πως εκεί βρίσκεται η αλήθεια της, όχι μόνο στην επιτυχία της, αλλά στην εξάντληση που έκρυβε η επιτυχία της.

Στο ότι στάθηκε μέχρι τέλους μπροστά στο κοινό σαν να του έλεγε: θα σας δώσω αυτό που ζητάτε, αλλά να ξέρετε, μέσα μου υπάρχει και κάτι που δεν θα το πάρετε ποτέ.

Με συγκινούσε πάντα η επιμονή της.

Αυτή η σχεδόν πολεμική αφοσίωση στη δουλειά.

Η ανάγκη της να ελέγχει την εικόνα, το φως, τη χειρονομία, το φόρεμα, την είσοδο, την έξοδο, το χειροκρότημα.

Κάποιοι το είπαν ματαιοδοξία.

Εγώ το λέω αγωνία μορφής.

Ο ηθοποιός που ξέρει πως τον κοιτούν προσπαθεί να σώσει κάτι από τον εαυτό του μέσα από την εικόνα.

Και η Αλίκη το ήξερε αυτό ίσως καλύτερα από όλους.

Ήξερε πως η εικόνα μπορεί να σε προδώσει, αλλά και πως χωρίς αυτήν δεν υπάρχεις για το κοινό.

Ήταν παιδί του θεάματος και συγχρόνως θύμα του.

Ήταν η νικήτρια και η κατακτημένη.

Αυτό με αφορά.

Γιατί κανένας άνθρωπος της σκηνής δεν είναι μόνο αυτό που πέτυχε.

Είναι και αυτό που έχασε για να το πετύχει.

Είναι οι ώρες μοναξιάς μετά την παράσταση, τα καμαρίνια, οι καθρέφτες, οι φωνές που σβήνουν, τα λουλούδια που μαραίνονται, οι άνθρωποι που σε θαυμάζουν και ύστερα γυρίζουν σπίτι τους, ενώ εσύ μένεις με το πρόσωπο που έβγαλες και με το πρόσωπο που δεν ξέρεις πια πού να το ακουμπήσεις.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα τι σημαίνει δικαίωση για έναν ηθοποιό.

Είναι το χειροκρότημα; Είναι οι ρόλοι; Είναι τα χρήματα; Είναι η διαδρομή; Είναι να σε θυμούνται; Είναι να μην σε ξεχνούν ακόμη κι όταν έχουν αλλάξει όλα; Είναι μεγάλη ικανοποίηση όταν δικαιώνεται η επιλογή σου όσον αφορά την πορεία που έχεις διαγράψει.

Αλλά η δικαίωση δεν είναι ποτέ καθαρή.

Έρχεται μαζί με απώλειες.

Έρχεται μαζί με ανθρώπους που δεν πρόλαβες να αγαπήσεις όπως έπρεπε, με παιδιά που δεν έκανες, με φίλους που έφυγαν, με ρόλους που δεν έπαιξες, με στιγμές που δεν έζησες γιατί ήσουν στη σκηνή, επειδή ο ηθοποιός ζει συχνά τη ζωή του αλλού, σε ξένα δωμάτια, σε ξένες λέξεις, σε ξένα πάθη, και ύστερα γυρίζει στο σπίτι και πρέπει να θυμηθεί ποιος είναι.

Όταν δικαιώνεται η επιλογή σου, σημαίνει ότι φτάνεις κάπου όπου μπορείς να αποχαιρετήσεις αυτό το ταξίδι πλήρης. Ευδαίμων.

Όχι αλώβητος. Πλήρης.

Ο χρόνος σε κάνει φιλόσοφο.

Δεν σου ζητά άδεια.

Απλώς αρχίζει να αλλάζει την ταχύτητά του.

Στα νιάτα τρέχεις μαζί του και νομίζεις πως τον προλαβαίνεις.

Στη μέση ηλικία αρχίζεις να τον υπολογίζεις.

Αργότερα τον ακούς.

Σαν βήματα έξω από το δωμάτιο.

Σκέφτομαι τις ηλικίες σαν διαφορετικές σκηνές.

Κάθε ηλικία έχει άλλο φωτισμό.

Άλλο ρυθμό.

Άλλη φωνή.

Άλλο φόβο.

Οι μόνες στιγμές που σκέφτομαι πραγματικά την ηλικία μου είναι όταν γίνεται αισθητή η απουσία των παιδιών.

Των απογόνων.

Ως νέος δεν έδωσα σημασία σε αυτό.

Τώρα μελαγχολώ.

Τώρα καταλαβαίνω πως ο άνθρωπος δεν θέλει παιδιά μόνο για να συνεχιστεί το αίμα του, αλλά για να υπάρχει κάπου μια απόκριση της ζωής του όταν αυτός θα σιωπήσει.

Δεν είναι ματαιοδοξία.

Είναι μια ανάγκη συνέχειας.

Ένα χέρι που θα μείνει λίγο ακόμη επάνω στο τραπέζι όταν το δικό σου θα έχει αποσυρθεί.

Ήμουν πάντα πλαισιωμένος από πολύ αγαπητούς φίλους.

Αυτό ήταν η μεγάλη μου ευλογία.

Δεν άντεχα εύκολα την άδεια ζωή.

Ήθελα γύρω μου ανθρώπους, φωνές, γέλια, συζητήσεις, τραπέζια, πρόβες, τηλεφωνήματα, βλέμματα που σε κρατούν.

Αλλά με την ηλικία που έχω τώρα έχω ζήσει πολλές απώλειες.

Κάθε φορά που φεύγει κάποιος νιώθω ορφανός.

Νιώθω ερημιά.

Δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι τόσο παρόντες, είναι πλέον απόντες.

Είναι αδιανόητο.

Το σώμα τους ήταν εδώ.

Η φωνή τους ήταν εδώ.

Έλεγαν αστεία, θύμωναν, γελούσαν, έτρωγαν μαζί μας, μας τηλεφωνούσαν, μας έκριναν, μας συγχωρούσαν.

Και μετά τίποτα.

Ή μάλλον όχι τίποτα.

Μια άλλη παρουσία.

Πιο σιωπηλή.

Πιο βαριά.

Ένα πένθος που δεν κάνει θόρυβο αλλά κάθεται δίπλα σου και σε κοιτάζει.

Μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις πως οι νεκροί σου δεν φεύγουν.

Απλώς αλλάζουν δωμάτιο μέσα σου.

Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο του τέλους, συνηθίζω να ανατρέχω στην εκκλησιαστική γραφή: ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και με καλή ευλογία.

Δεν ζητώ τίποτε ηρωικό.

Δεν με ενδιαφέρει ο θόρυβος του τέλους.

Δεν θέλω να φύγω σαν να παίζω ακόμη έναν ρόλο.

Θέλω να φύγω με εκείνη την ελάχιστη αξιοπρέπεια που δεν χρειάζεται θεατές.

Ανώδυνα, όσο γίνεται.

Ανεπαίσχυντα, δηλαδή χωρίς εξευτελισμό.

Ειρηνικά, δηλαδή χωρίς να σέρνω πίσω μου ανοιχτούς λογαριασμούς.

Και με καλή ευλογία, γιατί ο άνθρωπος, όσο κι αν έζησε, όσο κι αν χειροκροτήθηκε, όσο κι αν αγαπήθηκε, στο τέλος δεν κρατά παρά μια ευχή.

Μια ευχή να τον σκεπάσει κάτι μεγαλύτερο από τον φόβο του.

Και τώρα που τα σκέφτομαι όλα αυτά, τον Πειραιά, την Ολυμπία, το μαγέρικο, τους σιδηροδρομικούς, τους αρχαιολόγους, τη Μυκήνα, τον Σλήμαν, τον Κουν, την Ιθάκη, το μπακάλικο, το πρώτο μεροκάματο, το τηλέφωνο, την Αλίκη που έλαμψε τόσο ώστε να γίνει αιχμάλωτη της λάμψης της, τους φίλους που έφυγαν, τους έρωτες που με κατέκτησαν, τις σκηνές που με κράτησαν όρθιο, καταλαβαίνω πως η ζωή δεν ζητά τελικά να την εξηγήσεις.

Ζητά να την αντέξεις με τρυφερότητα.

Να μη γίνεις κυνικός από τις απώλειες.

Να μη γίνεις μικρός από τον φόβο.

Να μη ντραπείς για όσα αγάπησες.

Και αν κάτι έμαθα από το θέατρο είναι πως ο άνθρωπος δεν υπάρχει επειδή τον κοιτούν.

Υπάρχει επειδή κάποτε, έστω και για λίγο, κατάφερε να παραδοθεί.

Να σταθεί στη μέση μιας σκηνής, να πει την Ιθάκη, να μην ξέρει ακόμη τίποτα, και όμως να έχει ήδη φύγει για πάντα από τη ζωή που του ετοίμαζαν οι άλλοι. *Ο Άγγελος Αντωνόπουλος ήταν ο πιο ευγενής άνθρωπος που γνώρισα στο ελληνικό θέατρο.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences