[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Όταν έλιωνε το καλοκαίρι Ο Ιούνιος είχε ανοίξει διάπλατα τα παράθυρά του. Τρεις το μεσημέρι, η ώρα η ιερή και ακίνητη, που το χωριό παραδίνεται στον ύπνο και ο ήλιος γράφει ίσκιους κοφτερούς πάνω στο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Όταν έλιωνε το καλοκαίρι Ο Ιούνιος είχε ανοίξει διάπλατα τα παράθυρά του.

Τρεις το μεσημέρι, η ώρα η ιερή και ακίνητη, που το χωριό παραδίνεται στον ύπνο και ο ήλιος γράφει ίσκιους κοφτερούς πάνω στο ξερό χώμα.

Εγώ, εννιά χρονών, διασχίζω τον χωματόδρομο σαν μικρή, ανυπόμονη προσφυγιά του καλοκαιριού.

Η κοτσίδα μου τινάζεται ρυθμικά στην πλάτη, κρατώντας τον χρόνο.

Στο δεξί μου χέρι, το λάφυρο: ένα χωνάκι φράουλα-βανίλια.

Το πρώτο της χρονιάς.

Το αγόρασα από τον κυρ-Μανώλη που ξεσκέπασε χθες το ψυγείο του για το καλοκαίρι και μου ευχήθηκε «καλές βουτιές». Το πλήρωσα με πενηνταράκια ιδρωμένα, που τα είχα κερδίσει ραντίζοντας ένα-ένα τα γεράνια της γιαγιάς, μπροστά σε κείνες τις μπλε πόρτες που μοιάζουν με κομμάτια ουρανού που ξέχασαν να ανέβουν ψηλά.

Το παγωτό λιώνει, χάραζε ήδη ρόδινους δρόμους στα δάχτυλά μου, σαν χάρτης μιας μικρής, γλυκιάς ήττας.

Τρέχω να το προλάβω.

Τρέχω να μην με προλάβει η γιαγιά. «Με τον ήλιο στο κεφάλι, παιδάκι μου, θα σε πιάσει η κοιλιά σου», θα έλεγε.

Αλλά ο Ιούνιος δεν ακούει τις γιαγιάδες. Ο Ιούνιος είναι ανυπακοή με γεύση φράουλας.

Πίσω μου το χωριό ανασαίνει αργά.

Στοιβάζεται σε κύβους ασβέστη και πέτρα, με παραθυρόφυλλα ερμητικά κλειστά σαν βλέφαρα.

Μόνο η μπουγάδα τολμά να ζήσει, χρωματιστά φαντάσματα που σαλεύουν στον άνεμο.

Μπλε, κίτρινο, λευκό.

Τα δίχτυα κρέμονται ξεχασμένα, διαβάζοντας την ιστορία της θάλασσας σε όποιον ξέρει να δει.

Ο δρόμος είναι δικός μου.

Οι πέτρες καίνε μέσα από τα σανδάλια.

Τα τζιτζίκια υφαίνουν τον ήχο του μεσημεριού, το μοναδικό τραγούδι που επιτρέπεται τέτοια ώρα.

Δεν υπάρχει τίποτε άλλο.

Μόνο εγώ, η σκιά μου που με κυνηγά πεισματικά, και η αίσθηση ότι αν σταματήσω να τρέχω, το καλοκαίρι θα σταματήσει μαζί μου.

Σε λίγο οι πόρτες θα τρίζουν.

Θα βγει ο παππούς με το λάστιχο για τον βασιλικό.

Θα μοιραστούμε ένα καρπούζι και θα φιλονικήσουμε για την «καρδιά» του, το πιο κόκκινο, πιο γλυκό κομμάτι αλλά τώρα, σε τούτη την παύση του κόσμου, είμαι μόνο ένα κορίτσι που τρέχει και καταλαβαίνω, χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω με λέξεις, ότι αυτή η στιγμή —το χωνάκι που στάζει, το χώμα που καίει, η απόλυτη ελευθερία του να είσαι μόνος σε έναν δρόμο που κοιμάται— δεν θα ξανάρθει.

Χρόνια μετά, θα αγοράζω παγωτό σε κύπελλο, με πλαστικό κουταλάκι.

Θα διαβάζω τα συστατικά.

Θα το φωτογραφίζω πριν το φάω.

Θα είναι κρύο, τέλειο, μετρημένο.

Δεν θα είναι όμως ποτέ ξανά Ιούνιος. Δεν θα στάζει ποτέ ξανά στα δάχτυλά μου όλη μου η παιδική ηλικία. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences