«Τα δύο μεγάλα κόμματα έπαιρναν 35-38 εκατ. ευρώ τον χρόνο ως εκλογική επιχορήγηση. Όταν χρεοκόπησε η Ελλάδα, το 2010, ψήφισε τότε η κυβέρνηση Παπανδρέου το πρώτο μνημόνιο και έκοψε την επιχορήγηση...
«Τα δύο μεγάλα κόμματα έπαιρναν 35-38 εκατ. ευρώ τον χρόνο ως εκλογική επιχορήγηση.
Όταν χρεοκόπησε η Ελλάδα, το 2010, ψήφισε τότε η κυβέρνηση Παπανδρέου το πρώτο μνημόνιο και έκοψε την επιχορήγηση και την πήγε από 33 εκατομμύρια στα 4 εκατομμύρια για τη Νέα Δημοκρατία», είπε πρόσφατα ο Αδωνις Γεωργιαδης.
Και αυτή η φράση, όσο κι αν ειπώνεται για άλλο σκοπό, λέει πολλά περισσότερα απ’ όσα θέλει να παραδεχτεί το πολιτικό σύστημα.
Γιατί ο Γιώργος Παπανδρέου δεν μπήκε στην πολιτική για να διαχειριστεί απλώς τη στασιμότητα.
Μπήκε με μια ξεκάθαρη πολιτική ατζέντα ρήξης: διαφάνεια, λογοδοσία, σύγκρουση με τη διαπλοκή και ένα κράτος που δεν θα λειτουργεί ως ταμείο κομμάτων και μηχανισμών.
Το πολιτικό κόστος αυτής της σύγκρουσης το πλήρωσε στο ακέραιο.
Και το πλήρωσε ΜΟΝΟΣ του.
Στην καρδιά της κρίσης, όταν όλα κατέρρεαν, πάρθηκαν αποφάσεις που άλλαξαν βίαια ένα καθεστώς δεκαετιών: ένα σύστημα όπου τα κόμματα είχαν μάθει να ζουν με γενναία κρατική χρηματοδότηση, χωρίς αντίστοιχη λογοδοσία και χωρίς την πίεση της πραγματικής οικονομίας.
Και εκείνη την εποχή ήταν που ειπώθηκε και το περιβόητο «λεφτά υπάρχουν». Όχι ως άρνηση της πραγματικότητας, αλλά ως πολιτική θέση: ότι πόροι υπάρχουν όταν υπάρχει διαφάνεια, αξιοκρατία και όταν σταματά η διαρροή σε ένα σύστημα που λειτουργεί για τον εαυτό του.
Σήμερα, χρόνια μετά, βλέπουμε την ειρωνεία να επιστρέφει.
Εκείνοι που έζησαν μέσα σε αυτό το σύστημα, επικαλούνται τις περικοπές του για να δικαιολογήσουν τα αδιέξοδα που το ίδιο το σύστημα δημιούργησε.
Η αλήθεια όμως δεν αλλάζει από το πολιτικό storytelling.
Κάποιος συγκρούστηκε με το παλιό μοντέλο.
Κάποιος αμφισβήτησε ένα κράτος κομματικής αυτάρκειας.
Και το έκανε με μεγάλο πολιτικό κόστος.
Και τελικά εκεί βρίσκεται και το ιστορικό αποτύπωμα του Γιωργου Παπανδρέου:στο ότι συγκρούστηκε με ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα .
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους