-- - Όσα έκρυβε το Κιβούρι - -- Από τη συλλογή Ιστορίες του μικρού χωριού μου που ακροβατούν ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο Μάιος 1881 Κόντευε να περάσει ένας χρόνος από εκείνο...
----------------------------- - Όσα έκρυβε το Κιβούρι -
----------------------------- Από τη συλλογή Ιστορίες του μικρού χωριού μου που ακροβατούν ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο Μάιος 1881 Κόντευε να περάσει ένας χρόνος από εκείνο το βράδυ που ο Έρνερης είχε δώσει το χαρτί με τα σημάδια στον ΝασοΝτέντε.
Είχαν συμφωνήσει πως εκείνον τον Ιούνιο θα ερχόταν ξανά για να κάνουν και τη βάφτιση του μικρού. Ο Κερκυραίος είχε πει από τότε στον Νάσο πως επιθυμούσε να του δώσει το όνομα Ποίμανδρος. «Τι όνομα είναι αυτό, ρε κουμπάρε;» είχε ρωτήσει ο Νάσος. «Ήταν ο πρώτος οικιστής της περιοχής σας, της Ταναγραϊκής.» είπε χαμογελώντας ο Έρνερης. Ο Νάσος δεν κατάλαβε και πολλά, αλλά λίγο τον ένοιαζε.
Τα ονόματα του πατέρα του και του πεθερού του είχαν ήδη ακουστεί.
Αντώνης και Πανούσης. Ο Έρνερης με τη συνοδεία του αναχώρησε από το χωριό την αμέσως επόμενη μέρα.
Από τότε ο Νάσος κατέβηκε πολλές φορές προς το Κιβούρι για να περιεργαστεί την περιοχή, μα ποτέ δεν τόλμησε να ρίξει παραμίνα.
Κάθε φορά που ξεκινούσε από το χωριό αποφασισμένος να το κάνει, ήταν σαν κάποιο αόρατο χέρι να έστρεφε τη φοράδα του προς την Κριμάδα.
Ήταν, βλέπεις, και ο μπατζανάκης του στη μέση.
Τι δικαιολογία να έβρισκε; Η Κριμάδα εξακολουθούσε να δίνει υλικό, οπότε δεν υπήρχε λόγος να ψάξει αλλού.
Ό,τι έβρισκαν το φόρτωναν στις κόφες και από πάνω το σκέπαζαν με σανό στα κάρα.
Ύστερα το έστελναν με αγωγιάτες μέχρι το Μενίδι και από εκεί αναλάμβαναν άλλοι, όπως ήταν η συμφωνία.
Το μεγάλο πρόβλημα ήταν οι διαμάχες με τους άλλους.
Αν και υπήρχε μια ιδιότυπη συμφωνία με τους Σχηματαραίους για τις μέρες των ανασκαφών, αυτή δεν τηρούνταν πάντα.
Συχνά οι ομάδες έπεφταν η μία πάνω στην άλλη.
Ευτυχώς οι Μπρατσαίοι δεν έφταναν από αυτή τη πλευρά.
Σε μία από αυτές τις συμπλοκές, ύστερα από έντονη λογομαχία, ένας Σχηματαραίος τράβηξε μαχαίρι και το κάρφωσε στο στήθος του ΠήλιοΣίμου. Ο Ντέντες άρπαξε το όπλο του και πυροβόλησε στον αέρα.
Οι άλλοι τράπηκαν σε φυγή, όμως ο Πήλιος είχε ήδη χάσει πολύ αίμα και τις αισθήσεις του.
Με κόπο τον φόρτωσε στο ζωντανό του και τον έσυρε ως το χωριό.
Είχε ήδη αρχίσει να χαράζει όταν έφτασαν.
Μόλις η Σίμενα αντίκρισε τον άντρα της, ξέσπασε σε κραυγές και θρήνους, σαν την Αντιγόνη πάνω από τον νεκρό Πολυνείκη στην τραγωδία του Σοφοκλή.
Άλλοτε κοιτούσε το άψυχο σώμα και άλλοτε τον Νάσο, ζητώντας εξηγήσεις με το βλέμμα.
Ήταν από τις ελάχιστες φορές που και εκείνος είχε χαθεί και δεν ήξερε τι να πει.
Το νέο διαδόθηκε αστραπιαία και σύντομα το χωριό άρχισε να συγκεντρώνεται στην αυλή.
Λίγη ώρα αργότερα εμφανίστηκε και ο ενωμοτάρχης με δύο χωροφύλακες. «Ντέντε, πώς έγινε;» ρώτησε. Ο Νάσος έμεινε βουβός. «Ντέντε, δεν ακούς; Σε ρωτάω.» Έστρεψε για λίγο το βλέμμα του προς τον νεκρό και ύστερα κοίταξε τον ενωμοτάρχη. «Ξεκινήσαμε αχάραγα για δουλειές.» «Τις ξέρω εγώ τις δουλειές σας», τον διέκοψε ο ενωμοτάρχης. «Στον δρόμο πριν περάσουμε τον Μύλο του Τρελού μας επιτέθηκαν ληστές.
Δεν είχαμε τίποτα πάνω μας.
Ένας από αυτούς θέλησε να πάρει τη φοράδα του Πήλιου.
Εκείνος αντέδρασε και πάνω στην πάλη ο ληστής έβγαλε μαχαίρι και τον κάρφωσε.» «Δεν ήταν κανείς άλλος μαζί σας;» «Όχι.
Μόνοι μας.
Τέτοια ώρα ποιος να μας δει;» «Και συ τι έκανες;» «Δεν πρόλαβα να αντιδράσω.
Μόνο να ρίξω μια τουφεκιά στον αέρα πρόλαβα και τότε λάκισαν.» «Πόσοι ήταν;» «Εγώ είδα δυο, αλλά δεν ξέρω αν υπήρχαν κι άλλοι.» Ο ενωμοτάρχης τον κοίταξε δύσπιστα και είπε στους χωροφύλακες να ετοιμάσουν τα ζώα για να πάνε να δουν τον τόπο του φονικού. «Πολύ περίεργα μας τα λες, Ντέντε...» συλλογίστηκε, χωρίς όμως να συνεχίσει.
Κηδεύτηκε ο Πήλιος με μοιρολόγια, θρήνους και κατάρες.
Ο παπα-Δημήτρης κάλεσε το χωριό να σταθεί δίπλα στη χήρα και στα ορφανά, όμως ο Νάσος το πήρε προσωπικά.
Μόλις καταλάγιασε ο πρώτος πόνος, πήγε μαζί με την κυρά του στο σπίτι της Σίμενας.
Η χήρα καθόταν σιωπηλή στην αυλή, με το μαύρο μαντίλι σφιγμένο στο κεφάλι.
Τα μικρότερα παιδιά είχαν κουρνιάσει γύρω της λες και φοβούνταν πως θα έχαναν και εκείνη. «Σίμενα», είπε ο Νάσος, «όσο ζω εγώ, δε θα λείψει τίποτα από το σπίτι σου.
Την οικογένεια του Πήλιου την αναλαμβάνω εγώ, ώσπου να μεγαλώσουν τα παιδιά.» Η γυναίκα τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
Τα μάτια της ήταν στεγνά πλέον.
Είχαν εξαντληθεί από το κλάμα. «Ετοιμαζόμασταν να λογοδόσουμε τη Σύρμω...» ψιθύρισε ύστερα από λίγο. «Και τώρα ποιος ξέρει τι θα γίνει...» «Θα λογοδοθεί κανονικά», απάντησε η Ντέντενα κοιτώντας τον άντρα της. «Και στην προίκα θα βάλουμε κι εμείς το μερτικό μας.» Ο Νάσος έγνεψε καταφατικά. «Θα μιλήσω εγώ με τον συμπέθερο.
Μη σε νοιάζει.» Η υπόθεση έκλεισε όπως είχε ανοίξει.
Όλοι πίστεψαν πως ο Πήλιος είχε πέσει θύμα ληστών και κανείς δεν ασχολήθηκε περισσότερο.
Οι χωρικοί είχαν μάθει να ζουν με ιστορίες για ληστές, κλέφτες και κακοποιά στοιχεία που τριγυρνούσαν στους δρόμους της Βοιωτίας.
Τον επόμενο μήνα ήρθε και ο Έρνερης για τη βάφτιση του παιδιού.
Η τελετή έγινε σε στενό οικογενειακό κύκλο, καθώς το πένθος για τον Πήλιο ήταν ακόμη νωπό.
Μετά το μυστήριο κάθισαν όλοι στο σπίτι για λίγο φαγητό και κρασί.
Όταν βρήκαν την ευκαιρία να μείνουν μόνοι, ο Έρνερης έφερε την κουβέντα εκεί που ήθελε. «Τι έκανες με το Κιβούρι;» Ο Νάσος ανακάθισε. «Τίποτα ακόμη.
Είναι δύσκολη η πρόσβαση.
Κυκλοφορεί πολύς κόσμος προς τα εκεί.» Ο Κερκυραίος τον κοίταξε προσεκτικά. «Κοίτα, Νάσο. Η Κριμάδα στερεύει.
Δεν δίνει πια τα αναμενόμενα.
Τα περισσότερα που βγαίνουν είναι σπασμένα και δύσκολα κολλούν.
Πρέπει να προχωρήσεις.» «Θα το σκεφτώ.» «Δεν είναι ώρα για σκέψη.
Αν δεν μπορείς εσύ, υπάρχουν και οι Σχηματαραίοι.» Ο Νάσος τινάχτηκε λες και τον διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως πίσω από τα λόγια του Έρνερη κρυβόταν μια προειδοποίηση.
Ίσως ακόμη και απειλή.
Δεν ήθελε άλλα μπλεξίματα με τους Σχηματαραίους. «Σου είπα πως θα το κάνω», απάντησε κοφτά. «Μη με πιέζεις.
Η περιοχή είναι δική μας.
Αν τολμήσουν να φτάσουν στο Κιβούρι, θα γίνει νέο φονικό.» Ο Έρνερης σήκωσε το φρύδι του. «Νέο φονικό; Γιατί, ποιος άλλος σκοτώθηκε;» Ο Νάσος έβγαλε αργά την πίπα του, την καθάρισε με το νύχι του και την έφερε στα χείλη. «Αυτό δεν σε αφορά, κουμπάρε.» Για λίγες στιγμές κανείς δεν μίλησε. Ο Έρνερης κατάλαβε πως δεν θα έπαιρνε άλλη κουβέντα από τον Ντέντε και άφησε το θέμα να πέσει.
Όμως μέσα του είχε ήδη βεβαιωθεί πως ο θάνατος του Πήλιου δεν ήταν τόσο απλή υπόθεση όσο έλεγαν στο χωριό.
Ιούνιος 1887 Τα χρόνια κύλησαν με τον γνώριμο ρυθμό της Λιάτανης και κάθε αρβανίτικου χωριού του πρώην καζά των Θηβών.
Σπορές, θερισμοί, τρύγοι και οι ατέλειωτες φροντίδες των χωραφιών διαδέχονταν η μία την άλλη.
Παράλληλα, οι χωριανοί δεν εγκατέλειψαν ποτέ το παλιό τους χούι με τις παραμίνες.
Στο μεταξύ, εκτός από τον Έρνερη, είχαν εμφανιστεί και νέοι έμποροι.
Ο ανταγωνισμός μεγάλωνε και οι τιμές ανέβαιναν.
Τα αρχαία έβρισκαν πλέον ευκολότερα αγοραστές και οι ντόπιοι ήταν πιο πρόθυμοι από ποτέ να σκάψουν σε κάθε λόφο και κάθε χαράδρα που υποσχόταν κάποιο εύρημα.
Εκείνη την Κυριακή, αμέσως μετά τη λειτουργία, ο Ντέντες καθόταν στον καφενέ της πλατείας όταν τον πλησίασε ένας αγγελιοφόρος. «Μήνυμα από τον ΚωτςΜουγγό», του είπε χαμηλόφωνα. Ο Νάσος συνοφρυώθηκε. Ο ΚωτςΜουγγός ήταν ο αρχηγός της ομάδας των Σχηματαραίων εκείνο το καταραμένο βράδυ της συμπλοκής, όταν είχε χαθεί ο ΠήλιοΣίμος.
Ποτέ δεν περίμενε ότι θα ζητούσε συνάντηση ύστερα από τόσα χρόνια.
Συνέχισε να του ψιθυρίζει στο αυτί. «Σημείο συνάντησης: η πρώτη μεγάλη βελανιδιά πριν μπούμε στο Κιβούρι.
Στο χωράφι του ΠαναήΣτέπη.
Με το πρώτο φεγγάρι της ερχόμενης Κυριακής.» Το βλέμμα του σκοτείνιασε.
Ο τόπος της συνάντησης δεν του άρεσε καθόλου.
Και όσο περισσότερο το σκεφτόταν τόσο πιο πολύ υποψιαζόταν πως πίσω από όλα βρισκόταν ο Έρνερης.
Δεν έδειξε όμως τίποτα.
Σήκωσε το κεφάλι και έγνεψε θετικά στον αγγελιοφόρο. Ο Αντώνης, ο πρωτότοκος γιος του Νάσου, είχε πλέον κλείσει τα δεκαεπτά του χρόνια και είχε αντρειέψει.
Ήταν γεροδεμένος, εργατικός και αγαπητός στους συνομηλίκους του.
Στα γλέντια ξεχώριζε για το κέφι του και οι κοπέλες του χωριού τον κοιτούσαν με ενδιαφέρον.
Σε αντίθεση με τον πατέρα του, δεν είχε ανακατευτεί ποτέ στις ύποπτες δουλειές με τις παραμίνες.
Από τότε που τελείωσε το δημοτικό σχολείο, από τους λίγους που το είχαν καταφέρει, είχε αφοσιωθεί στη γη. Οργώματα, σπορές, θερισμοί, κηπευτικά και το κυνήγι γέμιζαν τις μέρες του.
Τον τελευταίο καιρό όμως παρατηρούσε τον πατέρα του ανήσυχο και σκεφτικό.
Κάθε φορά που τον ρωτούσε τι συμβαίνει, εκείνος άλλαζε κουβέντα.
Εκείνο το βράδυ ο Αντώνης ξύπνησε από τον ήχο των πετάλων στην αυλή.
Σηκώθηκε αθόρυβα και κοίταξε από το παράθυρο.
Είδε τον πατέρα του να βγαίνει από το σπίτι κρατώντας όπλο.
Αμέσως υποψιάστηκε πως κάτι σοβαρό συνέβαινε.
Ντύθηκε γρήγορα, πήρε τη μούλα του και τον ακολούθησε από απόσταση. Ο Νάσος κατέβηκε από το Ζωίλι και πήρε τον δρόμο προς το Κιβούρι. «Ρε, είναι καλά ο γέρος; Πού πάει από δω τέτοια ώρα;» συλλογίστηκε ο Αντώνης.
Τον παρακολουθούσε προσεκτικά, κρατώντας αρκετή απόσταση ώστε να μη γίνει αντιληπτός.
Όταν έφτασαν κοντά στο χωράφι του ΠαναήΣτέπη, είδε τον πατέρα του να δένει τη φοράδα του σε μια μεγάλη βελανιδιά και να περιμένει. Ο Αντώνης κρύφτηκε λίγο ψηλότερα πίσω από πυκνά βάτα.
Η νύχτα ήταν ήσυχη.
Ξαφνικά ακούστηκαν καλπασμοί.
Τρεις έφιπποι ξεπρόβαλαν μέσα από το σκοτάδι.
Σταμάτησαν μπροστά στον Νάσο.
Κατέβηκαν από τα άλογα και άρχισαν να μιλούν.
Στην αρχή χαμηλόφωνα.
Ύστερα οι φωνές δυνάμωσαν. Ο Νάσος φαινόταν εξαγριωμένος.
Τα χέρια του κινούνταν νευρικά καθώς μιλούσε. «Είμαστε τρεις κι είσαι μόνος σου», ακούστηκε να λέει ο ΚωτςΜουγγός. Ο Αντώνης κατάλαβε αμέσως πως τα πράγματα πήγαιναν άσχημα.
Χωρίς να το σκεφτεί περισσότερο, ξεπετάχτηκε πάνω στη μούλα του και όρμησε προς το μέρος τους.
Ταυτόχρονα σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε στον αέρα.
Η νύχτα αντήχησε από τον κρότο.
Οι τρεις άντρες ταράχτηκαν.
Μέσα στην αναστάτωση καβάλησαν βιαστικά τα άλογά τους και έστρεψαν τα ζώα για να φύγουν.
Τη στιγμή που απομακρύνονταν, ένας από αυτούς γύρισε και πυροβόλησε. Ο Αντώνης ένιωσε ένα κάψιμο να διαπερνά το πόδι του. Ο Νάσος πάγωσε.
Για μια στιγμή δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε.
Έπειτα σήκωσε το δικό του όπλο και πυροβόλησε προς τους φυγάδες.
Οι σκιές χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι.
Τότε έτρεξε στον γιο του με τα μάτια του να έχουν ήδη βουρκώσει. «Α, ρε ντιάλι! Ψε έρδε κ(ε)τού; Τσι πουν κε τι;» Ο Αντώνης, σφίγγοντας τα δόντια από τον πόνο, τον κοίταξε θυμωμένος. «Άμα δεν είχα έρθει, θα σε είχαν λιανίσει.
Δεν το κατάλαβες; Τι ήθελαν;» «Άλλη ώρα αυτά», είπε κοφτά ο Νάσος. «Πρώτα να δούμε πόσο χτύπησες.» Όταν έφτασαν στο σπίτι, η Ντέντενα τρόμαξε μόλις τους αντίκρισε. «Πσιο μώη!» φώναξε Ντέντες. «Ησύχασε», της είπε ο Νάσος. «Δεν είναι τόσο άσχημα.» Έτρεξαν και φώναξαν την κυρά Βγενιά, μια πρακτική γυναίκα που ήξερε να περιποιείται τραύματα καλύτερα από πολλούς γιατρούς της περιοχής.
Εκείνη καθάρισε την πληγή και άπλωσε κεραλοιφή. «Πώς έγινε;» ρώτησε με την ακατανίκητη περιέργεια που τη διέκρινε.Πατέρας και γιος κοιτάχτηκαν για μια στιγμή. Ο Αντώνης απάντησε πρώτος. «Περιεργαζόμουν ένα πιστόλι και εκπυρσοκρότησε.» Η Βγενιά τους κοίταξε δύσπιστα, αλλά δεν επέμεινε. «Κερί να ανάψετε στον Σιν Αντώνη», είπε καθώς σηκωνόταν να φύγει. «Μόνο κερί;» αποκρίθηκε ο Νάσος. «Εκκλησιά ολόκληρη θα του χτίσω.» Ο Αντώνης τον κοίταξε απορημένος. «Τι λες, ρε πατέρα;» Ο Νάσος τον χτύπησε ελαφρά στον ώμο. «Νουκ εσιοχ ντιάλι; Από θαύμα ζεις.» Την επόμενη κιόλας μέρα ο Ντέντες πήγε και βρήκε τον ΠαναήΣτέπη.
Του είπε πως ο Σιν Αντώνης εμφανιζόταν κάθε βράδυ στον ύπνο του και του ζητούσε να του χτίσουν ένα μικρό σπίτι κάτω από τη μεγάλη βελανιδιά. Ο Παναής στην αρχή δίστασε.
Όμως όσο το συλλογιζόταν τόσο πιο λογική του φαινόταν η πρόταση.
Εκείνο το κομμάτι του χωραφιού ήταν γεμάτο πέτρες και δεν έδινε καρπό.
Επιπλέον ένα εκκλησάκι θα κατοχύρωνε καλύτερα το μέρος και θα το προστάτευε από κάθε λογής διεκδικήσεις.
Τελικά συμφώνησε.
Το θέμα συζητήθηκε και με τον παπα-Δημήτρη, ο οποίος όχι μόνο δεν έφερε αντίρρηση αλλά το θεώρησε ευλογημένο έργο.
Έτσι, με δαπάνες του ΝασοΝτέντε, άρχισε να χτίζεται το μικρό εκκλησάκι του Σιν Αντώνη κάτω από τη βελανιδιά.
Άλλοι έφεραν πέτρες, άλλοι ασβέστη και ξυλεία.
Μέσα σε λίγους μήνες το ταπεινό ξωκλήσι ολοκληρώθηκε. Ο Νάσος στάθηκε μπροστά του την ημέρα που τοποθετήθηκε η εικόνα του Αγίου.
Κανείς δεν ήξερε την αληθινή αιτία του τάματος.
Οι περισσότεροι πίστευαν πως ήταν μια πράξη ευγνωμοσύνης επειδή σώθηκε ο γιος του. Ο Νάσος όμως γνώριζε πως εκείνη η βελανιδιά είχε γίνει μάρτυρας γεγονότων που δεν έπρεπε ποτέ να βγουν στο φως.
Και ίσως γι’ αυτό να ήθελε τον Άγιο εκεί. Για να φυλάει το μέρος ή για να θάβει για πάντα τα μυστικά του. συνεχίζεται...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους