Των Ψυχών... Ήταν λοιπόν μια φορά και δυο καιροί στην μαγική αυλή της γιαγιάς Ελένης…. Εκτός από τις ορτανσίες και τα γεράνια της είχε φυτέψει και δυο μεγάλες πήλινες γλάστρες με αμπερόριζα. Έτριβε...
Των Ψυχών... Ήταν λοιπόν μια φορά και δυο καιροί στην μαγική αυλή της γιαγιάς Ελένης…. Εκτός από τις ορτανσίες και τα γεράνια της είχε φυτέψει και δυο μεγάλες πήλινες γλάστρες με αμπερόριζα.
Έτριβε εκείνη συχνά τα φύλλα τους και είχε μια άλλη ματιά το βλέμμα της σαν τα μύριζε.
Περάσανε χρόνια πολλά να καταλάβω πως όλα είχαν σχέση με εκείνα τα Ψυχοσάββατα που ετοίμαζε τα κόλλυβα για να συγχωρεθεί η ψυχή του παππού και της μάννας της… Ήταν εκείνο το λουλούδι που έβραζε μαζί με το σιτάρι στο μεγάλο καζάνι της Απάνω Κουζίνας.
Τα κόλλυβα ήτν για εκείνη μια τεράστια ιεροτελεστία.
Στον ασημένιο τον μεγάλο δίσκο που ‘χε στρώσει ένα ειδικό κέντημα τα βάζε και με περισσή τέχνη στόλιζε ασημένιά κουφέτα και άλλες «μπίλιες» την ζάχαρη άχνη που τα σκέπαζε.
Μονογράμματα, σταυροί και δάκρυα πολλά είχε τούτη η πιατέλα.
Κι ύστερα τα πήγαινε στην εκκλησιά, άλλα την Παρασκευή το απόγιομα κι άλλα την επομένη στο νεκροταφείο.
Και έβαζε πάντα ένα φύλλο αμπερόριζας στο στόμα της, την ώρα που έσκυβε στην εκκλησιά για τις μετάνοιες της, μαζί με ένα κερί που άναβε κι έκλεινε και τα μάτια της.
Τη θυμάμαι μια χρονιά που μαζί με το κερί πάνω στην ΄πιατέλα είχε κι ένα μάτσο κλαδάκια από τούτο το φυτό κι όταν τη ρώτησα γιατί δεν πήραμε και τις «σαρδέλες» μας τις κόκκινες, μου απάντησε πως δεν έπρεπε ποτέ να το ξανασκεφτώ αυτό… - Εδά δα περάσει η ψυχή του παππού σου, κλείσε τα μάθια σου να σε δει… Κλαίει και δεν θέλει να φύγει και σα ντα δει τα γαλανά σου, δα τον ακούσουνε όλοι μέσα στην εκκλησσά!» Σκιάχτηκα, έσκυψα κι εγώ το κεφάλι κι έκανα μέρες να συνέλθω από τη φοβερή της φράση.
Το κατάλαβε και ένα απόγεμα που καθόμασταν στην αυλή μου ‘πε να δοκιμάσω την αμπερόριζα να νοιώσω την πίκρα του χαμού.
Κάηκε σχεδόν η γλώσσα μου, το έφτυσα γρήγορα γρήγορα, αλλά έτσι ένοιωσα τον πόνο της, είπε, και ξορκίστηκε το κακό. -Όλα τα κατέχεις μπλιο, εκατάλαβες θαρρώ γιάντα παίρνουμε μόνο τούτονα το λουλούδι στη γιορτή ντω Ψυχώ!» Κι ύστερα την ερώτησα γιατί άφηνε στη σκάλα της αυλής ένα ποτήρι νερό κάθε βράδυ, για τρεις νύχτες συνεχόμενες και στο σταμνί μας έβαζε ένα μαντήλι καθαρό που ΄χε το μονόγραμμα του παππού. -Να δροσερέψει οντά δα περνά να κατεβεί κάτω, να σκουπίσει και ντα δάκρυγιά ντου! Όλα τούτα τα φοβερά ήτανε στην παράδοση του χωριού μου κι ήταν για μένα φυλακτό πολύτιμο που τα έζησα, κι ας μην τα πολύ καταλάβαινα τότε. Κι ας είχα εφιάλτες αρκετά βράδια μετά, αφού κανείς δεν μου έδινε μια αληθοφανή εξήγηση…» https://zhtunteanagnostes.blogspot.com/
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους