Η Μονή Σουμελά βρίσκεται στην περιοχή Μάτσκα της επαρχίας Τραπεζούντας, σκαρφαλωμένη σε μια εντυπωσιακή πλαγιά, σε υψόμετρο 1063 μέτρων, μέσα στο Εθνικό Πάρκο Altındere. Η φράση των ντόπιων «θα...
Η Μονή Σουμελά βρίσκεται στην περιοχή Μάτσκα της επαρχίας Τραπεζούντας, σκαρφαλωμένη σε μια εντυπωσιακή πλαγιά, σε υψόμετρο 1063 μέτρων, μέσα στο Εθνικό Πάρκο Altındere.
Η φράση των ντόπιων «θα ανέβουμε σού Μελά την Παναΐαν» (δηλαδή, στην Παναγία στο βουνό Μελά) συμπυκνώθηκε με τα χρόνια στη λέξη Σουμελά. Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος, Χρύσανθος δίνει διαφορετική ερμηνεία: «Λέγεται δε η μονή Σουμελά ως ούσα "στου Μελά" όρους, όπερ κατά το γλωσσικόν ιδίωμα του Πόντου λέγεται "σου Μελά", Σουμελά.» Σύμφωνα με την παράδοση, το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στα βουνά του Πόντου μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το κατάλυμά της, εκεί όπου είχε μεταφερθεί από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, που ήταν σκαλισμένη σε ξύλο από τον Ευαγγελιστή Λουκά.
Oι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος έχτισαν κελί μέσα στην σπηλιά και στην συνέχεια εκκλησία.
Tο σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε κατά θαυματουργό τρόπο με αποτέλεσμα ακόμα και σήμερα, να αναβλύζει αγίασμα από ένα βράχο.
Oι θεραπευτικές του ιδιότητες έκαναν πασίγνωστο το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους.
Κοντά στο σπήλαιο κτίστηκε το 1860 ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη.
Γύρω από τη μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους.
Η μονή κατά καιρούς υπέφερε από τις επιδρομές των μη-Ορθοδόξων και των κλεπτών, εξ αιτίας της φήμης και του πλούτου που απέκτησε.
Μερικά περιστατικά συνδέονται και με θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού.
Σε κάποια από αυτές τις επιδρομές λεηλατήθηκε από ληστές και, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, καταστράφηκε, για να ανασυσταθεί από τον Τραπεζούντιο Όσιο Χριστόφορο το 644.
Τη μονή προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου και αργότερα κυρίως οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας Ιωάννης B΄ Κομνηνός (1285-1293), Αλέξιος B΄ Κομνηνός (1293-1330), Βασίλειος Α΄ Κομνηνός(1332-1340). Μεγάλοι ευεργέτες της μονής ήταν ο Μανουήλ Γ΄ Κομνηνός (1390-1417), και ο Αλέξιος Γ΄ (1349-1390). Ο πρώτος προσέφερε στη μονή ανεκτίμητης αξίας Σταυρό με τίμιο ξύλο, ο οποίος σήμερα μετά από πολλές περιπέτειες, βρίσκεται μαζί με τα άλλα κειμήλια της μονής στην Καστανιά της Βέροιας. Ο Αλέξιος Γ΄ (1349-1390), τον οποίο πιστεύεται ότι έσωσε η Θεοτόκος από μεγάλη τρικυμία και τον βοήθησε να νικήσει τους εχθρούς της, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την οχύρωσε καλά, έχτισε πύργους, νέα κελιά και ανακαίνισε τα παλαιά της κτίσματα.
Της χάρισε 48 χωριά και εγκατέστησε 40 μόνιμους φρουρούς για την ασφάλειά της.
Γενικά προσέφερε τόσα πολλά ώστε να ανακηρυχθεί από τους μοναχούς ως «νέος Κτήτωρ». Mέχρι το 1650 σωζόταν έξω από την πύλη του ναού η ακόλουθη ιαμβική επιγραφή «Κομνηνός Αλέξιος εν Χριστώ σθένων πιστός Βασιλεύς, Στερρός, Ένδοξος, Mέγας Αεισέβαστος, Ευσεβής, Αυτοκράτωρ Πάσης Ανατολής τε και Ιβηρίας Κτήτωρ πέφυκε της Μονής ταύτης νέος (1360 μ.X.) INΔ IΓ΄». Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Κομνηνοί στη μονή επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Τουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια.
Οι σουλτάνοι Βαγιαζήτ Β΄, Σελήμ Α΄, Μουράτ Γ΄, Σελήμ Β΄, Ιμπραήμ A΄, Μωάμεθ Δ΄, Σουλεϊμάν Β΄, Μουσταφά Β΄, Αχμέτ Γ΄, αναγράφονται στους κώδικες της μονής ως ευεργέτες.
Πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα φυλάγονταν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού, μέχρι τον ξεριζωμό.
Mέσα στη βιβλιοθήκη της μονής βρήκε το 1868 ο ερευνητής Σάββας Ιωαννίδης το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Ακρίτα. Η Μονή λειτουργούσε αδιάκοπα για 15 περίπου αιώνες ως το κέντρο του ελληνισμού στον Πόντο.
Τα μοναστήρια του Πόντου υπέφεραν από τη βάρβαρη και ασεβή συμπεριφορά των Νεότουρκων και των Κεμαλικών, οι οποίοι φανάτιζαν τις άγριες και ληστρικές μουσουλμανικές ομάδες.
Πολλές φορές έπεσαν θύματα ληστειών και καταστροφών.
Κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 οι Τούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι.
Αφού πρώτα λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στη μονή, μετά έβαλαν φωτιά, για να σβήσουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους ή για να ικανοποιήσουν το μίσος τους εναντίον των Ελλήνων.
Οι μοναχοί πριν την αναγκαστική έξοδο το 1923 έκρυψαν μέσα στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και τον σταυρό του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Κομνηνού.
Για περίπου 10 χρόνια, η εικόνα παρέμεινε θαμμένη στα εδάφη της Τραπεζούντας.
Tο 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του πανάρχαιου ιστορικού μοναστηριού.
O υπέργηρος Iερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει γιατί δεν τον άκουγαν τα πόδια του, ή γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο πανέμορφος, ζωηρός και ζωντανός Aμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Aγίου Θεράποντα της Tούμπας στη Θεσσαλονίκη.
Aπό τον μοναχό Iερεμία έμαθε ο Aμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων.
Στις 14 Οκτωβρίου έφυγε ο Aμβρόσιος, εφοδιασμένος με ένα κολακευτικό συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας για την Kωνσταντινούπολη και από εκεί για την Tραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά.
Λίγες μέρες αργότερα επέστρεφε στην Aθήνα όχι μόνο με τα σύμβολά μας, αλλά και με τον Πόντο, όπως είχε γράψει τότε ο υπουργός Προνοίας της κυβέρνησης του Eλευθερίου Bενιζέλου Λεωνίδας Iασωνίδης: «Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος.
Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος». Πρώτος ο Λεωνίδας Iασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Eλλάδας.
Συγκεκριμένα έγραψε στην εφημερίδα Πατρίς των Aθηνών: «Aναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Mονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις «Nέαν Παναγίαν Σουμελά» και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι’ ους δεν είνε προσιταί αι Aθήναι!. Kαι θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των 17 Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι: Eμέν Kρωμναίτε λένε με Kανέναν κι φογούμαι. Ση Σουμελάς την Παναγιάν θα πάγω στεφανούμαι!» Πράγματι, το 1951 ο Kρωμναίος οραματιστής και κτήτωρ Φίλων Κτενίδης έκανε πράξη την επιθυμία όλων των Ποντίων, με τη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά στις πλαγιές του Βερμίου στην Καστανιά της Βέροιας.
Το 1931 μ.Χ., ένας από τους τελευταίους μοναχούς της μονής εκείνη την εποχή, ο Ιερομόναχος Αμβρόσιος Σουμελιώτης, με την παρότρυνση του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, ταξίδεψε στον Πόντο με σκοπό να ανακτήσει τα ιερά λείψανα και να τα φέρει πίσω στην Ελλάδα.
Για περίπου 20 χρόνια, τα κειμήλια φυλάσσονταν στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας.
Σήμερα, η αυθεντική ιστορική εικόνα φυλάσσεται στο Προσκύνημα της Παναγίας Σουμελά στην Καστανιά Βέροιας, στο όρος Βέρμιο, το οποίο αποτελεί το επίκεντρο των εορτασμών του Δεκαπενταύγουστου και τόπο προσκυνήματος για τους απανταχού Ποντίους.
Το μοναστήρι της Τραπεζούντας λειτουργεί πλέον αποκλειστικά ως κρατικό μουσείο και ιστορικό μνημείο υπό την αιγίδα του Τουρκικού Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού. Τον Ιούνιο του 2010, το τουρκικό Κράτος έδωσε άδεια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως για να τελεστεί στη μονή η Θεία Λειτουργία για τη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 15 Αυγούστου 2010, με την Τουρκία να προσδοκά τόσο στην έξωθεν καλή μαρτυρία για σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών όσο και σε οικονομικά οφέλη από την αύξηση των τουριστών στην περιοχή τις ημέρες αυτές.
Στην απόφαση να ανοίξει η μονή για μία ημέρα, συνέβαλαν επίσης η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και η ρωσική κυβέρνηση.
Αυτή ήταν η πρώτη φορά ύστερα από 88 έτη που το μοναστήρι λειτούργησε ξανά ως εκκλησία, καθώς τα τελευταία χρόνια έχει μετατραπεί σε μουσείο. Τον Αύγουστο του 2024, η τουρκική κυβέρνηση αρνήθηκε το αίτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας, βάζοντας τέλος στον εορτασμό του Δεκαπενταύγουστου στην Παναγία Σουμελά στην Τραπεζούντα, με την «Κυρά του Πόντου» να μην ανοίγει ξανά σε μία από τις σημαντικότερες γιορτές του Ορθόδοξου Χριστιανισμού.
Συνδυάζοντας την ημερομηνία με την επέτειο της Άλωσης της Τραπεζούντας, στις 15 Αυγούστου 1461, οι ακραίοι εθνικιστές επέβαλαν την οριστική μετάθεση της τέλεσης της Θείας Λειτουργίας στη Σουμελά για τις 23 Αυγούστου.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους