[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΓΙΑ ΤΗ ΛΟΥΚΡΗΤΙΤΣΑ ΜΟΥ Ήταν Τρίτη 8 Ιουνίου του 2010. Τα Βαρδούσια στέκονταν επιβλητικά κάτω από έναν ήλιο που υποσχόταν την ανέμελη ραστώνη του πρώτου καλοκαιρινού πικ νικ. Τίποτα στον ορίζοντα δεν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΓΙΑ ΤΗ ΛΟΥΚΡΗΤΙΤΣΑ ΜΟΥ Ήταν Τρίτη 8 Ιουνίου του 2010. Τα Βαρδούσια στέκονταν επιβλητικά κάτω από έναν ήλιο που υποσχόταν την ανέμελη ραστώνη του πρώτου καλοκαιρινού πικ νικ.

Τίποτα στον ορίζοντα δεν προμήνυε ότι εκείνη η ημέρα θα χάραζε την καθημερινότητά μου για τα επόμενα δεκαέξι χρόνια.

Στα ελληνικά βουνά, όμως, ο καιρός έχει τη δική του, απρόβλεπτη κυριαρχία.

Το καλοκαίρι σχίστηκε βίαια στα δύο από μια άγρια, ξαφνική καταιγίδα, από εκείνες που ξεσπούν σαν οργισμένοι εγχώριοι θεοί, γεμίζοντας το στήθος με μια παράξενη, ευχάριστη αίσθηση.

Το πικ νικ δεν έγινε ποτέ.

Οι πρώτες, βαριές σταγόνες χτύπησαν το χώμα σαν προειδοποιητικές βολές, αναγκάζοντάς μας σε μια εσπευσμένη φυγή προς το καταφύγιο του Jeep.

Μέσα στην καμπίνα, με τις ανάσες μας να θολώνουν τα τζάμια, περιμέναμε.

Όμως η φύση είχε άλλα, μεγαλύτερα σχέδια.

Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, ο ξερός χωματόδρομος μεταμορφώθηκε σε ορμητικό ρυάκι.

Αποφασισμένοι να μην αφήσουμε τη μέρα να χαθεί, βάλαμε μπρος τη μηχανή, ακολουθώντας τη ροή του νερού με προορισμό τον Αθανάσιο Διάκο, αναζητώντας εκεί τη ζεστασιά ενός γεύματος.

Η οδήγηση μετατράπηκε σε άσκηση επιβίωσης μέσα σε έναν πραγματικό κατακλυσμό.

Οι υαλοκαθαριστήρες πάλευαν μάταια με το τείχος του νερού και η προσοχή μου ήταν τεντωμένη σαν χορδή.

Και τότε, η μοίρα κινήθηκε στην άκρη του δρόμου.

Μέσα από τη θολή δίνη της βροχής, είδα μια μικρή, στρογγυλή σιλουέτα να παρασύρεται από τη φορά του χειμάρρου.

Έμοιαζε με μπαλάκι που κυλούσε ανήμπορο μέσα στη λάσπη.

Το ένστικτο αντέδρασε πριν από τη λογική.

Πάτησα φρένο αγνοώντας την υδρολίσθιση.

Η βεβαιότητα ότι αυτό που έβλεπα δεν ήταν μια άψυχη πέτρα με σήκωσε από το κάθισμα.

Άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα εκτεθειμένη στη μανία της καταιγίδας.

Το νερό με τρέλαινε, αλλά τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στο σημείο εκείνο.

Έσκυψα και άπλωσα τα χέρια μου ανάμεσα στο χώμα και το νερό.

Όταν ανασήκωσα τις παλάμες μου, δεν κρατούσα λάσπη.

Κρατούσα ένα μαλακό, μικροσκοπικό, μισοπνιγμένο πλασματάκι.

Η γούνα του ήταν κολλημένη στο κορμάκι του, τα μάτια του κλειστά, και το στήθος του ανέβαινε και κατέβαινε με μια απεγνωσμένη, σχεδόν αόρατη προσπάθεια να ρουφήξει τη ζωή μέσα από τον αέρα.

Ήταν μια σπίθα ύπαρξης που πάσχιζε να μην σβήσει στον κατακλυσμό.

Το πίεσα απαλά πάνω μου, προστατεύοντάς το από τις σταγόνες που έπεφταν ορμητικά.

Εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου, μέσα στην καρδιά των Βαρδουσίων, η Φύση είχε μόλις παραδώσει στα χέρια μου ένα μοναδικό και ανεκτίμητο δώρο.

Το τύλιξα με χαρτομάντηλα, το έβαλα στη θήκη του καφέ και άνοιξα το aircondition για να ζεστάνω το σκιουράκι που νόμιζα ότι είχα διασώσει.

Ο προορισμός άλλαξε ξανά.

Πήγα κατευθείαν στην Ιτέα και βρήκα τον κτηνίατρο με σκοπό να μου δώσει οδηγίες για να περιποιηθώ το παράξενο μωρό.

Εκείνος γέλασε όταν του μίλησα για το σκιουράκι. «Ξέρεις τι βρήκες;» με ρώτησε; «Μια νεογέννητη αγριόγατα!». «Τέλεια» του απάντησα, «τι πρέπει να κάνω;». «Πέταξε τη στον κάδο.

Δεν έχει πιθανότητες επιβίωσης γιατί σίγουρα έχει τραυματιστεί από την πτώση, είναι ήδη κρυωμένη και πιθανώς θα πεθάνει από πνευμονία τις επόμενες ώρες.

Και επειδή σε ξέρω πως αντιδράς το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να την ξεφορτωθείς!». Ένιωσα ένα κόμπο στο στομάχι και τη λογική μου να επαναστατεί απέναντι στην κυνική του απάθεια.

Τον κοίταξα στα μάτια, έξαλλη.

Του ξεκαθάρισα πως ο πόνος που ένιωθα για τη δολοφονία του ενιάχρονου Φρου Φρου δεν μπορούσε να συγκριθεί με την ευθύνη που ένιωθα τώρα για τούτη την αθώα ψυχή, ας την είχα πλάι μου μονάχα λίγες ώρες.

Δεν έκανα πίσω.

Τον πίεσα, τον ανάγκασα να δει το πλάσμα που προσπαθούσα να ζεστάνω. Υποχώρησε.

Μου έδωσε τις απαραίτητες οδηγίες, τα φάρμακα και μια τελευταία κουβέντα, σαν υπόσχεση: «Αν επιζήσει και ανοίξει τα μάτια της, φέρ' την ξανά να τη δούμε». Το ίδιο κιόλας απόγευμα, ξεκίνησε ένας αληθινός μαραθώνιος επιβίωσης.

Το ειδικό γάλα για γατάκια ήταν άφαντο, κι έτσι αναγκάστηκα να επιστρατεύσω παιδικό γάλα, μαζί με κολλύρια και αντιβιώσεις.

Φάρμακα που μόνο ο Θεός ήξερε αν θα προλάβαιναν να ενεργήσουν, αφού η ανάσα της ήταν ήδη βαριά, ρηχή και ανήσυχη.

Μέχρι να πέσει το σκοτάδι, η κατάσταση επιδεινώθηκε· μια αποκρουστική, κίτρινη κρούστα σφράγισε τα βλέφαρά της.

Η μάχη με το πεπρωμένο είχε μόλις αρχίσει.

Δεν ήξερα πόσες φορές θα χρειαζόταν ακόμα να αναμετρηθώ με τις στατιστικές και τις δυσοίωνες προβλέψεις, όμως όσο πείσμα είχε ο θάνατος, άλλο τόσο και ακόμα περισσότερο είχα εγώ! Τις επόμενες δώδεκα ημέρες, το μικροσκοπικό πλάσμα απέδειξε ξανά και ξανά πως αρνιόταν να παραδοθεί στην αφάνεια.

Πάλευε με νύχια και με δόντια για κάθε της ανάσα.

Και τότε, στις 20 Ιουνίου, έγινε το θαύμα.

Άνοιξε διάπλατα δύο υπέροχα, καταγάλανα μάτια και με κοίταξε.

Μέσα σε εκείνο το πρώτο βλέμμα υπήρχε μια απόλυτη, πρωτόγονη λατρεία.

Δεν υπήρχε πια αμφιβολία ότι εγώ ήμουν η μαμά της κι εκείνη το λατρεμένο μου κοριτσάκι.

Στο μεταξύ, ο περίγυρός μου είχε στήσει το δικό του γαϊτανάκι από πειράγματα. «Να τη βαφτίσεις Καλλιόπη! Αφού τη βρήκες την ημέρα της γιορτής της!» μου έλεγαν.

Ε όχι, Καλλιόπη! Τι σχέση θα μπορούσε να έχει ένα αγρίμι με την ποίηση και την αρχαία ρητορική; Αν και, μεταξύ μας, η πραγματικότητα με διέψευσε.

Η μικρή αποδείχθηκε η ίδια ένα ζωντανό ποίημα, με μια δική της, μοναδική ευφράδεια.

Με αποκαλούσε «μαμά» με έναν ήχο τόσο καθαρό και ξεχωριστό, που όποιος την άκουγε απ' έξω ήταν βέβαιος πως μέσα στο σπίτι βρισκόταν ένα ανθρώπινο μωρό.

Τελικά, την ονόμασα Λουκρητία.

Λίγο η επιρροή από το ανατρεπτικό χιούμορ του Αρκά, μα πολύ περισσότερο η θρυλική δούκισσα της Φερράρας.

Μια γυναίκα με συναρπαστική, καθηλωτική ομορφιά και μια ιστορία βαθιά συγκινητική.

Αυτό το όνομα της άξιζε.

Τα χρόνια που κυλούσαν πλάι της έμοιαζαν με συνεχή αποκάλυψη. Η Λουκρητία δεν υπήρξε ποτέ ένα συνηθισμένο μωρό, ούτε, πολύ περισσότερο, μια συνηθισμένη γάτα.

Έχοντας περάσει ολόκληρη τη ζωή μου συντροφιά με αιλουροειδή, μπορώ να το υπογράψω με βεβαιότητα: γεννήθηκε και παρέμεινε, μέχρι την ύστατη πνοή της, ένα άγριο, περήφανο και ανυπότακτο πλάσμα.

Ήταν εκπληκτικά όμορφη, προικισμένη με μια σχεδόν απόκοσμη ευφυΐα και ολοκληρωτικά προσηλωμένη στη μαμά της.

Δεν ξέρω πόσες φορές είχα πιάσει τον εαυτό μου να της ψιθυρίζει πόσο όμορφο θα ήταν να μιλούσε την ανθρώπινη γλώσσα, για να μπορούμε να συζητάμε με τις ώρες.

Στην πραγματικότητα, η μόνη ανισορροπία στη σχέση μας δεν ήταν η δική της σιωπή, αλλά η δική μου αδυναμία να αποκωδικοποιήσω όσα μου έλεγε.

Εκείνη, αντίθετα, καταλάβαινε τα πάντα. Κυριολεκτικά.

Θυμάμαι ακόμα το ίδιο εκείνο απόγευμα που ζητούσε επίμονα να της φτιάξω το αγαπημένο της παιχνίδι, μια μπάλα από αλουμινόχαρτο.

Το ρολό, όμως, είχε τελειώσει. «Πρέπει να ψάξεις να βρεις πού άφησες το τελευταίο», της είπα μισοαστεία, μισοσοβαρά. «Για κοίτα κάτω από τον μπουφέ, μήπως είναι εκεί». Με κάρφωσε με το βλέμμα της για ένα δευτερόλεπτο, σαν να ζύγιζε τα λόγια μου.

Έπειτα, γύρισε με αποφασιστικότητα, περπάτησε ίσια προς τον μπουφέ και μετά από λίγο επέστρεψε, κρατώντας περήφανα στο στόμα της το χαμένο μπαλάκι.

Ήταν έτοιμη για παιχνίδι, κι εγώ έτοιμη να υποκλιθώ στο μυαλό της.

Η λέξη «περίμενε» δεν ήταν για εκείνη μια απλή προτροπή αλλά ένας απόλυτος κώδικας . Αν της έλεγες «περίμενε εδώ», ο χρόνος έμοιαζε να παγώνει.

Έμενε εκεί, ακίνητη σαν άγαλμα, προσηλωμένη, μέχρι να επιστρέψεις με αυτό που λαχταρούσε.

Κι αν τη ρωτούσες «θέλεις να βγεις στο μπαλκόνι;», δεν σου απαντούσε με ένα τυχαίο νιαούρισμα, αλλά με έναν παρατεταμένο, ολοκάθαρο «ΝΑΙ». Είναι περιττό, ίσως, να πω ότι ένα απλό μείγμα από ανεπαίσθητες κινήσεις, καθημερινές λέξεις και ατέλειωτα χάδια ήταν υπεραρκετό για να χτίσουμε μια γέφυρα απόλυτης συνεννόησης.

Και δεν αναφέρομαι μόνο στα βασικά και τετριμμένα.

Μιλάω για τα πάντα. Η Λουκρητία διάβαζε τις προθέσεις μου, αποκωδικοποιούσε τις φράσεις μου και αντιδρούσε με μια σοφία που συχνά με ξεπερνούσε.

Ζούσαμε σε έναν κόσμο όπου οι λέξεις είχαν βάρος και η σιωπή της ήταν γεμάτη νόημα.

Και πάνω απ’ όλα, ήταν το βλέμμα της.

Σε κοιτούσε με εκείνα τα εκφραστικά, σμαραγδένια πλέον μάτια και ένιωθες να σου μεταδίδει, δίχως φίλτρα, όλο τον πλούτο της ψυχής της.

Μια ύπαρξη σπάνια, μοναδική, που ήξερε να κρατά τις αποστάσεις με αρχοντική περηφάνια, αλλά και να παραδίδεται ολοκληρωτικά όταν εκείνη το επέλεγε.

Για χρόνια, οι ξένοι ήταν για εκείνη μια ανεπιθύμητη εισβολή.

Μόλις κάποιος περνούσε το κατώφλι του σπιτιού, η Λουκρητία αποχωρούσε διακριτικά, σχεδόν αθόρυβα.

Χανόταν στις μυστικές, αγαπημένες της κρυψώνες και παρέμενε εκεί, αντάρτισσα στο δικό της καταφύγιο, μέχρι ο «παρείσακτος» να εγκαταλείψει το βασίλειό της.

Μονάχα τα τελευταία χρόνια της ζωής της μαλάκωσε κάπως, δείχνοντας μια στάλα περισσότερη ανοχή στους τρίτους.

Ακόμα κι τότε όμως, το έκανε με πλήρη συναίσθηση της κυριαρχίας της.

Εκείνη όριζε τους κανόνες, εκείνη έλεγχε το παιχνίδι των σχέσεων και αποτελούσε αποκλειστικά δική της επιλογή το πόσο κοντά θα επέτρεπε στον καθένα να την πλησιάσει.

Κοιτώντας πίσω, συνειδητοποιώ μια αναπάντεχη αλήθεια.

Κανένας, ποτέ, δεν τόλμησε να τη σηκώσει από το πάτωμα για να την πάρει στην αγκαλιά του.

Ήταν ένας άγραφος, απαράβατος νόμος που όλοι σεβόντουσαν ενστικτωδώς.

Μονάχα τις τελευταίες, δύσκολες μέρες της, λύγισε αυτή η περήφανη στάση όταν αναγκάστηκε να υποκύψει στις υποχρεωτικές επισκέψεις στον γιατρό και στη φροντίδα του Κώστα.

Όλα εκείνα τα χρόνια, η αγκαλιά της παρέμενε ένα δικό μου, μοναδικό προνόμιο.

Ένα δώρο ανεκτίμητο, που το διεκδίκησα και το εκμεταλλεύτηκα μέχρι την ύστατη μέρα της ζωής της.

Όμως, το πιο συγκλονιστικό πάνω της ήταν το αλάνθαστο ένστικτό της. Η Λουκρητία στεκόταν επιφυλακτική, έως και απροκάλυπτα εχθρική, απέναντι σε ανθρώπους που δρασκέλιζαν το κατώφλι μου παριστάνοντας τους φίλους.

Άτομα που, εκ των υστέρων και με τον πιο οδυνηρό τρόπο, αποδείχθηκαν άθλια.

Εκείνη έβλεπε πίσω από τα προσωπεία, πολύ πριν το καταλάβω εγώ.

Η άγρια, καθαρή της φύση διέκρινε αμέσως τη δυσοσμία της ανειλικρίνειας και τους κρατούσε μακριά από το βασίλειό μας, προστατεύοντας με. Παρά το γεγονός ότι έζησε όλες τις μέρες της ζωής της στο εξαιρετικά προστατευμένο περιβάλλον του σπιτιού μας, δεν της αρνήθηκα μικρές, αυστηρά επιτηρούμενες βόλτες στον κήπο του εξοχικού που της απολάμβανε με όλο της το είναι.

Έβρισκε την αγαπημένη της αγριάδα, σκαρφάλωνε στις πορτοκαλιές, τριβόταν στα αρωματικά φυτά και μοσχοβολούσε πότε ρίγανη και πότε δενδρολίβανο.

Δεν ήταν μια απλή βόλτα, αλλά μια κανονική επιθεώρηση του χώρου της.

Με το κεφάλι ψηλά και την ουρά να σχηματίζει ένα περήφανο ερωτηματικό, διέσχιζε το χώρο, ελέγχοντας κάθε γωνιά, κάθε σκιά, κάθε πέταγμα πουλιού στον ορίζοντα.

Όταν έβγαινε στο μπαλκόνι, ο αέρας έμοιαζε να αλλάζει.

Καθόταν στην άκρη, σαν μικρή σφίγγα, κοιτάζοντας τον κόσμο από ψηλά έτοιμη για την επικίνδυνη περατζάδα στα λλίγα εκατοστά της κουπαστής του έκτου ορόφου με το κενό να χάσκει κάτω από τα πόδια της κι εμένα στα πρόθυρα εγκεφαλικού! Ήταν η δική της στιγμή να νιώσει το άγριο ένστικτό της να ξυπνά, να μυρίσει τον άνεμο και να επιβεβαιώσει πως, μέσα στα στενά όρια ενός διαμερίσματος, εκείνη παρέμενε η απόλυτη αρχόντισσα του προσωπικού της σύμπαντος.

Της άρεσε να κάθεται στην κορυφή του σκρίνιου που ανέβαινε με μια κίνηση, χωρίς φόρα, αψηφώντας τη βαρύτητα.

Η αλτικότητα της ήταν πεδίο έρευνας! Το ίδιο και ο θυμός της που ξεσπούσε πέρα από κάθε φαντασία.

Τα βράδια, όσο ο καιρός δεν ήταν κρύος τα περνούσε στο μπαλκόνι.

Της άρεσε να χουζουρεύει στην πολυθρόνα της και να κυνηγάει τους γάτους εισβολής τρομοκρατώντας τους μέχρι τα μύχια της ψυχής τους.

Ο καημένος ο Μίλτος, ένας γείτονας γατούλης που το μόνο που ήθελε ήταν να πιάσει φιλίες μαζί της, την έβλεπε από μακριά και έφευγε έντρομος.

Προφανώς, η μνήμη του παρέμενε νωπή από τη μέρα που η Λουκρητία τον είχε στριμώξει σε μια γωνιά της βεράντας, έτοιμη να τον πνίξει, αν δεν είχα επέμβει την τελευταία στιγμή για να τον σώσω από τα δόντια της.

Κι όμως, μέσα σε αυτό το κλίμα απόλυτης τρομοκρατίας, υπήρχε μια εξαίρεση.

Ένα μοναδικό πλάσμα που απολάμβανε πλήρη ασυλία, προστασία και, παραδόξως, τον θαυμασμό της: ένα γκρίζο, αλητάκι γατί.

Αυτό το απίθανο τυπάκι σκαρφάλωνε στην πέργκολα, πηδούσε στο χαγιάτι κι από εκεί στον δεύτερο όροφο, με μοναδικό σκοπό να της κλέψει το φαγητό.

Αυτό το άτιμο, μικρό ξωτικό της είχε κλέψει την καρδιά.

Κι ενώ εκείνη το κοιτούσε με μαγεμένα μάτια, εγώ έδινα καθημερινή μάχη να το κρατήσω μακριά της, τρέμοντας στην ιδέα για το τι ασθένειες και πόσα παράσιτα θα μπορούσε να κουβαλάει πάνω του.

Πριν από δύο χρόνια εισέβαλε στη ζωή μας ο Θρυλέων, ένας υπερκινητικός, τζίντζερ σίφουνας που είχε τον αμάζευτο και έμελλε να γίνει ο προσωπικός της διάολος. Ο Θρυλέων δεν καταλάβαινε από ιεραρχίες, ούτε από τους απαράβατους νόμους που εκείνη είχε επιβάλει με τόσο κόπο στο βασίλειό της.

Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν ένα ασταμάτητο, νευρωτικό παιχνίδι.

Η αντίδραση της Λουκρητίας; Μια επίδειξη ανώτερης νοημοσύνης και απρόσμενης ανοχής.

Προφανώς, η βαθιά της σοφία τής ψιθύρισε πως ήταν εντελώς μάταιο αλλά και άδικο να τα βάλει με ένα «one brain cell» πλασματάκι, που δεν είχε την παραμικρή ιδέα από κανόνες καλής συμπεριφοράς.

Αντί, λοιπόν, να τον ισοπεδώσει όπως θα έκανε με οποιονδήποτε άλλον εισβολέα, τον αντιμετώπιζε με μια στωική, συγκαταβατική υπεροψία, αφήνοντάς τον να κάνει τις τρέλες του.

Η αυστηρή στάση της Λουκρητίας άλλαξε ριζικά όταν μπήκε στη ζωή μας η Chanel.

Ήταν άλλο ένα εύθραυστο εγκαταλελειμμένο μωρό που έδωσε και κέρδισε τη δική του σκληρή μάχη με το θάνατο.

Λιλιπούτεια, γλυκιά και πανέμορφη, σεβόταν απέραντα την κυρία του σπιτιού και περιοριζόταν μονάχα στο να πειράζει διακριτικά με την άκρη της ουράς της.

Ουδέποτε υπερέβη τα εσκαμμένα.

Και αυτή η ευγένεια ανταμείφθηκε με ένα αληθινό θαύμα αφού η Λουκρητία δέχτηκε να παίξει μαζί της.

Το παράδοξο, φυσικά, δεν ήταν η διάθεση της μικρούλας για σκανδαλιές, αλλά η ξαφνική όρεξη της Λουκρητίας για κρυφτό και κυνηγητό.

Σε μια ηλικία που, με βάση κάθε λογική, η εποχή των παιχνιδιών είχε περάσει για εκείνη ανεπιστρεπτί, η Chanel κατάφερε να ξυπνήσει μέσα στο περήφανο αγρίμι τη χαμένη του παιδικότητα.

Είχα ξεχάσει, βέβαια, να αναφέρω μια άλλη, άκρως bizarre πτυχή της προσωπικότητάς της που δεν ήταν άλλη από τα κατά καιρούς δωράκια που επέλεγε να μου προσφέρει.

Ήταν χειρονομίες λατρείας που είτε με έκαναν να ξεσπάω σε γέλια είτε, τις περισσότερες φορές, μου πάγωναν το αίμα.

Ανάμεσα στα τρόπαιά της υπήρχαν αλογάκια της Παναγίας.

Όχι τα συμβατικά, αλλά εκείνα τα πελώρια, «νταβραντισμένα» εξοχικά τέρατα που ξεπερνούσαν τα είκοσι εκατοστά.

Υπήρχαν επίσης και κάθε λογής ερπετά.

Το πιο τραγικό θύμα αυτής της κυνηγετικής μανίας υπήρξε ο Σμαραγδής, μια θαυμάσια, καταπράσινη σαύρα που τελούσε υπό την προστασία μου όσο βρισκόμασταν στην εξοχή. Ο Σμαραγδής ζούσε αποκλειστικά στον φοίνικα, μέχρι τη μοιραία μέρα που έκανε το λάθος να παραβιάσει την επικράτειά της.

Η συνάντησή τους σήμανε ακαριαίο θάνατο για τον κακομοίρη, με αποτέλεσμα, τις επόμενες εβδομάδες, να μας πνίξουν οι αράχνες και τα έντομα που εκείνος καταβρόχθιζε μέχρι τότε χαρούμενος.

Όμως, το κορυφαίο δώρο της με περίμενε μαύρα μεσάνυχτα.

Με μετέφερε από τον βαθύ ύπνο στην απόλυτη φρίκη, όταν θεώρησε σκόπιμο εναποθέσει στο χαλάκι, ακριβώς δίπλα στο κρεβάτι μου, μια τεράστια, ζωντανή νυχτερίδα! Μπορείτε, νομίζω, εύκολα να φανταστείτε τη συνέχεια… Ένα πανδαιμόνιο από κραυγές, φτερουγίσματα στο σκοτάδι και τη Λουκρητία να με κοιτάζει περήφανη για το κατορθώμά της.

Τα καλοκαίρια, η κυνηγετική της δραστηριότητα αποκτούσε το δικό της, μόνιμο σάουντρακ.

Το κρεβάτι μου γέμιζε συχνά από ημιθανή τζιτζίκια, τα οποία άφηνε επιδεικτικά δίπλα μου.

Για να τα καταφέρει, ανέβαινε και κατέβαινε τη σκάλα άπειρες φορές, κρατώντας τα προσεκτικά στο στόμα της, την ώρα που τα «τζι» πάλλονταν αφηνιασμένα και απελπισμένα μέσα στα δόντια της.

Αυτό που τη γοήτευε, βέβαια, ήταν η κίνηση και ο θόρυβος.

Τη στιγμή που τα κακομοίρα τα έντομα έπαυαν πια να τσιρίζουν, η Λουκρητία έχανε ακαριαία κάθε ενδιαφέρον για αυτά.

Τα παρατούσε εκεί που βρίσκονταν και γύριζε αμέσως πίσω στις πυκνές φυλλωσιές της βεράντας, αναζητώντας με πάθος το επόμενο θύμα της.

Δεν ξέρω πώς μπορεί να κλείσει κανείς ένα τέτοιο αφιέρωμα μνήμης σε ένα τόσο ξεχωριστό, λατρεμένο πλάσμα που δεν βρίσκεται πια κοντά μου.

Όμως, αν υπάρχει ένας τρόπος για να αποτυπωθεί το μεγαλείο της ψυχής της, αυτός βρίσκεται στη στάση που κράτησε όταν οι ρόλοι αντιστράφηκαν, κι ήρθε η δική μου σειρά να δώσω τη δική μου, σκληρή μάχη με τον καρκίνο.

Εκείνη, που σε όλη της τη ζωή υπερασπιζόταν την ησυχία της, που απεχθανόταν να την ενοχλούν στον ύπνο της και επέλεγε πάντα την απομόνωση και την άνεση του καναπέ στο σαλόνι, άλλαξε σε μια νύχτα.

Μόλις αρρώστησα, εγκατέλειψε το βασίλειό της και ήρθε διακριτικά, αθόρυβα, να κουρνιάσει δίπλα μου.

Κοιμόταν ήρεμα στο πλευρό μου, όμως ήταν πάντα σε επιφυλακή.

Μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, άπλωνε το μικρό της χέρι και με άγγιζε απαλά, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως είμαι ακόμα εκεί.

Έλεγχε την ανάσα μου.

Θυμάμαι ακόμα, σαν χάδι παρηγοριάς, τα μουστάκια της να γαργαλάνε το πρόσωπό μου και, μόλις άνοιγα τα βλέφαρα, έβλεπα τα σμαραγδένια της μάτια να με εξετάζουν προσεκτικά μέσα στο ημίφως, ζυγίζοντας τις δυνάμεις μου, για να διαπιστώσουν αν είμαι καλά.

Όπως κάποτε πάλεψα εγώ για εκείνη τις πρώτες δώδεκα μέρες της ζωής της, έτσι πάλευε τώρα κι εκείνη για μένα, μεταγγίζοντάς μου με το βλέμμα και το άγγιγμά της όλη την άγρια δύναμη της ψυχής της.

Ήσουν εκεί, παρούσα σε κάθε μου στιγμή.

Στα εύκολα και στα δύσκολα, στις μεγάλες χαρές και στις βαθιές μου λύπες.

Μια μοναδική, ζεστή γούνινη αγκαλιά, πάντα γεμάτη από μια απροσδόκητη γλύκα, άγρυπνη φροντίδα και μια αγάπη τόσο καθαρή, που δεν ζήτησε ποτέ ανταλλάγματα.

Γι' αυτό και ο χαμός σου αφήνει πίσω του ένα βαθύ, μεγάλο τραύμα.

Όμως, μέσα από αυτόν τον πόνο, αναδύεται μια απόλυτη ανάγκη.

Δεν θέλω να ξεχάσω.

Θέλω να κρατήσω ζωντανή στη μνήμη μου κάθε λεπτομέρεια, κάθε σου βλέμμα, κάθε σου σκανδαλιά. Θέλω να θυμάμαι τα πάντα από σένα, Λουκρητάκι μου.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences