«Εμείς θα βαράμε το νταούλι και αυτοί θα χορεύουνε, δεν θα παίζουνε αυτοί το ζουρνά και εμείς θα χορεύουμε». ~Αλέξης Τσίπρας, Νοέμβριος 2014 λίγους μήνες πριν ο Ελληνικός λαός τον εκλέξει "πανυγηρικά...
«Εμείς θα βαράμε το νταούλι και αυτοί θα χορεύουνε, δεν θα παίζουνε αυτοί το ζουρνά και εμείς θα χορεύουμε». ~Αλέξης Τσίπρας, Νοέμβριος 2014 λίγους μήνες πριν ο Ελληνικός λαός τον εκλέξει "πανυγηρικά" πρωθυπουργό~ Ένδεκα χρόνια.
Μόλις ένδεκα χρόνια.
Κι όμως, βλέποντας χθες το πολυσυζητημένο ντοκιμαντέρ των ημερών «Στο χιλιοστό», ένιωσα σαν να άνοιξε ξαφνικά μια καταπακτή στον χρόνο και να βρέθηκα πάλι εκεί.
Στο καλοκαίρι του 2015.
Στις ημέρες που η χώρα καρκινοβατούσε πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, με το κενό να χάσκει από κάτω.
Παράξενο πράγμα η μνήμη.
Κάποιες εποχές απομακρύνονται και ξεθωριάζουν.
Άλλες, όσο περνούν τα χρόνια, γίνονται πιο ζωντανές.
Το 2015 είναι ιδιαίτερη περίπτωση μιας και ανήκει και στις δύο κατηγορίες.
Είναι ταυτόχρονα μακρινό και κοντινό.
Μακρινό γιατί η Ελλάδα του σήμερα δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνη τη χώρα της αγωνίας, των ουρών και της αβεβαιότητας όμως και κοντινό από την άλλη πλευρά γιατί οι εικόνες παραμένουν ανεξίτηλες.
Σαν χθες θυμάμαι τα μεγάλα λόγια.
Τις υποσχέσεις.
Τις βεβαιότητες ανθρώπων που δεν είχαν αμφιβολία για τίποτα.
Θυμάμαι τον Αλέξη Τσίπρα και τον περιπλανώμενο θίασο του,Μπα-ρούφακη, Τσακαλώτος,Σταθάκης και ΣΙΑ να υπόσχονται με θάρρος και παρρησία ότι θα χορέψουν τη Μέρκελ στο ταψί με τα νταούλια.
Θυμάμαι τις πλατείες να δονούνται από συνθήματα, τους ζουρνάδες να ηχούν θριαμβευτικά, τα πλήθη να πανηγυρίζουν σαν να είχε ήδη κερδηθεί κάποια ιστορική μάχη.
Ένα ολόκληρο έθνος έμοιαζε υπνωτισμένο από έναν πολιτικό αυλό που υποσχόταν ότι οι νόμοι της οικονομίας, της γεωπολιτικής και της πραγματικότητας μπορούσαν να καταργηθούν με μια δυνατή θέληση και ένα σύνθημα.
Εγώ τότε πάλι έγραφα. Παρατηρούσα.
Προειδοποιούσα όσο μπορούσα.
Με διάβαζαν πολύ λιγότεροι από σήμερα.
Δεν έχει σημασία.
Αυτό που έχει σημασία είναι ότι συχνά ένιωθα πως μιλούσα σε ανθρώπους που δεν ήθελαν να ακούσουν.
Όχι επειδή ήταν κακοί ή ανόητοι.
Αλλά επειδή η ελπίδα, όταν μετατρέπεται σε πολιτική θρησκεία, γίνεται ισχυρότερη από τη λογική.
Οι κοινωνίες, όπως και οι άνθρωποι, έχουν την τάση να πιστεύουν εκείνον που τους υπόσχεται θαύματα και όχι εκείνον που τους υπενθυμίζει τα όρια της πραγματικότητας.Βέβαια το πιο δύσκολο τότε δεν ήταν η δημόσια αντιπαράθεση, αλλά ότι πολλοί από εκείνους που πανηγύριζαν στις πλατείες δεν ήταν άγνωστοι.
Ήταν άνθρωποι του κοντινού μου κύκλου.
Φίλοι, γνωστοί, άνθρωποι με τους οποίους είχα μοιραστεί συζητήσεις, καθημερινότητα, ακόμη και εμπιστοσύνη.
Προσπαθούσα να εξηγήσω όσα έβλεπα να έρχονται, να περιγράψω τους κινδύνους, να δείξω ότι η πραγματικότητα δεν αλλάζει επειδή δεν μας αρέσει.
Σχεδόν πάντα μάταια.
Όχι από κακή πρόθεση, αλλά γιατί η προσδοκία είχε ήδη γίνει πίστη.
Την ίδια στιγμή, η ζωή δεν περίμενε.
Ήμουν λίγο μετά τα τριάντα, σε μια νέα οικογένεια που μόλις είχε αρχίσει να στέκεται στα πόδια της.
Στο σπίτι με περίμεναν μια σύζυγος τρία μικρά παιδιά και μαζί με τη χαρά και την καθημερινή φροντίδα, υπήρχε και μια διαρκής αίσθηση αβεβαιότητας.
Όχι αφηρημένη πολιτική αβεβαιότητα, αλλά πρακτική, καθημερινή τι χώρα θα ξημερώσει αύριο, τι προοπτική θα έχει, τι θα σημαίνει αυτό για τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε μια οικονομία που έμοιαζε έτοιμη να λυγίσει.
Δεν έβλεπα τα γεγονότα μόνο ως πολίτης ή σχολιαστής, αλλά ως πατέρας που ένιωθε ότι το μέλλον δεν ήταν δεδομένο.
Και ύστερα ήρθε η πολυαναμενόμενη σύγκρουση με την πραγματικότητα.Οι τράπεζες έκλεισαν.
Τα capital controls έγιναν καθημερινότητα.
Οι ουρές στα ΑΤΜ έγιναν η νέα εικόνα της χώρας.
Οι συνταξιούχοι περίμεναν για λίγα ευρώ.
Η αγωνία εγκαταστάθηκε σε κάθε σπίτι. Η Ελλάδα κοίταξε για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση κατάματα την άβυσσο.Σαν να μην φτάνει αυτό άμεσως μετά συνέβη το πιο παράδοξο πολιτικό γεγονός της σύγχρονης ιστορίας μας.
Το «Όχι» ως δια μαγείας έγινε «Ναι». Και όσο κι αν αυτό ενοχλεί ακόμη κάποιους, πιστεύω ότι εκείνη τη στιγμή η πραγματικότητα νίκησε την αυταπάτη.
Όχι χωρίς κόστος.
Όχι χωρίς πληγές.
Όχι χωρίς να πληρώσουμε ακριβά τους μήνες της ψευδαίσθησης.
Αλλά νίκησε.
Γιατί υπάρχουν στιγμές στην ιστορία των λαών όπου η επιστροφή στην πραγματικότητα δεν είναι θρίαμβος.
Είναι απλώς η αποφυγή μιας μεγαλύτερης καταστροφής.Αυτό που με συγκλονίζει περισσότερο σήμερα δεν είναι τα γεγονότα.
Είναι το πόσο εύκολα τα ξεχνάμε.
Οι κοινωνίες έχουν κοντή μνήμη.
Ξεχνούν τον φόβο.
Ξεχνούν την αγωνία.
Ξεχνούν τις συνέπειες των επιλογών τους.
Και συχνά εξιδανικεύουν εκείνους που τις οδήγησαν στο χείλος του γκρεμού, μόνο και μόνο επειδή πέρασε ο χρόνος. Η Ιστορία όμως δεν είναι δικαστήριο εκδίκησης.
Είναι σχολείο μνήμης.
Και η μνήμη δεν υπάρχει για να τρέφει μίση.
Υπάρχει για να προστατεύει τις επόμενες γενιές από τα ίδια λάθη.
Γι' αυτό βλέποντας χθες την εκπομπή του ΣΚΑΪ δεν ένιωσα οργή,ούτε δικαίωση.
Ένιωσα κυρίως μια παράξενη μελαγχολία.
Τη μελαγχολία που αφήνει η διαπίστωση ότι ένας λαός μπορεί μέσα σε λίγους μήνες να φτάσει τόσο κοντά στην άκρη του γκρεμού, όχι εξαιτίας κάποιας φυσικής καταστροφής ή ενός πολέμου, αλλά εξαιτίας των ψευδαισθήσεών του.Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο δεν είναι όσα συνέβησαν τότε.
Είναι η ευκολία με την οποία ξεθωριάζουν στη συλλογική μνήμη.
Οι ουρές στα ΑΤΜ έγιναν φωτογραφίες σε αρχεία.
Η αγωνία των ημερών έγινε υποσημείωση.
Οι κραυγές μετατράπηκαν σε αναμνήσεις και όσοι δεν έζησαν συνειδητά εκείνη την περίοδο κινδυνεύουν να τη βλέπουν σαν ένα ακόμη επεισόδιο πολιτικής αντιπαράθεσης και όχι σαν ένα από τα πιο κρίσιμα σταυροδρόμια της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Σίγουρα δεν πιστεύω ότι σήμερα είναι όλα ρόδινα και ότι ζούμε σε μια ιδανική χώρα.
Κάθε άλλο.
Τα προβλήματα παραμένουν.
Η ακρίβεια πιέζει, οι ανισότητες επιμένουν, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζεται και η απογοήτευση συχνά περισσεύει.
Η διάψευση των αυταπατών του 2015 δεν έφερε αυτομάτως την ευημερία ούτε έλυσε τα διαχρονικά αδιέξοδα της Ελλάδας.
Όμως υπάρχει μια ξεκάθαρη διαφορά που δεν πρέπει ποτέ να υποτιμήσουμε.
Άλλο η προσπάθεια να διορθώσεις μια δύσκολη πραγματικότητα και άλλο να χτίζεις πολιτικά παλάτια πάνω στην άρνησή της.
Άλλο η ελπίδα και άλλο η αυταπάτη.
Ένδεκα χρόνια μετά, αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο δίδαγμα εκείνης της περιόδου.
Ότι η πραγματικότητα μπορεί να είναι σκληρή, άδικη, ακόμη και απογοητευτική.
Αλλά αργά ή γρήγορα απαιτεί τον λογαριασμό της από όσους πιστεύουν ότι μπορούν να την εξαπατήσουν.
Και γι' αυτό οι εικόνες που ξύπνησε χθες το ντοκιμαντέρ δεν με γέμισαν ούτε νοσταλγία ούτε θυμό.
Με γέμισαν ευθύνη.
Την ευθύνη να θυμάμαι.
Γιατί τα έθνη δεν κινδυνεύουν μόνο όταν κάνουν λάθη αλλά κυρίως όταν ξεχνούν πόσο τους κόστισαν. ✍ Στυλ. Καβάζης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους