[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Σαν σήμερα γεννήθηκε αυτός ο άγγελος. Που πέταξε πολύ ψηλά και κάηκε νωρίς. Εξαιτίας τους. (1) Το σπίτι μου, όσο το άνοιγμα των χεριών της κόρης μου 4 χρόνια άστεγη τώρα... (15) Πασάλειψαν τα μούτρα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Σαν σήμερα γεννήθηκε αυτός ο άγγελος. Που πέταξε πολύ ψηλά και κάηκε νωρίς.

Εξαιτίας τους. (1) Το σπίτι μου, όσο το άνοιγμα των χεριών της κόρης μου 4 χρόνια άστεγη τώρα... (15) Πασάλειψαν τα μούτρα μου μ' ώρας μπογιά.

Τα νύχια τα μάτια και τ' αυτιά σαύρας πρασινόμαυρο.

Τα μάγουλα κατακόκκινα σαν του Πάσχα αυγά.

Ήθος ποιώ.

Έγινα ηθοποιός.

Πουτάνα θεατρίνα. (17) Δέντρο ήμουνα κι έσπασα.

Μου σπάσαν όλα τα κλαδιά γιατί εκεί τρέχανε τα ξεστρατισμένα παιδιά να παίξουνε τους κρεμασμένους (18) Ρίζα με λένε τώρα. (21) Ο ήχος μου συνέχεια ανάμνηση δέντρου που φυλλορροεί Στο χέρι μου «χτυπημένος» αετός οικόσημο της μοναξιάς μου.

Σε άλλους χάρτες σημάδι μου ο Ερμής Το μήνα των κερασιών. 1 Ιουνίου γεννημένη. (33) Ποιός είναι ο λόγος της ποίησης που βγαίνει απ' το ποιώ και που σημαίνει πράττω Ζητάω την απάντηση απ' τους ακινητοποιημένους (37) Κάπως έτσι που λέτε πάντα έγινε κι επέζησα και κάθομαι και ιστορώ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ (1 Ιουνίου 1940 - 3 Οκτωβρίου 1993) Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών Καστανιώτης, 1988 *** ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ: ΤΕΤΟΙΟ ΑΤΙΜΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ I. Τώρα θα δούμε εσείς τι θα κάνετε ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΕΝΗ από τους λογοτεχνικούς κανόνες, τις ανθολογήσεις ποιητών της γενιάς της, τις επίσημες παρουσίες σε εκδηλώσεις τέχνης, τις σικέ συνεντεύξεις σε Κυριακάτικα φύλλα, τις ερμαφρόδιτες λέξεις, τις ερμαφρόδιτες λύσεις, τις ερμαφρόδιτες στάσεις, η Κατερίνα (68 χρόνια από την γέννησή της, 26 απ’ όταν τη γνώρισα, 15 από το θάνατό της, και ποτέ μου δε μπόρεσα να την πω Γώγου), έζησε τα 53 χρόνια που της έμελλε να ζήσει, σαν πουλάκι.

Πληγωμένο, με μπανταρισμένα φτερά, αλλά τιτιβίζοντας.

Με απίστευτο τσαμπουκά, με απίστευτο θράσος, με απίστευτα όνειρα.

Κι όταν δεν άντεχε άλλο να βλέπει να ξεπουλάν τη φάρα της, άναψε ένα τσιγάρο από κείνα τα δικά μας των αστραπών, έριξε μια φτυσιά και την «έκανε». Με 300 και βάλε.

Σαν επίσημη αιτία θανάτου της αναφέρεται η υπερβολική δόση αλκοόλ και χαπιών.

Ήταν όμως, μια ακόμα, από κείνες τις συνηθισμένες «δολοφονίες» που το κράτος, η εξουσία, η οποιασδήποτε μορφής εξουσία (ακόμα και αυτή των Εξαρχείων) «επιλέγει» ως λύση για τα «άτακτα» παιδιά.

Για όσους της χαλάνε τη μόστρα, το πρόσωπο στον καθρέφτη.

Κι η Κατερίνα τα χαλούσε όλα.

Τα γκρέμιζε γιατί ήθελε να τα φτιάξει απ’ την αρχή.

Δε μασούσε με τίποτα.

Δε χαμπάριαζε.

Ούτε από εφόδους στο σπίτι της, ούτε από επαγγελματικούς και κοινωνικούς αποκλεισμούς , ούτε από το νοίκι που δεν έφτανε ποτέ.

Ήτανε έτσι να κάνουμε θα πέσει η πόρτα.

Μπέσα, ντόμπρα, φόρα παρτίδα.

Ένα πρόσωπο, σκέτο νεράκι.

Την έλεγαν «σαλεμένη». Γιατί δεν έκανε «χάρες». Εκπτώσεις. Νοθείες.

Να σερβίρει Κουρτάκη για κρασί εικοσιπενταετίας.

Γιατί δεν ήταν προσκυνημένη.

Να παρακαλάει τον Φίνο, τον τάδε, τον πιασ’ το αυγό και κούρευτο.

Τάχωνε εδώ κι εκεί, αριστερά και δεξιά κι έγραφε βάλιουμ, μαντράξ, στεντόν, τριπτιζόλ – ξέρετε εσείς γιατρέ μου – σε ταράτσες ετοιμόρροπων κτιρίων, σε πλατείες περικυκλωμένες από μπατσικά, σε συγκεντρώσεις με πουλημένους συντρόφους, σε σπίτια χωρίς θέρμανση με χαλασμένα πατώματα, σε δρόμους χωρίς ανθρώπους, σε αγώνες χωρίς νόημα.

Από πέντε χρονών στο σανίδι – πουτάνα θεατρίνα – όλο ανακάτευε τη τράπουλα κι όλο δεν έβγαινε το χαρτί.

Κι όλο ο θάνατος έκοβε.

Σημαδεμένη τράπουλα, με χέρια και πόδια.

Σα να μη τόξερε.

Κόλαγε το μουστάκι κι έβγαινε με τη βεντάλια στη βροχή. ΄Ηθελε πρώτα να τελειώνει με τα γουρούνια και μετά να ψάξει ακρογιαλιές.

Δε γινόταν να αλλάξει ο κόσμος με εξοχές.

Με βουλευτιλίκια, ακροκέραμα και γαριασμένες μπουγάδες.

Ανεβασμένη σε μια καρέκλα.

Με τον ίδιο ηλίθιο φιόγκο.

Με τον ίδιο ολόιδιο φόβο. 5 χρονώ, 19 χρονώ, 20, 30, 53. Μόλις φύγει τούτο το άδικο θάρθω να σας βρώ / Μπορεί να μην τα καταφέρω στις σκάλες / Θαρθώ όμως οπωσδήποτε / Μπορεί να μου λείπει η φωνή ή το φως από τα μάτια μου / Σε μας δε χρειάζονται και πολλά / Σύντροφοι. (Ιδιώνυμο, εκδ.

Καστανιώτη, 1980) Το βιβλίο της Σπυράκου, «Κατερίνα Γώγου: Έρωτας θανάτου» (εκδ.

Βιβλιοπέλαγος, 2007) είναι το μοναδικό που κυκλοφορεί για το έργο της και καλύπτει - αν και αρκούντως φεμινιστικό και πρόδηλα έξω απ’ τα νερά του- ένα τεράστιο κενό της ελληνικής βιβλιογραφίας.

Μια μαύρη τρύπα ντροπής.

Αποτελεί διασκευή μέρους της διδακτορικής της διατριβής με θέμα τον θάνατο και την θηλυκότητα στο έργο τεσσάρων ποιητριών - ανάμεσά τους και η Κατερίνα.

Είναι η πρώτη απόπειρα να αποτιμηθεί ένα τεράστιο – και σε άντερα και σε αισθητική - έργο που έχει σκοπίμως αποσιωπηθεί από την «σοβαρή» κριτική γιατί δήθεν ήταν εποχικό και ο θόρυβος που προκάλεσε με τις απανωτές επανεκδόσεις του ήταν ανακλαστικός των χρόνων που ακολούθησαν τη δικτατορία.

Γιατί δήθεν ήταν «προφορικό», «εναλλακτικό», «ανάρμοστο». Μπα; Μέχρι κι ο Γκόρπας τη πάτησε. Ο Θωμάς που ήτανε μεγάλη καρδιά, μεγάλος δάσκαλος.

Γι αυτό η Δημουλά είναι σήμερα ακαδημαϊκός και η Κατερίνα πεθαμένη.

Δηλαδή τι, υπάρχουν εκδοχές του «κανονικού», του «πολιτικά ορθού», του «σοφά ισορροπημένου» στη ποίηση; Τι σόι κανόνες είναι αυτοί; Ποιοι τους έγραψαν; Στη λογοτεχνική μας παράδοση, που έσπευσε να χαρακτηρίσει το έργο της Κατερίνας προϊόν της διαταραγμένης ψυχικής της κατάστασης, και να το στείλει σ’ ένα συρτάρι, δεν χωράνε οι χρήστες, οι τρόφιμοι της πλατείας, οι έξω απ’ τις πατενταρισμένες λογικές και πρακτικές του συναφιού – ό, τι κι αν έχουν καταθέσει ως λέξεις; Μα, αυτοί δεν είναι οι μόνοι από τους οποίους μπορείς να αναμένεις μια πρωτοπορία; Οι μόνοι που είναι ικανοί να πεθάνουν για ένα ιδανικό; Η άποψη μου –το έχω πει πολλές φορές, μιας και ήταν φίλη μου αγαπημένη– είναι ότι η Κατερίνα ήταν μια απ’ τις σημαντικότερες, αν όχι η σημαντικότερη ποιητική ανάφλεξη που συνέβη στην σύγχρονη λογοτεχνική μας ενδοχώρα.

Ενάντια σε κάθε λογής βόλεμα, σε κάθε λογής εφησυχασμό, σε κάθε λογής λογική.

Μια γραμματολογική βόμβα.

Και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί από δω κι εξής.

Να μεταμορφωθεί, επιτέλους, από βασίλισσα της σκόνης και της αυτοκαταστροφής, σε βασίλισσα του λόγου. Από Μαγιακόφσκι της πλατείας Εξαρχείων, σε Ελληνίδα Σάρα Κέιν. Από Ούλρικε Μάινχοφ, σε Σύλβια Πλαθ.

Καιρός είναι. Η Κατερίνα δεν ήταν ασχημόπαπο.

Πάντα κύκνος ήτανε.

Άντε, γιατί ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Σ.Σ. Αυγή της Κυριακής, Αναγνώσεις 29 Δεκεμβρίου 2013 II. Με λένε Οδύσσεια. Ή Κατερίνα. στο Κατερινάκι μου ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΕΡΑΣΕ, 25 Νοεμβρίου, ανήμερα της γιορτής σου ήταν, 1η Ιουνίου του 2001, που σε είδα πάλι να ανοίγεις την πόρτα σιγά-σιγά και να μπαίνεις.

Κόκκινα φωτιά τα μάτια σου παγιδευμένων λύκων.

Παπούτσια λινά.

Πρέπει να’ χε περάσει καιρός πολύς, γιατί τα νύχια σου είχαν μακρύνει και η φωνή σου ακουγόταν με διακοπές.

Σα να περνούσε από τούνελ.

Κρατούσες το χέρι της Μυρτώς σφιχτά και κρύωνες, τυλιγμένη στο ξύλινο παλτό σου.

Από μέσα μακό περασμένο τα ποιήματα, δεμένα σφιχτά στο μέρος της καρδιάς.

Και το ριγέ σημαιάκι της ποίησης.

Εκεί που οι άλλοι κρεμάνε συνήθως σταυρουδάκια και μενταγιόν για να ξορκίζουνε το κακό.

Τα δάχτυλά σου, ακόμα γάντζοι.

Να κάνουν πρόβα οι κρεμασμένοι. Εσύ.

Φωτογραφίσανε τον πόνο και βάλανε τη φωτογραφία μου - δε βλέπεις; Μια στάλα σταλαγμίτης απόμεινα, ένα τόσο δα πουλάκι.

Κοίτα, χωράω σ’ ένα άδειο μπουκάλι.

Το πέταξαν ένα καλοκαίρι οι φίλοι μου.

Η ζωή; Ξαναπέστο.

Θέλω να σε ακούσω ξανά να το λες.

Να το φωνάζεις.

Θέλω να σε ξανακούσω, ακούς; Μη σωπαίνεις.

Μη τους κάνεις τη χάρη.

Μη χάνεσαι τώρα, ρε γαμώτο.

Μπαίνουν κρυφά στο σπίτι μου, κοιμούνται στο κρεβάτι μου, τρώνε απ’ το φαί μου.

Όταν βραδιάζει, φεύγουν κι αφήνουν τα πιάτα άπλυτα.

Δεν εξηγείται αλλιώς, έτσι βρώμικος που είναι πάντα ο νεροχύτης, έτσι πολλοί που είναι πάντα οι άνθρωποι.

Την κοπάνισα, εντάξει; Να γλυτώσω απ’ τις διασπάσεις του κόμματος.

Την αποτρόπαιη μοναξιά της κεντρικής επιτροπής.

Τον ανυπόφορο θόρυβο των δρόμων.

Να γλυτώσω, ρε. Τις ίδιες, ατέλειωτες διαδρομές στη Πατησίων, πλάι σε ποινικούς και επαναστάτες.

Πάνω-κάτω τη Πατησίων.

Εξάρχεια – Πατήσια – Μεταξουργείο – Μέτς.

Μ’ ένα παλιοπαντέλονο.

Μέχρι να γίνω νιφάδα χιονιού και να λιώσω στην άσφαλτο.

Χιλιόμετρα έρχονται καταπάνω μου οι μέρες, στα παιδικά μου χρόνια κανείς.

Και στα διαλείμματα, εκείνο το παιχνίδι που τρέχαμε, κρατώντας τη σκυτάλη. Θυμάσαι; Εγώ ναι.

Μ’ εκείνους του τρένου, που όταν κανονίζαμε το πρώτο μας όνειρο να πάμε εκδρομή, μας πέταξαν σαν άδεια σακιά σ’ αφύλαχτη διάβαση.

Μη με σταματάς τώρα. Πονάω. Μη. Γώγου Κατερίνα, ταυτότητα ηθοποιός, φίλη μοναδική, ακτιβίστρια, μια τροβαδούρος του αληθινού δρόμου, ενεργό μέλος μιας απενεργοποιημένης ζωής, 6 ποιητικές συλλογές μακιγιαρισμένες με αίμα, γύρω στις 50 κινηματογραφικές ταινίες, βραβείο σεναρίου στην «Όστρια», τελευταία θεατρική εμφάνιση με τον θίασο της Έλλης Λαμπέτη στο «Φιλουμένα Μαρτουράνο», μελαγχολική βασίλισσα της πλατείας Εξαρχείων, θλιμμένη Σταχτοπούτα των δρόμων, γεννημένη τον μήνα των κερασιών, 1η Ιουνίου 1940, άφαντη από όλους, οκλαδόν στα σκαλάκια του κόσμου, μ’ ένα πρόσωπο καθαρό, σαν νεράκι και μια ψυχή όμορφη, σα μωρού, πιασμένη με κοκαλάκι από τα μαλλιά της, μπορεί τώρα να μοιράζει τα ποιήματα της χέρι με χέρι, αμετάκλητες προκηρύξεις της μεγάλης διαδήλωσης που θα πραγματοποιηθεί εκεί στα ψηλά, μπορεί να ανάβει τσιγάρο από τις αστραπές άφοβα και να λέει: Πάει.

Αυτό ήταν.

Χάθηκε η ζωή μου φίλε μέσα σε κίτρινους ανθρώπους, βρώμικα τζάμια και ανιστόρητους συμβιβασμούς.

Κατερινούλα, χρόνια πολλά.

Να ξαναρθείς.

Εγώ θα είμαι. Σ.Σ Metro 28/11/2001 Εκδόσεις Καστανιώτη Αργύρης Καστανιώτης Dimitris Posantzis Κώστας Βούλγαρης (ΑΥΓΗ) Yiannis Liaros (Metro) ΚΩΣΤΑΣ ΓΩΓΟΣ Myrto Tasiou Giorgos Chronas Γιώργος Χρονάς Panos Chrisostomou *Η φωτογραφία της Κατερίνας είναι από ζωγραφιά με κάρβουνο, όταν ήταν μικρούλα, του αδελφού της Κώστα. Ο Κώστας είναι 15 χρόνια νεώτερός της.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences