⚠️ Τέλος τώρα στην παρακμή! Η περίπτωση της Γεωργίας Λύρα δεν αποτελεί μια απλή ψηφιακή εκδήλωση οργής, αλλά την επιτομή μιας βαθύτατης κοινωνικής σύγκρουσης που έχει φτάσει πλέον στο απροχώρητο...
⚠️ Τέλος τώρα στην παρακμή! Η περίπτωση της Γεωργίας Λύρα δεν αποτελεί μια απλή ψηφιακή εκδήλωση οργής, αλλά την επιτομή μιας βαθύτατης κοινωνικής σύγκρουσης που έχει φτάσει πλέον στο απροχώρητο, καθώς η ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με την επιθετική, σχεδόν ολοκληρωτική εισβολή ενός δικαιωματικού κινήματος που, υπό το πρόσχημα της «συμπερίληψης», επιχειρεί να αποδομήσει συστηματικά τα θεμέλια της παραδοσιακής ηθικής, της οικογένειας και της φυσικής τάξης πραγμάτων.
Είναι επιτακτική ανάγκη να εξετάσουμε με ακραία αυστηρότητα πώς η μετατόπιση των κοινωνικών αξιών, μέσω της επιβολής της LGBTQ ατζέντας, έχει καταφέρει να μετατρέψει τον δημόσιο χώρο σε ένα πεδίο ιδεολογικού προσηλυτισμού όπου η πλειοψηφία οφείλει να σιωπά, να απολογείται και να υποκύπτει στις απαιτήσεις μιας μειοψηφίας που δεν αναζητά την ανοχή, αλλά την απόλυτη ιδεολογική κυριαρχία και τον εξαναγκασμό της κοινωνίας σε μια υποχρεωτική αποδοχή προτύπων που έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τη βιολογική και πνευματική πραγματικότητα του λαού μας. Η Λύρα, με το βίντεό της, δεν κάνει τίποτα λιγότερο από το να ψηλαφίζει τη φλέβα της κοινωνικής δυσφορίας, αποκαλύπτοντας ότι η επιβολή αυτού του «νέου ήθους» δεν είναι παρά μια επιχείρηση κοινωνικής μηχανικής που στοχεύει στον πλήρη ευτελισμό της παραδοσιακής οικογένειας, η οποία αποτελεί το μοναδικό ανάχωμα απέναντι στην πλήρη κατάρρευση των ηθικών αναστολών και την επικράτηση ενός ηδονιστικού μηδενισμού που προωθείται μεθοδικά από τα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Στο πλαίσιο των όσων παρακολουθήσαμε στο Rethymno Pride, καθίσταται πλέον σαφές ότι η στρατηγική που ακολουθείται δεν αφορά την κατοχύρωση δικαιωμάτων, αλλά τη σταδιακή και μεθοδική διάβρωση της κοινωνικής συνοχής, καθώς η προβολή συμπεριφορών που προσβάλλουν το δημόσιο αίσθημα και αμφισβητούν τα όρια της δημόσιας ευπρέπειας, παρουσιάζεται ως «πρόοδος» ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια απροκάλυπτη επίθεση κατά της φυσικής οικογένειας και της θρησκευτικής μας ταυτότητας.
Είναι αδιανόητο να απαιτείται από την κοινωνία να αναγνωρίσει ως «κανονικότητα» πρακτικές και πρότυπα που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη φυσική αναπαραγωγή και τη συνέχεια του γένους, και είναι εξίσου προκλητικό το γεγονός ότι κάθε αντίδραση σε αυτή την επέλαση βαφτίζεται «μισαλλοδοξία» ή «ρητορική μίσους», τη στιγμή που οι ίδιοι οι υποστηρικτές αυτού του κινήματος επιδίδονται σε έναν λυσσαλέο εκφοβισμό όποιου τολμά να υπερασπιστεί τη φυσιολογική τάξη και τα διαχρονικά πρότυπα της πατρίδας μας. Η Γεωργία Λύρα, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα ωμή και άμεση, κατόρθωσε να σπάσει το φράγμα της πολιτικής ορθότητας, αναδεικνύοντας ότι η ανοχή που επιδείξαμε ως λαός μεταφράστηκε από το κίνημα αυτό ως αδυναμία, επιτρέποντάς τους να διεκδικούν πλέον όχι μόνο την ισονομία, αλλά την πλήρη επιβολή του τρόπου ζωής τους ως το μόνο αποδεκτό πρότυπο, περιθωριοποιώντας όσους επιμένουν να πιστεύουν στις αξίες του παρελθόντος.
Πρέπει να κατανοήσουμε με όρους απόλυτης σαφήνειας ότι η αποδοχή της LGBTQ ατζέντας δεν αποτελεί μια μεμονωμένη επιλογή, αλλά μια παραίτηση από το δικαίωμα της αυτοσυντήρησης μιας κοινωνίας που βλέπει τα παιδιά της να εκτίθενται σε μια προπαγάνδα που αμφισβητεί ακόμα και τις πιο βασικές βιολογικές παραμέτρους της ύπαρξης.
Το βίντεο της Λύρα αποτελεί το πικρό φάρμακο που χρειάζεται η κοινωνία μας για να συνέλθει από τον λήθαργο στον οποίο την έχουν οδηγήσει τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία επιμένουν να εξωραΐζουν μια πραγματικότητα που είναι εγγενώς αντιπαραγωγική, επικίνδυνη για την ψυχοσύνθεση των νέων και καταστροφική για την ιστορική συνέχεια του έθνους μας. Η Λύρα, αποκαλώντας τα πράγματα με το όνομά τους, υπενθύμισε σε όλους μας ότι η υποχώρηση μπροστά στην επιθετικότητα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας δεν φέρνει την ειρήνη, αλλά την περαιτέρω υποχώρηση των δικών μας δικαιωμάτων, των δικών μας αξιών και του δικού μας δικαιώματος να διαμορφώνουμε το μέλλον των παιδιών μας σύμφωνα με τις αρχές που διασφάλισαν την επιβίωσή μας μέσα στους αιώνες.
Τέλος, το γεγονός ότι εκατομμύρια άνθρωποι συντάσσονται με τη φωνή της Λύρα αποδεικνύει ότι το «δικαιωματικό» αυτό οικοδόμημα βρίσκεται σε κρίση και ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού, παρά τις πιέσεις που ασκούνται από το ψηφιακό και πολιτικό κατεστημένο, παραμένει προσκολλημένη στη λογική της φύσης και στις αρχές της χριστιανικής ηθικής, οι οποίες δεν μπορούν να υποταχθούν στις επιθυμίες και τις ιδιοτροπίες όσων επιδιώκουν την αποδόμηση της κοινωνίας. Η Γεωργία δεν πρέπει να αφεθεί μόνη της απέναντι στο λιντσάρισμα που δέχεται, διότι ο αγώνας που δίνει είναι ο αγώνας του καθενός που αντιλαμβάνεται ότι αν επιτρέψουμε την πλήρη επικράτηση αυτών των προτύπων, τότε το μέλλον αυτού του τόπου θα είναι μια ατέρμονη σειρά από επιβολές, διαστρεβλώσεις και υποχωρήσεις που τελικά θα οδηγήσουν στην ολοκληρωτική απώλεια της ταυτότητάς μας, στην ακύρωση της φυσιολογίας και στην τελική παράδοση της κοινωνίας μας σε δυνάμεις που το μόνο που επιδιώκουν είναι η διάλυση των πάντων στον βωμό της δικής τους ιδεολογικής επικράτησης.
Η ώρα για μια ξεκάθαρη στάση απέναντι σε αυτή την επέλαση είναι τώρα, και η φωνή της Γεωργίας Λύρα είναι το έναυσμα για να ξεκινήσει επιτέλους η αντεπίθεση της κοινής λογικής, της ηθικής τάξης και της υπεράσπισης της οικογένειας που τόσο βάναυσα προσβάλλεται από εκείνους που νομίζουν ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, παραγνωρίζοντας τους νόμους της φύσης και την ιστορική εμπειρία των λαών.
Η ανακοίνωση της Επιτροπής Ισότητας Φύλων και Καταπολέμησης Διακρίσεων του Πανεπιστημίου Κρήτης δεν είναι απλώς μια γραφειοκρατική επιστολή· είναι το απόλυτο μνημείο θεσμικής αλητείας και ο πιο ξεκάθαρος ορισμός του ακαδημαϊκού φασισμού που έχει δει ποτέ αυτός ο τόπος. Ένα Ίδρυμα που υποτίθεται ότι οφείλει να εκπαιδεύει ελεύθερους ανθρώπους, μετατράπηκε εν μια νυκτί σε ένα καθεστωτικό όργανο που θυμίζει τα πιο σκοτεινά ολοκληρωτικά καθεστώτα, επιβάλλοντας με το «έτσι θέλω» μια ιδεολογική πανούκλα που διαβρώνει τα πάντα. Η Επιτροπή αυτή, κρυμμένη πίσω από την ανασφάλεια και την αριστερίστικη ιδεοληψία της, δεν «προστατεύει» καμία ισότητα· λειτουργεί ως ένα ιερατείο λογοκριτών που έχει βάλει σκοπό να φιμώσει, να εξοντώσει και να διαπομπεύσει όποιον φοιτητή τολμά να έχει το θράσος να διαθέτει δική του σκέψη που δεν είναι ευνουχισμένη από τα δόγματα της «συμπερίληψης». Χρησιμοποιώντας όρους-σκουπίδια όπως «ρητορική μίσους» και «στοχοποίηση» —όρους που οι ίδιοι έχουν εφεύρει για να φιμώνουν την αλήθεια—, επιχειρούν να ποινικοποιήσουν τη λογική και να μετατρέψουν την πανεπιστημιακή κοινότητα σε ένα στρατόπεδο ιδεολογικής επανεκπαίδευσης όπου ο μόνος δρόμος για την επιβίωση είναι η πλήρης, δουλοπρεπής υποταγή στην ατζέντα τους.
Είναι πραγματικά εξοργιστικό, είναι προκλητικό, είναι εμετικό να βλέπεις ανθρώπους με πανεπιστημιακούς τίτλους να υπογράφουν τέτοια κείμενα ντροπής, ξεπουλώντας τον ρόλο του Πανεπιστημίου ως λίκνου της αλήθειας για να γίνουν οι χωροφύλακες της ηθικής επιβολής.
Όταν αυτές οι σκιές που υπογράφουν την ανακοίνωση ισχυρίζονται ότι ο σεβασμός και η «συμπερίληψη» δεν είναι «διαπραγματεύσιμες αξίες», στην ουσία μάς ξεκαθαρίζουν ότι για εκείνους η ελευθερία του λόγου είναι μια λέξη κενή περιεχομένου, υποταγμένη ολοκληρωτικά στα δικά τους άρρωστα, ιδεολογικά κατασκευάσματα.
Δεν προασπίζονται την αξιοπρέπεια κανενός, ούτε καν των ανθρώπων που ισχυρίζονται ότι προστατεύουν· το μόνο που κάνουν είναι να εξαπολύουν ένα κυνήγι μαγισσών ενάντια σε κάθε φοιτητή που αρνείται να προσκυνήσει το είδωλο της νέας ηθικής τους τάξης.
Η ανακοίνωση αυτή είναι μια κατάπτυστη πράξη βίας, ένα θεσμικό χαστούκι στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου που πιστεύει στη δημοκρατία, και οφείλουμε να τους φτύσουμε κατάμουτρα για τον θεσμικό εκφοβισμό που επιχειρούν.
Η αναφορά τους στην «ευθύνη των δημόσιων τοποθετήσεων» δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια απροκάλυπτη, μαφιόζικη απειλή, ένας ξεκάθαρος εκβιασμός προς κάθε αυτόνομο άτομο που σκέφτεται έξω από το κουτί της δικής τους πνευματικής παρακμής.
Ποιοι είναι αυτοί, τέλος πάντων, που θα κρίνουν αν οι απόψεις μας είναι «συμβατές» με το Ίδρυμα; Από πού κι ως πού μετατρέπεται το Πανεπιστήμιο Κρήτης σε φυλακή σκέψης; Αυτή η ανακοίνωση είναι ένα σκουπίδι, μια ντροπή για την ιστορία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, και μια πράξη καθαρής αυθαιρεσίας που δείχνει ακριβώς πόσο φοβούνται τον αντίλογο.
Δεν θα δεχτούμε να φιλτράρονται οι απόψεις μας μέσα από το πρίσμα της δικής τους ιδεολογικής βρωμιάς. Το Πανεπιστήμιο Κρήτης, με αυτή την ανακοίνωση, έριξε το προσωπείο του και απέδειξε ότι δεν είναι χώρος μάθησης, αλλά ένας μηχανισμός επιβολής που πρέπει να ξεριζωθεί από κάθε ίχνος ελεύθερου πνεύματος.
Καταδικάζουμε με τον πιο ακραίο και απόλυτο τρόπο αυτή τη θεσμική αυθαιρεσία: η ελευθερία του λόγου δεν ζητά άδεια από καμία «Επιτροπή Ισότητας» και η αλήθεια, όσο κι αν προσπαθούν να τη θάψουν, θα τους ξεμπροστιάσει όλους, έναν προς έναν.
Είναι πλέον οφθαλμοφανές ότι αυτό που παρακολουθήσαμε στο Ρέθυμνο δεν συνιστά σε καμία περίπτωση την άσκηση ενός δημοκρατικού δικαιώματος, αλλά την απροκάλυπτη και βάναυση εκδήλωση μιας ιδεολογικής επιθετικότητας που έχει ξεπεράσει κάθε όριο λογικής, ηθικής και κοινωνικής ευπρέπειας, αγγίζοντας τα όρια της ποινικής απαξίας.
Όταν μια ομάδα ανθρώπων, χρησιμοποιώντας ως δούρειο ίππο τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, επιλέγει να μετατρέψει τον δημόσιο χώρο σε ένα πεδίο βεβήλωσης, εξαπολύοντας χυδαία, προκλητικά και εμετικά συνθήματα κατά της Ορθόδοξης πίστης και των ιερών συμβόλων του έθνους μας, τότε έχουμε να κάνουμε με μια πράξη που δεν χρήζει «κατανόησης» ή «διαλόγου», αλλά της πιο αυστηρής, κοινωνικής και νομικής απομόνωσης.
Και για να καταστεί απόλυτα σαφές στον κάθε δύσπιστο, στον κάθε αφελή και στον κάθε ηθικά τυφλωμένο πολίτη το μέγεθος του νοσηρού, απόλυτα διεστραμμένου και κτηνώδους μίσους που ξεδιπλώθηκε απροκάλυπτα, οφείλουμε να αναλύσουμε με μαθηματική ακρίβεια την ηθική σήψη, τον πνευματικό εκφυλισμό και την εθνική κατάπτωση που εκφράζει το εμετικό, προδοτικό και εξοργιστικό σύνθημα: «να πεθάνει η Ελλάδα και η οικογένεια για να ζήσουν αυτοί». Η κραυγή αυτή δεν είναι μια απλή πολιτική διαμαρτυρία, αλλά η συμπυκνωμένη, δηλητηριώδης ομολογία ενός μηδενιστικού, παθολογικού και απόλυτα σκοταδιστικού μίσους, το οποίο αντιλαμβάνεται την ίδια την ύπαρξη της Πατρίδας μας —αυτής της αρχέγονης, διαχρονικής και ιερής κοιτίδας του πολιτισμού, της γλώσσας, της πίστης και των αιματοβαμμένων παραδόσεών μας— ως το απόλυτο, ενοχλητικό και «καταραμένο» εμπόδιο στην επιβολή της απάνθρωπης, παρασιτικής, ψυχοπαθούς και καρκινωματώδους ατζέντας τους.
Είναι η κατάπτυστη, βδελυρή και προδοτική παραδοχή ότι για να ευδοκιμήσει ο δικός τους ολοκληρωτικός, πνευματικά αποσυντεθειμένος, αντεθνικός και σάπιος ιδεολογικός εφιάλτης, πρέπει πρώτα να ξεριζωθεί το φως του Ελληνισμού, να δολοφονηθεί η μνήμη των προγόνων μας και να αποσαθρωθεί βίαια το θεμελιώδες, φυσικό, βιολογικό και ιερό κύτταρο της κοινωνίας, που δεν είναι άλλο από την παραδοσιακή οικογένεια — το μοναδικό οχυρό που τους εμποδίζει να επιβάλλουν τον πλήρη ψυχικό και ηθικό τους όλεθρο.
Δεν ζητούν, λοιπόν, ισονομία, ούτε διεκδικούν τα περιβόητα «δικαιώματα» που υποκριτικά, δόλια, κυνικά και υποχθόνια επικαλούνται για να παραπλανήσουν τη δημόσια γνώμη και να καλύψουν τη δυσωδία τους· αυτό που απαιτούν με μανία, εμπάθεια και αλαζονεία παρανοϊκού είναι ο οριστικός, ολοκληρωτικός και βίαιος αφανισμός του Έθνους μας, ο θάνατος των ηθικών μας αξιών και η πλήρης εξόντωση κάθε έννοιας που συνδέει τον άνθρωπο με τη φύση, τη λογική, το Θεό και την πνευματική του ταυτότητα.
Όταν κάποιος ξεπεσμένος, αχάριστος και ψυχικά ακρωτηριασμένος θιασώτης της αποδόμησης διακηρύσσει ότι η πατρίδα του πρέπει να πεθάνει για να επιβιώσει ο ίδιος, αυτοκαταδικάζεται ως εσωτερικός εχθρός, ως μίασμα της κοινωνικής μας υγείας και ως σκουλήκι που ροκανίζει τα θεμέλια του κράτους, αποκαλύπτοντας ότι η ατζέντα του είναι εγγενώς, βιολογικά και υπαρξιακά ασύμβατη με την ύπαρξη του Ελληνικού κράτους.
Είναι μια δήλωση που ξεπερνά κάθε νοητό όριο κοινωνικού διαλόγου, κάθε όριο ανθρώπινης ευπρέπειας και εισέρχεται ολοταχώς στη σφαίρα της καθαρής, ωμής, προδοτικής, ανθελληνικής και κτηνώδους εχθρότητας που μόνο ένας εχθρός της ανθρωπότητας θα μπορούσε να διανοηθεί.
Πώς τολμούν, άραγε, αυτοί οι ηθικοί νάνοι, οι διανοητικά ανάπηροι και οι κοινωνικοί αποσυνάγωγοι να ζητούν τον σεβασμό ενός Έθνους, του οποίου τον θάνατο διακηρύσσουν με τέτοιο θράσος, με τέτοια χυδαιότητα και με τέτοια ιδεολογική τύφλωση καρκινικού όγκου; Η Ελλάδα δεν είναι ένα «ξενοδοχείο» χωρίς ιδιοκτήτη, στο οποίο μπορεί ο κάθε ανισόρροπος, παρείσακτος και μισάνθρωπος εισβολέας να εισβάλλει για να το ισοπεδώσει, να το διαλύσει και να το καταστήσει έρμαιο στις διαστρεβλωμένες, αρρωστημένες και αποτρόπαιες ορέξεις μιας παρακμιακής, διεφθαρμένης και ψυχοπαθούς μειοψηφίας που μισεί το αίμα, το χώμα και την ιστορία που τους φιλοξενεί και τους επιτρέπει να αναπνέουν. Η Ελλάδα δεν πεθαίνει για να ζήσει κανένας ακτιβιστής του μηδενισμού, της ηθικής αποσύνθεσης και του πνευματικού θανάτου. Η Ελλάδα είναι μια ζωντανή, αιώνια οντότητα, ποτισμένη με αίμα και ιστορία, και η όποια απόπειρα των αυτοκαταστροφικών, μηδενιστών και διεστραμμένων να την εξαφανίσουν για να «ζήσουν αυτοί» πάνω στα συντρίμμια της, θα προσκρούσει στον ατσάλινο, ανυποχώρητο και οργισμένο τοίχο της εθνικής μας συνείδησης, η οποία δεν πρόκειται να παραδώσει το μέλλον των παιδιών μας στους θιασώτες του απόλυτου ηθικού, πνευματικού και πολιτισμικού εκφυλισμού, οι οποίοι δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια συμμορία ηθικών κανιβάλων που σύντομα θα αντιμετωπίσει την οριστική, ιστορική και ολοκληρωτική απόρριψη από το σώμα του Έθνους που προσπάθησαν να δηλητηριάσουν.
Είναι βαθιά προσβλητικό, είναι μια κατάφωρη παραβίαση του δημοσίου αισθήματος και μια πράξη καθαρής ύβρεως κατά της ιστορικής συνέχειας αυτού του τόπου, το να απαιτούν αυτοί οι κύριοι και οι κυρίες τον σεβασμό της κοινωνίας, τη στιγμή που οι ίδιοι επιδίδονται σε έναν λυσσαλέο, οργανωμένο χλευασμό των αξιών που συγκροτούν την ίδια την ταυτότητα του Έλληνα, μετατρέποντας μια πορεία που θα έπρεπε να αφορά την «υπερηφάνεια» σε μια πορεία απόλυτης ηθικής κατάπτωσης και περιφρόνησης προς την Πατρίδα που τους επιτρέπει να αναπνέουν ελεύθερα.
Δεν υπάρχει καμία νομική ή ηθική δικαιολογία που να καλύπτει την πρόθεση της δημόσιας εξύβρισης των θρησκευτικών συμβόλων και της αμφισβήτησης της εθνικής μας υπόστασης στο όνομα της δήθεν "διαφορετικότητας", διότι η ελευθερία του ατόμου οριοθετείται υποχρεωτικά από το δικαίωμα της συλλογικότητας να μην βεβηλώνονται τα ιερά της και να μην υβρίζεται η ιστορική της μνήμη.
Εκείνοι που επέλεξαν να στοχοποιήσουν τη θρησκεία μας —αυτόν τον ακρογωνιαίο λίθο της πνευματικής μας επιβίωσης μέσα στους αιώνες— και να φτύσουν στα μούτρα κάθε Έλληνα που σέβεται την ιστορία του, δεν είναι "θύματα κοινωνικού ρατσισμού", αλλά οι θύτες μιας νέας μορφής ολοκληρωτισμού που επιχειρεί να επιβάλει τον μηδενισμό ως κυρίαρχη αλήθεια.
Είναι ηλίου φαεινότερο ότι ολόκληρο το οικοδόμημα του λεγόμενου "δικαιωματισμού" έχει διαβρωθεί από ένα τοξικό μείγμα μίσους και αλαζονείας, το οποίο, μη έχοντας τίποτα δημιουργικό να προσφέρει στην κοινωνία, καταφεύγει στον ευτελισμό των πάντων για να επιβεβαιώσει την ιδεολογική του ισχύ, προσβάλλοντας βάναυσα το θρησκευτικό αίσθημα και την εθνική συνείδηση ενός λαού που, αν και υπομονετικός, δεν είναι διατεθειμένος να αποδεχτεί την οριστική αποσύνθεση των ηθικών του θεμελίων στο βωμό των δικών τους ιδεοληψιών.
Ας γίνει λοιπόν σαφές προς πάσα κατεύθυνση ότι η εποχή της απάθειας και της παθητικής υποδοχής τέτοιων προκλήσεων έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, διότι ο λαός μας δεν είναι διατεθειμένος να ανεχθεί άλλο τη δημόσια διαπόμπευση των συμβόλων του από εκείνους που έχουν το θράσος να ζητούν ισονομία, ενώ οι ίδιοι λειτουργούν ως εχθροί της κοινωνικής ειρήνης και της εθνικής ενότητας.
Η πράξη της εξύβρισης της Πατρίδας και της Θρησκείας κατά τη διάρκεια αυτού του συμβάντος δεν είναι απλώς μια "στιγμιαία ένταση", είναι μια δήλωση πολέμου κατά της φυσιολογίας της κοινωνίας μας, μια πράξη που υποδηλώνει μια αρρωστημένη ανάγκη των συμμετεχόντων να προκαλέσουν πόνο και οργή σε όσους παραμένουν πιστοί στις αξίες των προγόνων μας, και για τον λόγο αυτό η κοινωνική κατακραυγή που έπεται δεν είναι μόνο δικαιολογημένη, αλλά επιβεβλημένη.
Όποιος θεωρεί ότι μπορεί να βεβηλώνει τα ιερά μας χωρίς να αντιμετωπίζει το οργισμένο βλέμμα μιας κοινωνίας που ξυπνά και συνειδητοποιεί τον κίνδυνο της πνευματικής της εξόντωσης, είναι βαθιά νυχτωμένος και θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να υποστεί όλες τις συνέπειες μιας απόλυτης, συντριπτικής και οριστικής απόρριψης από το υγιές κομμάτι του έθνους, το οποίο αρνείται να δεχτεί τον ευτελισμό της ζωής και της ιστορίας του από εκείνους που έχουν χάσει κάθε επαφή με την έννοια της αξιοπρέπειας και του σεβασμού.
Συνοψίζοντας την όλη υπόθεση, γίνεται πλέον ξεκάθαρο ότι το περιστατικό του Rethymno Pride δεν ήταν μια μεμονωμένη εκδήλωση «υπερηφάνειας», αλλά το αποκορύφωμα μιας μεθοδευμένης προσπάθειας επιβολής μιας μηδενιστικής ατζέντας που στοχεύει στον ριζικό αποχριστιανισμό και στην αποδόμηση της εθνικής μας ταυτότητας.
Η στάση της Γεωργίας Λύρα λειτούργησε ως καταλύτης, φέρνοντας στην επιφάνεια το βαθύ ρήγμα που χωρίζει την υγιή κοινωνία από τους φορείς ενός «δικαιωματισμού» που, ενώ διεκδικεί την ανοχή, επιδίδεται στην πιο χυδαία βεβήλωση των ιερών και των οσίων ενός ολόκληρου λαού.
Η απροκάλυπτη επίθεση κατά της Θρησκείας και της Πατρίδας δεν αποτελεί άσκηση δικαιώματος, αλλά πράξη εθνικής και πνευματικής ύβρεως που δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη.
Παράλληλα, η θεσμική στάση του Πανεπιστημίου Κρήτης, μέσω της Επιτροπής Ισότητας, αποκαλύπτει τον κίνδυνο του σύγχρονου ολοκληρωτισμού: μια ακαδημαϊκή διοίκηση που αντί να υπερασπίζεται την ελεύθερη σκέψη, μετατρέπεται σε λογοκριτή και χωροφύλακα των απόψεων των φοιτητών της.
Αυτό το «συνονθύλευμα» αλαζονείας, ιδεολογικού εκφοβισμού και βεβήλωσης, καθιστά σαφές ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε κατάσταση άμεσης ανάγκης για πνευματική αυτοάμυνα.
Το τελικό συμπέρασμα είναι αμείλικτο: Η ανοχή απέναντι σε όσους περιφρονούν τη φύση, την ιστορία και την πίστη μας έχει φτάσει στο τέλος της. Η Γεωργία Λύρα δεν είναι η αιτία του διχασμού· είναι το καθρέφτισμα μιας κοινωνίας που αρνείται να εξαφανιστεί κάτω από το βάρος της πολιτικής και του άθλιου Νόμου 5089 του 2024, ο οποίος επιβλήθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση, αποτελώντας το θεσμικό «πράσινο φως» για την αποδόμηση της παραδοσιακής οικογένειας και την επιβολή προτύπων που ξένα προς το DNA του λαού μας.
Δεν πρόκειται απλώς για μια νομοθετική ρύθμιση, αλλά για μια συνειδητή επιλογή του πολιτικού κατεστημένου να θυσιάσει τις αρχές της κοινωνικής συνοχής στον βωμό των απαιτήσεων μιας ιδεολογικής μειοψηφίας.
Η ψήφιση αυτού του νόμου απέδειξε ότι η απειλή δεν έρχεται μόνο από τους δρόμους, αλλά και από εκείνους που, έχοντας την εντολή να προστατεύουν το έθνος, επέλεξαν να το παραδώσουν στην ιδεολογική αλλοίωση.
Η μάχη για την ταυτότητά μας, για την προστασία της οικογένειας και για το δικαίωμα να ζούμε σύμφωνα με τις αρχές που μας διαμόρφωσαν, είναι ο μόνος δρόμος.
Η εποχή της παθητικής υποδοχής έληξε.
Από εδώ και στο εξής, ο λόγος μας θα είναι πιο σκληρός, η στάση μας πιο απόλυτη και η αντεπίθεση της κοινής λογικής πιο αποφασιστική από ποτέ.
Δεν υποχωρούμε.
Δεν φοβόμαστε.
Δεν συζητάμε πλέον με εκείνους που θέλουν να μας αφανίσουν.
Το μέλλον αυτού του τόπου ανήκει σε αυτούς που έχουν το σθένος να υπερασπιστούν την αλήθεια, όσο κι αν αυτή ενοχλεί τους λίγους ή όσους που νομίζουν ότι μπορούν να αλλάξουν την πραγματικότητα με το «έτσι θέλω». Ως εδώ και μην παρέκει με αυτήν την ανήθικη, προσβλητική αηδιαστική παρακμή που σαν τον σκόρο και σαν το σαράκι τρώει την Ελλάδα διαιρώντας και αφήνοντάς την σε μικρά κομμάτια! Καταληκτικά, όλα έχουν ένα όριο και αυτό το όριο πρέπει να τώρα, γιατί όσο δεν μπαίνει θα πηγαίνουμε όλο προς το χειρότερο και πόσο μάλλον αν δεν μπει ποτέ! Τέρμα! Δεν θα τους το επιτρέψουμε! Σας ευχαριστώ! Υγ: Το κείμενο αναρτάται λόγω ρυθμίσεων του Facebook που δεν μου επιτρέπουν την ανάρτηση της καταγραφής. Υγ: Ευχαριστώ την Άρια Κοπιδάκη για την ανταπόκριση στην αναφορά της δημοσίευσης!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους