Ένα πιάνο στο μετρό του Συντάγματος, για να κάθεται και να παίζει ελεύθερα όποιος το επιθυμεί• μια πραγματικά αξιέπαινη -έστω και δανεική από το εξωτερικό- πρωτοβουλία. Ένας τροφοδιανομέας δεν έχασε...
Ένα πιάνο στο μετρό του Συντάγματος, για να κάθεται και να παίζει ελεύθερα όποιος το επιθυμεί• μια πραγματικά αξιέπαινη -έστω και δανεική από το εξωτερικό- πρωτοβουλία.
Ένας τροφοδιανομέας δεν έχασε την ευκαιρία.
Έπαιξε το «Έρωτας Αρχάγγελος» του Δημήτρη Μητροπάνου, ένα συγκλονιστικό και αγαπημένο κομμάτι, και το έπαιξε μάλιστα εξαιρετικά (παρέθεσα το σχετικό βίντεο σε σχόλιο, δείτε το, αξίζει). «Κι ο χορός του κόσμου ραγίζει τους αρμούς», λένε οι στίχοι του.
Ίσως και τους συρμούς... Το ρολόι γράφει περασμένα μεσάνυχτα.
Τούτη την ώρα όλα επιτρέπονται, πόσο μάλλον να κλείνεις τα μάτια και να φαντάζεσαι, να ονειρεύεσαι, να αναπολείς. ... Μετρό Συντάγματος, μια καθημερινή λίγο πριν από το κλείσιμο του σταθμού, κάπου στις αργάμισι.
Ελάχιστοι επιβάτες αποβιβάζονται, οι καθαρίστριες μαζεύουν τα τελευταία σκουπίδια, οι υπεύθυνοι οδεύουν προς αναχώρηση, οι φωνές αραιώνουν, ησυχία απλώνεται.
Στη μουσική, η κατάσταση αυτή ονομάζεται decrescendo.
Ο σταθμός είναι πλέον άδειος, έτοιμος να ξεκουραστεί από το αδιάκοπο πήγαιν' έλα ανθρώπινων ψυχών, μέχρι να αναλάβει ξανά δράση τις πρώτες πρωινές ώρες.
Τα φώτα κλείνουν κι αυτά.
Απόλυτη σιγή.
Βρίσκομαι εκεί, με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, έχοντας θέα το πιάνο.
Σαν κάτι να περιμένει, σαν κάποιον να αποζητά να χαϊδέψει τα πλήκτρα του και να το γητέψει.
Ξαφνικά, ένας προβολέας ανάβει.
Βήματα ακούγονται από τα σκαλιά.
Η σιλουέτα ενός σχετικά μικροκαμωμένου κυρίου, μαυροντυμένου, με γυαλιά και γκρίζο μούσι, εμφανίζεται να έρχεται από την αποβάθρα.
Γνώριμη φιγούρα, πολύ γνώριμη.
Με έχει συνοδεύσει αρκετά βράδια στον ύπνο μου, έχει ακούσει τον πόνο, τις φοβίες, τα παράπονά μου, και τα έχει ανακουφίσει με τα μαγικά του χέρια.
Θάνο, κάθισε, σε παρακαλώ.
Ξέρεις καλά τι πρέπει να παίξεις, η φαντασία μου σε προσκάλεσε εδώ άλλωστε.
Εσύ κι εγώ, μόνοι μας, όπως τόσες και τόσες φορές.
Παίξε, φίλε μου, παίξε... Ο προβολέας σταθεροποιήθηκε στο πιάνο, όπου μόλις κάθισε ο Θάνος.
Καπνός καλύπτει ελαφρά το κεφάλι του.
Η πρώτη νότα, βάλσαμο και μαχαιριά μαζί.
Η δεύτερη, η τρίτη... Τι κάνει, αλήθεια, το πιάνο τόσο ξεχωριστό; Ποιος θεός το εφηύρε, ποιανού το δώρο είναι στην ανθρωπότητα; Και πώς γίνεται κάθε φορά που τα σφυράκια του χτυπάνε τις χορδές του, να σου βγαίνουν αβίαστα δάκρυα, δίχως απαραίτητα να γνωρίζεις τι να πενθήσεις ή από τι να λυτρωθείς; Λυγίζω και κάθομαι στο κρύο δάπεδο, η μουσική είναι ήδη αρκετά καθηλωτική για να στέκεται κάποιος όρθιος.
Τεσσεράμισι λεπτά εναλλαγής των ακόρντων. Ρε Μινόρε, Ντο Ματζόρε... Τεσσεράμισι λεπτά που η μουσική σού λέει όσα κανένας στίχος δεν μπορεί να σου πει.
Ή σχεδόν κανένας. «Εφτά.
Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις». Έχουμε ακόμα άλλα έξι λεπτά ελεγείας• τόσο διαρκεί το κυρίως θέμα των Επτά Νάνων στο s/s Cyrenia, στην καλύτερη version τους.
Έξι λεπτά, με κίνδυνο όμως να μας πιάσει κανένας ελεγκτής που ξέμεινε στις αποβάθρες και να μας κόψει πρόστιμο επειδή δεν υπάρχει εισιτήριο στην τσέπη μας. Αλλά ξέχασα... Στη φαντασία μας δεν υπάρχουν ελεγκτές. Και αν υπήρχαν εισιτήρια, θα ήταν απεριορίστων διαδρομών.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους