Η Τασούλα είχε πλέον χαλαρώσει απο τις πάπιες και την κακιασμενη γρια του Πεδίου! Την είδα να γυρνάει στο πεζοδρόμιο και την φώναξα! Με είδε: Ωχχχ τι θέλει αυτός? Δεν κάθομαι σε αυτο το μαγαζί 😤 Την...
Η Τασούλα είχε πλέον χαλαρώσει απο τις πάπιες και την κακιασμενη γρια του Πεδίου! Την είδα να γυρνάει στο πεζοδρόμιο και την φώναξα! Με είδε: Ωχχχ τι θέλει αυτός? Δεν κάθομαι σε αυτο το μαγαζί 😤 Την κανακεψα σαν μοναχοκορη και έκατσε! Παραγγείλε μια μπύρα! Η μπίρα χωρίς αλκοόλ είχε κατέβει σχεδόν όλη, τα πατατάκια είχαν μείνει κάτι ψίχουλα στον πάτο του μπολ και μου εξηγούσε για δέκατη φορά πώς όλη της τη ζωή οι άνθρωποι την παρεξηγούσαν. — Με βλέπουν σοβαρή και νομίζουν ότι είμαι σνομπ. — Ε, λίγο βοηθάς κι εσύ, της λέω.
Μπαίνεις μέσα σαν εισαγγελέας που ήρθε να σφραγίσει την επιχείρηση.
Έβαλε τα γέλια. — Χοχοχοχο! Εκείνη τη στιγμή μου λέει: — Θέλω να πάω για τσίς μου.
Της δίνω το κλειδάκι. — Λοιπόν, θα ανέβεις τη σκάλα, ευθεία μπροστά σου η πόρτα.
Η δική μου.
Όχι η διπλανή.
Η δική μου. — Κατάλαβα, μου λέει.
Δεν είχε καταλάβει τίποτα.
Ανεβαίνει πάνω.
Περνάνε τριάντα δευτερόλεπτα.
Ένα λεπτό.
Ξαφνικά ακούω από πάνω: — ΧΟΥ! Σιωπή.
Μετά: — ΑΑΑΑΑ! Συγγνώμη! Χτυπάει το τηλέφωνό μου.
Η ανιψιά μου. — Θείε, φύγε αμέσως πάνω.
Δεν μπήκε στη δική μας πόρτα.
Μπήκε στου γείτονα.
Ανεβαίνω τρέχοντας. Η Τασούλα είχε ανοίξει την πόρτα του διπλανού και είχε πετύχει τον άνθρωπο με το σορτσάκι του να κάθεται αμέριμνος.
Εκείνος την κοιτούσε.
Εκείνη τον κοιτούσε.
Και για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν ήξερε ποιος είχε τρομάξει περισσότερο. — Εδώ είναι η τουαλέτα του Παυλή; τον ρωτάει. — Όχι, κυρία μου... δίπλα είναι. — Α, εντάξει.
Σαν να είχε ρωτήσει πού είναι το ταχυδρομείο.
Την οδηγώ στη σωστή πόρτα.
Κατεβαίνει μετά από λίγο κατακόκκινη.
Κάθεται στην καρέκλα.
Πίνει μια μεγάλη γουλιά από τη μπίρα της.
Σιωπή. — Τον είδα και αναστατώθηκα, μου λέει.
Εγώ κρατιόμουν να μη γελάσω. — Ε, τυχερή είσαι. — Γιατί; — Άλλοι πληρώνουν για τέτοια έκπληξη.
Εσύ την πέτυχες δωρεάν. Η Τασούλα με κοίταξε αυστηρά για μισό δευτερόλεπτο.
Και μετά έσκασε εκείνο το γέλιο. — Χοχοχοχοχο! Και κάπου εκεί κατάλαβα κάτι.
Ότι η φοβερή και τρομερή Τασούλα η Αμίλητη, που στο νησί την είχαν για δράκαινα, κατά βάθος ήταν απλώς ένας άνθρωπος που κουβαλούσε πολλά χρόνια μοναξιάς και ντρεπόταν περισσότερο απ' όσο άφηνε να φανεί.
Βέβαια, αυτό το συμπέρασμα κράτησε μέχρι την επόμενη μέρα.
Γιατί μόλις με είδε στον δρόμο, με κοίταξε πάλι από πάνω μέχρι κάτω με εκείνο το βλέμμα της εφορίας. Και ξαναέγινε η Τασούλα η γνωστή που αναστατώθηκε τοσο γλυκα την προηγούμενη νύχτα. #pavlis_kypraios
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους