[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Την πρώτη μέρα του Ιουνίου του 1998 δεν εξαφανίστηκε ένας καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εξαφανίστηκε ένα επιχείρημα. Και από τότε οι νεοέλληνες, που αγαπούν περισσότερο τα μνημόσυνα από τη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Την πρώτη μέρα του Ιουνίου του 1998 δεν εξαφανίστηκε ένας καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εξαφανίστηκε ένα επιχείρημα.

Και από τότε οι νεοέλληνες, που αγαπούν περισσότερο τα μνημόσυνα από τη γνώση και τις λιτανείες από τη μέθοδο, άρχισαν να ψάχνουν τον Λιαντίνη εκεί όπου δεν ήταν: στα σημάδια, στους γρίφους, στις ημερομηνίες, στις φήμες, στις αριθμολογίες, στα παραμιλητά της αγοράς, στις μεταφυσικές χαραμάδες.

Δεν άντεξαν να τον ψάξουν εκεί όπου ήταν: μέσα στο κείμενο, μέσα στη σύνταξη της σκέψης του, μέσα στην αδυσώπητη απαίτηση να ζήσει κανείς χωρίς τα ψεύδη που τον νανουρίζουν. Ο Ταΰγετος έγινε τόπος μυστηρίου, επειδή δεν μπόρεσε να γίνει τόπος παιδείας.

Και το λείψανο του δασκάλου, αντί να τους οδηγήσει στη σκληρή γεωμετρία του βίου, τους έδωσε άλλη μια ευκαιρία για να γυρίσουν στα ίδια: στο θαύμα, στη φήμη, στο στόμα του γείτονα, στο καφενείο, στον ψευδοχρησμό. Ο Λιαντίνης μετά τον θάνατό του δεν έγινε απλώς συγγραφέας.

Έγινε το πρόσχημα μιας χώρας να συνεχίσει να μη διαβάζει.

Τον έκαμαν μύθο για να αποφύγουν τη μέθοδο.

Τον έκαμαν προφήτη για να αποφύγουν τον δάσκαλο.

Τον έκαμαν άγιο της απιστίας και μάρτυρα της γνώσης, ενώ εκείνος ζητούσε κάτι πιο δύσκολο, πιο γυμνό και πιο άγριο: να σταθεί ο άνθρωπος ανάμεσα στο ναι και στο όχι, ανάμεσα στον θεό και στον μη θεό, ανάμεσα στην πέτρα και στο άστρο, χωρίς να κρυφτεί πίσω από ράσα, κόμματα, ψυχολογίες, τηλεοπτικά απογεύματα και μικρές ελληνικές θρησκοληψίες.

Ζητούσε τον άνθρωπο σε όρθια στάση, όχι γονατισμένο μπροστά σε εικόνες που δεν καταλαβαίνει, ούτε ξαπλωμένο στον καναπέ της εύκολης εξήγησης.

Και γι’ αυτό έγινε επικίνδυνος.

Γιατί σε μια χώρα όπου όλοι συγχωρούνται όταν ψεύδονται όμορφα, ο μόνος ασυγχώρητος είναι εκείνος που απαιτεί να ειπωθεί το αληθινό χωρίς στολίδια.

Το επικίνδυνο, λοιπόν, δεν ήταν ότι πέθανε.

Όλοι πεθαίνουν.

Πεθαίνουν οι δάσκαλοι και οι αμαθείς, οι ήρωες και οι λογιστές, οι άγιοι και οι απατεώνες, οι ποιητές και οι τηλεοπτικοί αναλυτές.

Το επικίνδυνο ήταν ότι θέλησε να δώσει στον θάνατό του σύνταξη, μέτρο, γεωμετρία.

Να μην τον αφήσει στην τύχη της αρρώστιας, του νοσοκομείου, του βιολογικού εξευτελισμού, του τελευταίου βλέμματος που ζητιανεύει από τους συγγενείς λίγη παράταση.

Θέλησε να πεθάνει όπως γράφει ο τραγικός: όχι για να νικήσει τον θάνατο, γιατί αυτό είναι υπόθεση των θρησκευτικών εμπόρων και των φτηνών παρηγορητών, αλλά για να του αφαιρέσει τη χυδαιότητα.

Να τον αντικρίσει σαν ορεινό ζώο, σαν αρχαίο νόμο, σαν άσπρη πέτρα που την καίει ο ήλιος.

Και αυτό η κοινωνία δεν το συγχωρεί.

Συγχωρεί τον δειλό, συγχωρεί τον φλύαρο, συγχωρεί τον υπηρέτη κάθε εξουσίας.

Δεν συγχωρεί εκείνον που κάνει την ύπαρξή του πράξη.

Έτσι ο Λιαντίνης έγινε μετά την αυτοκτονία του κάτι που ίσως δεν θα άντεχε ούτε ο ίδιος: εικόνισμα για ανθρώπους που δεν αγαπούν την εικονομαχία του.

Σύνθημα στα στόματα ανθρώπων που δεν μπορούν να σηκώσουν ούτε μία σελίδα της Γκέμμας χωρίς να ζητήσουν παρηγοριά.

Άγριο άστρο επάνω από μια χώρα που επιμένει να μεταφράζει τη σκέψη σε θρύλο, την παιδεία σε λατρεία, την τραγική ελευθερία σε μεταφυσική περιέργεια.

Και τότε άρχισε η δεύτερη ταφή του.

Όχι στο βουνό.

Στα στόματα.

Γιατί τίποτε δεν θάβει πιο βαθιά έναν δύσκολο άνθρωπο από την εύκολη λατρεία του.

Τίποτε δεν προδίδει περισσότερο έναν δάσκαλο από τους μαθητές που τον θαυμάζουν για να μη χρειαστεί να τον ακολουθήσουν στο δύσκολο.

Εκείνος που μίλησε εναντίον των φαντασμάτων έγινε φάντασμα.

Εκείνος που ζήτησε φυσική, μέτρο, Ηράκλειτο, Χαμπλ, Ευριπίδη, Όμηρο, πέτρα και ήλιο, παραδόθηκε από τους επιγόνους του σε μια αγορά θαυμάτων.

Δεν τον σκότωσε δεύτερη φορά η σιωπή.

Τον σκότωσε η ευκολία με την οποία τον θαύμασαν.

Γιατί ο θαυμασμός είναι πολλές φορές ο ευγενέστερος τρόπος να μη σκέφτεσαι.

Είναι το θυμίαμα που ρίχνει ο αδύναμος επάνω σε εκείνο που τον απειλεί.

Είναι η μικρή τελετή με την οποία η κοινωνία μετατρέπει τον κίνδυνο σε επέτειο, τον στοχαστή σε φωτογραφία, την κραυγή σε απόσπασμα, το αίμα σε ανάρτηση.

Αυτό έκανε ο θάνατός του στον Λιαντίνη: τον απέσπασε από τη φιλολογία και τον έριξε στην τραγωδία.

Όχι στην τραγωδία ως θέαμα, αλλά στην τραγωδία ως νόμο.

Από εκεί και πέρα το έργο του δεν μπορούσε να διαβαστεί αθώα.

Κάθε φράση του άρχισε να φωτίζεται από το τέλος του.

Κάθε σελίδα έμοιαζε να έχει γραφτεί με την επίγνωση μιας εξόδου.

Κάθε λέξη έπαιρνε επάνω της το βάρος εκείνης της πορείας προς το βουνό.

Και αυτό είναι φοβερό.

Γιατί ο συγγραφέας που πεθαίνει φυσικά αφήνει πίσω του βιβλία.

Ο συγγραφέας που σκηνοθετεί τον θάνατό του αφήνει πίσω του ένα δικαστήριο.

Και στο εδώλιο δεν κάθεται εκείνος.

Καθόμαστε εμείς.

Εμείς που διαβάζουμε.

Εμείς που φοβόμαστε.

Εμείς που ζητούμε από τη σκέψη να μας παρηγορήσει, ενώ η σκέψη, όταν είναι αληθινή, έρχεται για να μας αφαιρέσει την παρηγοριά.

Γι’ αυτό ο Λιαντίνης έγινε μετά τον θάνατό του μια ανεπιθύμητη παρουσία.

Όχι για τους εχθρούς του μόνο, αλλά και για τους φίλους του.

Γιατί ο εχθρός μπορεί να τον απορρίψει εύκολα: να τον πει υπερβολικό, σκοτεινό, ακραίο, ανεύθυνο.

Ο φίλος όμως; Ο φίλος πρέπει να αντέξει το δυσκολότερο: να μη μετατρέψει τον θαυμασμό σε καταφύγιο.

Να μη στήσει ένα μικρό εκκλησάκι εκεί όπου ο άλλος είχε ανοίξει γκρεμό.

Να μη βάλει κερί εκεί όπου ο άλλος έβαλε πυρκαγιά.

Να μη κάνει τον Ταΰγετο προσκύνημα, ενώ ο Ταΰγετος ήταν υπόμνηση ότι η γνώση δεν είναι ασφαλές δωμάτιο, αλλά έκθεση στον άνεμο, στο ύψος, στην πέτρα, στην πείνα του φωτός.

Και από αυτή την άποψη, ο Λιαντίνης έγινε αυτό που φοβόμαστε περισσότερο: ένας νεκρός που δεν ησυχάζει.

Όχι επειδή επιστρέφει από κάποιον άλλο κόσμο.

Αυτά είναι για τις γριές των θρησκειών και για τους εμπόρους του αοράτου.

Δεν ησυχάζει επειδή η πράξη του παραμένει αμετάφραστη.

Δεν χωρά ούτε στην ψυχιατρική βιβλιογραφία ούτε στην ηθικολογική καταδίκη ούτε στη δημοσιογραφική εξήγηση ούτε στην αγιογραφική λατρεία.

Μένει εκεί, σαν κόκαλο στο λαιμό.

Σαν πέτρα στο παπούτσι του νεοέλληνα.

Σαν ήλιος κατακόρυφος επάνω σε μάτια που είχαν μάθει να ζουν στο ημίφως.

Μετά την αυτοκτονία του, ο Λιαντίνης ανάγκασε την Ελλάδα να αποκαλύψει την πνευματική της φτώχεια.

Άλλοι τον έκαναν παραφυσικό επειδή δεν είχαν φιλοσοφία.

Άλλοι τον έκαναν επικίνδυνο επειδή δεν είχαν τραγική παιδεία.

Άλλοι τον έκαναν cult επειδή δεν είχαν κλασική αγωγή.

Άλλοι τον έκαναν ανέκδοτο επειδή δεν είχαν σεβασμό στον θάνατο.

Κανείς σχεδόν δεν θέλησε να σταθεί στο δύσκολο σημείο: ότι ο άνθρωπος αυτός θέλησε να ζήσει τη σκέψη του μέχρι το βιολογικό της άκρο.

Και αυτό, είτε το δεχθεί κανείς είτε το απορρίψει, δεν επιτρέπει ευκολίες.

Δεν είναι υλικό για κουβέντα.

Είναι υλικό για κρίση.

Αλλά ακόμη και μέσα από την παρανόηση, κάτι έμεινε ακατάλυτο.

Έμεινε η λάμψη ενός ανθρώπου που έβαλε το σώμα του δίπλα στις λέξεις του και είπε: ιδού.

Εδώ τελειώνει η ρητορεία και αρχίζει η ευθύνη.

Από τότε ο Λιαντίνης δεν ανήκει ούτε στους θαυμαστές του ούτε στους εχθρούς του.

Ανήκει σε εκείνη τη σκληρή ζώνη όπου ο άνθρωπος ρωτιέται αν αντέχει να ζήσει χωρίς ψέμα.

Και γι’ αυτό δεν εξαφανίστηκε. Έμεινε.

Όπως μένει η πέτρα στον ήλιο.

Όπως μένει ένα κόκκαλο στο βουνό.

Όπως μένει το άστρο που βλέπουμε ενώ έχει ίσως σβήσει. Όπως μένει η ερώτηση, όταν όλες οι απαντήσεις έχουν σαπίσει.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences