Μια νηφάλια εκτίμηση δείχνει νομίζω ότι οι σπουδές πάνω στο έργο του Ελύτη συγκρινόμενες με αυτές που εξετάζουν άλλους συγγραφείς και ποιητές μας, υπολείπονται και ποσοτικά και ποιοτικά. Σε σχέση με...
Μια νηφάλια εκτίμηση δείχνει νομίζω ότι οι σπουδές πάνω στο έργο του Ελύτη συγκρινόμενες με αυτές που εξετάζουν άλλους συγγραφείς και ποιητές μας, υπολείπονται και ποσοτικά και ποιοτικά.
Σε σχέση με τις μελέτες που έχουμε για το έργο του Σεφέρη, του Σολωμού, του Καβάφη, του Παλαμά ακόμη.
Την ίδια στιγμή, ο Ελύτης παρουσιάζεται να είναι, και με μεγάλη διαφορά μάλιστα, ο δημοφιλέστερος Νεοέλληνας λογοτέχνης.
Σε αυτό τουλάχιστον το πόρισμα κατέληξε μια δημοσκόπηση του 2020, η μόνη ανάλογης θεματικής που έχω υπόψη μου.
Το 53% των 2500 ερωτηθέντων σε αυτήν, τον συμπεριέλαβε στην πρώτη τριάδα, ποσοστό μεγαλύτερο κατά 20 περίπου μονάδες από αυτό συγκέντρωσε ο Καβάφης και κατά 30 από εκείνο του Σεφέρη.
Ακόμη και ο δεύτερος της λίστας, ο Νίκος Καζαντζάκης, συγκέντρωσε μόλις το 40% των προτιμήσεων.
Υπάρχουν και άλλα τέτοια στοιχεία που συνηγορούν σε αυτή την εκτίμηση.
Σε προσωπική έρευνά μου τον Νοέμβριο του 2018 στο google, δημοσιευμένη στο Bookpress, όταν ακόμη αυτή η μηχανή αναζήτησης έδινε συνολικό αριθμό διαδικτυακών αναφορών, το όνομα "Καβάφης" έδινε 975.000 ευρήματα, το "Ρίτσος" 1.290.000, το "Σεφέρης" 1.330.000 ευρήματα, και το "Ελύτης" 1.770.000.
Εμπειρικά αυτή την εικόνα παίρνω και από τα social media, έχω δε την εντύπωση ότι αν είχαμε μια εικόνα της κυκλοφορίας των βιβλίων, τα αποτελέσματα θα ήταν παρόμοια.
Πώς εξηγείται αυτή η διχοστασία; Κατά τη γνώμη μου, εξηγείται ιστορικά.
Η σύγχρονη ελληνική φιλολογία και κριτική αναπτύχθηκε μεταπολιτευτικά γύρω από μορφές όπως ο Γ. Π. Σαββίδης και ο Δ. Ν. Μαρωνίτης που, ήδη ιδιοσυγκρασιακά, προσανατολίζονταν προς ποιητές της «επίπεδης» και όχι της «πρισματικής» έκφρασης, για να θυμίσω την περιβόητη διάκριση του Ελύτη.
Μισό αιώνα μετά, η κυριαρχία του Σεφέρη και του Καβάφη εντός του περιβόλου των πανεπιστημίων μας παραμένει αδιατάρακτη.
Και αυτό δυσκολεύει πολύ την πρόσληψη ενός ποιητή σαν τον Ελύτη (αλλά και άλλων, όπως λ.χ. ο Άγγελος Σικελιανός), που εν πολλοίς κινούνται στους εκφραστικούς τους αντίποδες.
Σημειώνω ότι το ίδιο πράγμα ακριβώς συμβαίνει και με τον διεθνή κανόνα, όπως αυτός προβάλλεται στην Ελλάδα.
Ποιητές όπως ο Έλιοτ και ο Πάουντ προκαλούν το δυσανάλογο ενδιαφέρον των πανεπιστημιακών μελετητών και της επισημότερης κριτικής, ενώ τα στοιχεία (μεταφράσεις, εκδόσεις, μελοποιήσεις, εκδηλώσεις κ.ά.) μαρτυρούν ότι το ευρύτερο ελληνικό (και όχι μόνο!) κοινό συγκινείται περισσότερο από άλλους ποιητές, εκπροσώπους κι αυτούς της πρισματικής έκφρασης - τον Λόρκα, τον Νερούδα, τον Πεσσόα, τον Μαγιακόφσκι, για να αναφέρω κάποιους.
Με άλλα λόγια έχουμε εδώ μια διάσταση, μεταξύ των ολίγων και των πολλών, μεταξύ του ειδικευόμενου και του γενικού αναγνώστη, διάσταση που θα προβλημάτιζε τα μάλα κριτικούς του διαμετρήματος ενός Αριστοτέλη ή ενός Σάμιουελ Τζόνσον.
Κι όχι προς δόξαν των ειδημόνων… «Ἀγάλλομαι ὅταν συμπίπτω μὲ τὸν κοινὸ ἀναγνώστη», ἔγραφε ὁ Σάμιουελ Τζόνσον τὸν 18ο αἰώνα, «γιατί ἀπὸ τὸν κοινὸ ἀναγνωστικὸ νοῦ, τὸν ἀδιάφθορο ἀπὸ τὶς προκαταλήψεις τῶν λογίων, τὸν πέρα ἀπ’ ὅλα τὰ λεπτεπίλεπτα κατεβατὰ καὶ τοὺς δογματισμοὺς τῆς πολυμάθειας, πρέπει νὰ ἀπονέμεται ἐντέλει κάθε ποιητικὴ τιμή.» Ο Οδυσσέας Ελύτης είχε νομίζω πλήρη συνείδηση του προβλήματος.
Και επανειλημμένα "διαμαρτυρήθηκε" με τον πιο πρόσφορο τρόπο, αυτόν του αποφθέγματος.
Θα κλείσω με δύο τέτοια: «οι στίχοι αυτοί: μία έκλειψη ολική την ώρα που κοιμούνται οι πάντες μες στ' Αστεροσκοπεία.» «Αποτελώ ένα εύδρομον πού συγκρούεται συνεχώς με το κοινό αίσθημα των μελετητών.
Ποιος υποβαθμίζει τον άλλον θα φανεί κάποτε. Για την ώρα χάνω πάντα από την έλλειψη στις μέρες μας καταλλήλων οργάνων ναυσιπλοΐας.»
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους