Η επέλαση της συντηρητικής δεξιάς στον πολιτισμό: Η στρατηγική για την κατάκτηση της ιδεολογικής ηγεμονίας Το 79ο Φεστιβάλ των Καννών ολοκληρώθηκε με την απονομή του Χρυσού Φοίνικα στην ταινία «Fjord...
Η επέλαση της συντηρητικής δεξιάς στον πολιτισμό: Η στρατηγική για την κατάκτηση της ιδεολογικής ηγεμονίας Το 79ο Φεστιβάλ των Καννών ολοκληρώθηκε με την απονομή του Χρυσού Φοίνικα στην ταινία «Fjord» του Ρουμάνου σκηνοθέτη Κριστιάν Μουνγκίου.
Η ταινία, η οποία πραγματεύεται τη σύγκρουση μιας παραδοσιακής καθολικής οικογένειας μεταναστών με την κοσμική κοινωνία μιας νορβηγικής κωμόπολης, έφερε στο προσκήνιο την έντονη ιδεολογική αντιπαράθεση μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών που ταλανίζει τον γαλλικό πολιτιστικό χώρο.
Λίγο πριν από την έναρξη του φεστιβάλ, 600 επαγγελματίες του γαλλικού κινηματογράφου κατήγγειλαν με ανοιχτή επιστολή τους στην εφημερίδα «Libération» την αυξανόμενη επιρροή του υπερσυντηρητικού δισεκατομμυριούχου Βενσάν Μπολορέ. Ο Μπολορέ, ιδιοκτήτης του Canal+ και βασικός χρηματοδότης του εγχώριου σινεμά, επιχειρεί πλέον να εξαγοράσει και το δίκτυο αιθουσών UGC, προκαλώντας έντονες ανησυχίες στους δημιουργούς για μια επιχειρούμενη φασιστική κατάληψη του συλλογικού φαντασιακού.
Η επιχειρηματική δραστηριότητα του Μπολορέ εκτείνεται σε ολόκληρη την αλυσίδα του πολιτισμού, ελέγχοντας τον εκδοτικό κολοσσό Hachette Livre, ιστορικούς εκδοτικούς οίκους όπως ο Grasset και ο Fayard, καθώς και μεγάλα εθνικά μέσα ενημέρωσης (CNews, Europe 1, Le Journal du Dimanche). Αυτή η κάθετη συγκέντρωση του επιτρέπει να ελέγχει την παραγωγή, τη διανομή και την προώθηση ιδεών από την αρχή μέχρι το τέλος, χρησιμοποιώντας τα μέσα του για την προβολή ακροδεξιών πολιτικών προσώπων, όπως ο Ζορντάν Μπαρντελά.
Αυτό το φαινόμενο αναδεικνύει μια ευρύτερη στρατηγική της σύγχρονης δεξιάς και ακροδεξιάς διεθνώς, η οποία βασίζεται στην παραδοχή που διατύπωσε ο Νικολά Σαρκοζί το 2007: «Η εξουσία κατακτιέται μέσω των ιδεών». Πρόκειται για την εφαρμογή ενός ιδιότυπου «δεξιού γκραμσιανισμού» –μιας θεωρητικής προσέγγισης που εισήγαγε ο στοχαστής Αλέν Ντε Μπενουά το 1981–, η οποία ανατρέπει τη θεωρία της «πολιτισμικής ηγεμονίας» του μαρξιστή φιλόσοφου Αντόνιο Γκράμσι.
Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, η πολιτική και εκλογική επικράτηση προϋποθέτει την προκαταρκτική κατάκτηση των συνειδήσεων μέσω του πολιτισμού, καθώς ο λαός πρέπει πρώτα να θεωρεί μια ιδεολογία κοινωνικά αποδεκτή προτού την οδηγήσει στην κάλπη.
Κεντρικό πεδίο αυτής της μάχης είναι η επιβολή ενός νέου λεξιλογίου στον δημόσιο διάλογο.
Μέσα από την κανονικοποίηση όρων όπως «Μεγάλη Αντικατάσταση» ή «μεταναστευτική πλημμυρίδα», η δεξιά επιτυγχάνει μια σταδιακή ιδεολογική διολίσθηση των αντιπάλων της.
Όταν φιλελεύθεροι πολιτικοί υιοθετούν αυτούς τους όρους, η ιδεολογική νίκη έχει ήδη επιτευχθεί.
Αντίθετα με το παρελθόν, ο πολιτιστικός αυτός πόλεμος ενάντια στις αξίες του λεγόμενου "woke" δεν διεξάγεται απλώς από απομονωμένους διανοούμενους, αλλά έχει βιομηχανοποιηθεί μέσω μεγάλων οικονομικών κεφαλαίων που ελέγχουν τους πολιτιστικούς θεσμούς.
Αυτή η στρατηγική δεν αποτελεί γαλλικό ή ιταλικό προνόμιο, καθώς βρίσκει σαφή αντιστοίχιση και στην ελληνική πολιτική σκηνή. Ο Μάκης Βορίδης έχει εισαγάγει επανειλημμένα αυτή τη συζήτηση στον εγχώριο δημόσιο διάλογο, αναλύοντας τις θεωρίες του Αντόνιο Γκράμσι για να περιγράψει αυτό που αποκαλεί «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς». Σύμφωνα με την προσέγγιση του Έλληνα πολιτικού, η Δεξιά οφείλει να δώσει μια συστηματική μάχη αξιών με τελικό στόχο τη «στρατηγική ήττα των ιδεών της Αριστεράς». Η ρητορική αυτή, που υιοθετείται και από άλλα στελέχη της παράταξής του, αντιμετωπίζει τα πανεπιστήμια, τα ΜΜΕ και τις τέχνες ως πεδία όπου πρέπει να ανατραπεί η παραδοσιακή κυριαρχία των προοδευτικών αφηγημάτων προς όφελος μιας νέας συντηρητικής ηγεμονίας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η στρατηγική αυτή επεκτείνεται και στον έλεγχο των δομών μετά την ανάληψη της εξουσίας. Στη Γαλλία, η Εθνική Συσπείρωση σχεδιάζει την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και την κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Κινηματογράφου (CNC), αφήνοντας τη χρηματοδότηση του πολιτισμού αποκλειστικά στα χέρια μεγάλων ιδιωτικών ομίλων.
Αντίστοιχη πίεση για έλεγχο των διορισμών και των προγραμμάτων καταγράφεται και στην Ιταλία από την κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι όσον αφορά τη δημόσια τηλεόραση RAI.
Αυτή η αποδυνάμωση των ανεξάρτητων δημόσιων δομών απειλεί την ίδια την ύπαρξη της ευρωπαϊκής πολιτιστικής παραγωγής σε μια εποχή κυριαρχίας των αμερικανικών ψηφιακών πλατφορμών.
Η διασφάλιση της καλλιτεχνικής πολυμορφίας απαιτεί ισχυρή πολιτιστική πολιτική, ρύθμιση των ολιγοπωλίων και υπεράσπιση της δημιουργικής ελευθερίας, ωστόσο οι εμπλεκόμενοι στον πολιτισμικό πόλεμο φαίνεται να προτάσσουν τα δικά τους ιδεολογικά και οικονομικά συμφέροντα.
Εν κατακλείδι ο πολιτισμός δεν είναι απλώς ένας χώρος ψυχαγωγίας ή καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά ένα αόρατο και διαρκές πεδίο πολιτικής μάχης.
Η μετατόπιση της σύγχρονης Δεξιάς –διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα– από την καθαρή οικονομική διαχείριση στην οργανωμένη διεκδίκηση των ιδεών, αποδεικνύει ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούμε, οι ταινίες που βραβεύονται και τα βιβλία που διαβάζουμε διαμορφώνουν τη συλλογική μας συνείδηση.
Σε μια εποχή που η πληροφορία ελέγχεται όλο και περισσότερο από ισχυρά οικονομικά ολιγοπώλια, η κριτική σκέψη και η υπεράσπιση της δημιουργικής πολυφωνίας αποτελούν τη μοναδική άμυνα του πολίτη απέναντι στην ιδεολογική ομογενοποίηση. Πηγή: Lifo (λεπτομέρειες στο 1ο σχόλιο)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους