Επειδή διαβάζω συνεχώς τη δικαιολογημένη οργή, τη θλίψη και τον συλλογικό αποτροπιασμό για τη γυναικοκτονία που συνέβη σήμερα στην πόλη μας, αισθάνομαι πως πέρα από τα λόγια πένθους χρειάζεται να...
Επειδή διαβάζω συνεχώς τη δικαιολογημένη οργή, τη θλίψη και τον συλλογικό αποτροπιασμό για τη γυναικοκτονία που συνέβη σήμερα στην πόλη μας, αισθάνομαι πως πέρα από τα λόγια πένθους χρειάζεται να ανοίξει επιτέλους και μια ουσιαστική συζήτηση για το τι μέλλει γενέσθαι.
Γιατί μετά από κάθε τέτοιο έγκλημα επαναλαμβάνουμε τις ίδιες φράσεις. «Να μιλάτε», «να φεύγετε», «να ζητάτε βοήθεια». Κι όμως, η πραγματικότητα της κακοποίησης είναι βαθιά πιο σύνθετη, ασφυκτική και πολυεπίπεδη.
Μια γυναίκα συχνά δεν παραμένει σε μια κακοποιητική συνθήκη επειδή «δεν καταλαβαίνει», αλλά επειδή φοβάται, εξαρτάται οικονομικά, έχει εξουθενωθεί ψυχικά, δεν διαθέτει ασφαλές περιβάλλον διαφυγής ή έχει πειστεί επί χρόνια ότι η ελευθερία και η ασφάλειά της εξαρτώνται από το πόσο αόρατη, ήσυχη και προσεκτική θα παραμείνει.
Αν πράγματι επιθυμούμε να μιλήσουμε για πρόληψη και όχι απλώς για διαχείριση της φρίκης εκ των υστέρων, τότε απαιτούνται ουσιαστικές και έμπρακτες παρεμβάσεις.
Χρειάζονται 24ωρες και επαρκώς στελεχωμένες δομές υποστήριξης, άμεση πρόσβαση σε ψυχολογική, νομική και κοινωνική προστασία, ασφαλείς χώροι φιλοξενίας, ταχεία και αποτελεσματική ανταπόκριση της Δικαιοσύνης και των Αρχών, εκπαίδευση γύρω από την έμφυλη βία και τον έλεγχο ήδη από το σχολείο, αλλά και πραγματική οικονομική και εργασιακή στήριξη για γυναίκες που προσπαθούν να αποδεσμευτούν από κακοποιητικές συνθήκες.
Και ίσως πάνω απ’ όλα χρειάζεται να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τη ζήλια, την κτητικότητα, την επιτήρηση, τον εξευτελισμό και τον έλεγχο ως «φυσιολογικές» εκφάνσεις μιας σχέσης.
Γιατί η βία δεν γεννιέται τη στιγμή του εγκλήματος.
Έχει ήδη καλλιεργηθεί πολύ νωρίτερα, μέσα στη σιωπή, στον φόβο, στην ανοχή και στην κοινωνική απαίτηση μια γυναίκα να περιορίζει διαρκώς τον εαυτό της για να αισθάνεται ασφαλής.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους